Καφεναί

Φώτο:Γιώργος
Σοφτάς

Ο καιρός περνάει πολύ γρήγορα τελικά. Οι ημέρες τρέχουν, τις
διαδέχονται νέες εβδομάδες, νέοι μήνες. Και εσύ, δίχως να έχεις καταλάβει τα
όσα πέρασαν, κάθεσαι και τα παρατηρείς, σαν θεατής, σαν να σου έχουν βάλει μια
ταινία, που όμως θα παίζει επ άπειρον. Άλλοτε, κρίνεις, αναθεωρείς, ομολογείς
και αποδέχεσαι τα λάθη σου. Άλλοτε συγχαίρεις τον εαυτό σου και νιωθείς ωραία
για τα καλά που έπραξες.

Δεν ξέρω, αλλά κάτι τέτοιες μέρες με συννεφιά νομίζω πως
φτιάχτηκαν για σκέψεις, φτιάχτηκαν για τον εαυτό μας, για εκείνες τις
ατελείωτες και κάποιες φορές, δίχως νόημα συζητήσεις, με το εσωτερικό μας. Τις
ημέρες με ήλιο, δεν σου επιτρέπεται να μελαγχολείς, είναι κανόνας. Τότε, απλά
ονειροπολείς, σαν παιδί, δεν φοβάσαι να σπαταλίσεις τις ώρες σου στο τίποτα και
αφήνεσαι στις ζεστές ακτίνες.

Μια τέτοια μέρα, που θύμιζε καλοκαίρι, βρεθήκαμε εκεί,
απέναντι από τον Λευκό Πύργο, στον Καφεναί, της Εθνικής Αμύνης. Έχω να σου
διηγηθώ μια πολύ ωραία ιστορία για αυτόν τον χώρο. Που λες, από την αρχή της
δημιουργίας του, το μαγαζί αυτό λειτούργουσε σαν καφενείο, πολλά χρόνια πριν,
δεκαετίες φαντάσου, από εκείνες που είχαμε βασιλιάδες. Μια παρέα λοιπόν, σαν
αυτές που μαζεύονται στα καφενεία, υποστηρικτές της Εθνικής  Άμυνας, ήταν αυτοί που έδωσαν στο δρόμο, τη
σημερινή του ονομασία, γράφοντας πάνω στον τοίχο της οδού, Εθνική Άμυνα και
είναι οι ίδιοι, για τους οποίους λέει το γνωστό άσμα «της Αμύνης τα Παιδιά».

Και αφού σου έκανα την πρέπουσα ιστορική αναδρομή, σε φέρνω
πάλι στο παρόν και σε βάζω σε ένα χώρο, ενός παλιού, αστικού καφενείου, με
σύγχρονη όμως ματιά. Ένας χώρος ουδέτερος, ιδανικός για όλους, κάτι που
αντιλαμβάνεσαι παρατηρώντας τις παρέες τριγύρω σου. Στο ένα τραπέζι, κυριλέ
τύποι, με τις γαρβάτες και τους χαρτοφύλακες, λίγο παραδίπλα, κάτι φοιτητές, με
τα σκισμένα σταράκια τους, να καπνίζουν και να γελούν. 

Και εσύ, πλάι στο μεγάλο παράθυρο, να κοιτάς έξω, τα
ζευγράκια που περνούν, τα πολύχρωμα αυτοκίνητα, τον κόσμο,που πάει πάνω κάτω.
Τελικά, οι ημέρες της άνοιξης είναι οι καλύτερες. Ακόμα και ο αέρας μυρίζει πιο
ωραία, τον ευχαριστιέσαι, σε κάνει να νιώθεις καλά, έτσι, χωρίς λόγο.

Το μαγαζί άνοιξε τον Ιούνιο του 2007, είναι εξ ολοκλήρου
διαμορφωμένο από τους ιδιοκτήτες του και σου προσφέρει ότι τραβάει η όρεξη σου,
από καφέ, μέχρι τσίπουρα και μεζέδες.

Και να σου πω και κάτι τελευταίο? Αυτό το πράγμα με τη μοιρά
και την τύχη, είναι μεγάλη υπόθεση τελικά! Keep that in mind.

Related stories

Κριτική Βιβλίου | Joachim B. Schmidt «Κάλμαν».

Γράφει ο Τάσος Γέροντας Joachim B. Schmidt «Κάλμαν». Μετάφραση Σοφία Αυγερινού....

Κριτική Βιβλίου | Τέση Παπαθανασίου «Υποξία».

γράφει ο Τάσος Γέροντας Τέση Παπαθανασίου «Υποξία». Εκδόσεις Νίκας 2024. 380...

Τηλεοπτικά βραβεία Emmy 2024: Οι υποψηφιότητες

  Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης Ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για τα 76α...

Το κόκκινο χρώμα στο ποιητικό σινεμά του Wong Kar-Wai

Ο Wong Kar-Wai ξεχωρίζει ως μία από τις πιο...

Όχι τέλος, μα κατάληξη για το “Η αγάπη το βάζει στα πόδια” του Φρανσουά Τριφό

της ipolinstinplage (Instagram: ipolinstinplage) "Η αγάπη το βάζει στα πόδια"...