HomeΘέματαΗ συνοικία των Εξοχών στη Θεσσαλονίκη: Aριστοκρατία,...

Η συνοικία των Εξοχών στη Θεσσαλονίκη: Aριστοκρατία, πύργοι και καλή ζωή

Η συνοικία των εξοχών στη Θεσσαλονίκη από το 1885 έως το 1912 αντιπροσώπευε μια περίοδο σημαντικών κοινωνικών και ιστορικών αλλαγών, καθώς η πόλη βίωνε μια περίοδο έντονης ανάπτυξης και πολυπολιτισμικού χαρακτήρα. Οι εξωτερικοί παράγοντες και οι εσωτερικές δυνάμεις που επηρέασαν αυτή τη συνοικία διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος και της κοινωνικής δομής της.

Σε άλλες πόλεις της Ελλάδας δεν είχαμε αντίστοιχες συνοικίες, ήταν μοναδική αυτή η συνοικία των Εξοχών στην ανατολική Θεσσαλονίκη, λόγω της έκτασής της, του συνεχούς μετώπου, της υποδομής που υπήρχε εδώ.

Το διάστημα αυτό χαρακτηρίστηκε από έντονη μεταναστευτική ροή, καθώς η Θεσσαλονίκη έγινε προορισμός για πολλές κοινότητες από διάφορα μέρη του κόσμου, ενισχύοντας την πολυπολιτισμικότητα της περιοχής. Στην πραγματικότητα, η συνοικία των εξοχών αποτελούσε μια ζωντανή και δυναμική κοινότητα.

Οι ιδιοκτήτες των υπέροχων αρχοντικών ήταν ευκατάστατοι και πλούσιοι πολίτες (Έλληνες, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, εξισλαμισμένοι Εβραίοι κ.ά.), που ασχολούνταν με μεταπρατικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη, το σημαντικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Κεντρικός οδικός άξονας της συνοικίας ήταν η «Οδός Εξοχών», η σημερινή λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας.

Η πολυπολιτισμικότητα αυτή επέφερε τη δημιουργία μιας πλούσιας κουλτούρας και κοινωνικού τοπίου. Οι κάτοικοι της συνοικίας αντάλλασσαν παραδόσεις, γλώσσες και έθιμα, προσφέροντας ένα μοναδικό μείγμα πολιτισμών και ταυτοτήτων. Αυτό διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον, όπου οι διαφορές συνυπήρχαν με την κοινωνική αλληλεπίδραση και αμοιβαία επιρροή.

Ενώ στο κέντρο της πόλης χτίζανε τις κατοικίες τους σε σχέση με το θρήσκευμά τους –γύρω από τζαμιά, εκκλησίες και συναγωγές–, στις Εξοχές επέλεγαν τη θέση με κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Στους παράλληλους και κάθετους δρόμους της λεωφόρου, τα σπίτια της συνοικίας ακολουθούσαν κυρίως τους παραδοσιακούς τύπους, αυτούς που γνώριζαν οι καλφάδες.

Tα τριγωνικά αετώματα σε επαύλεις ελλήνων ιδιοκτητών και ο εν γένει χειρισμός των όψεών τους σύμφωνα με νεοαναγεννησιακά πρότυπα, παραπέμπουν σε μορφολογίες αντίστοιχες με αυτές της τελευταίας φάσης του αθηναϊκού νεοκλασσικισμού. Αντίθετα την προτίμησή τους προς το οθωμανικό μπαρόκ με αναφορές στα κτίρια του Οθωμανικού Δημοσίου θα εκφράσουν οι μουσουλμάνοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι και αξιωματούχοι που εγκαθίστανται στη νέα συνοικία. Στα ίδια μορφολογικά πλαίσια θα κινηθούν και οι επιλογές αρκετών εβραίων ιδιοκτητών στην πλειοψηφία όμως θα ακολουθήσουν κεντροευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά πρότυπα και κυρίως τον τύπο του chalet.

Ταυτόχρονα, η συνοικία των εξοχών αντιμετώπιζε προκλήσεις λόγω της έντονης αστικής ανάπτυξης και των κοινωνικών αλλαγών. Η πόλη βίωνε μια περίοδο έντονης βιομηχανικοποίησης και εμπορικής εκκίνησης, προκαλώντας μεγάλες μετατοπίσεις στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Αυτό είχε επίπτωση στην υποδομή της πόλης και την οικονομική κατάσταση των κατοίκων της συνοικίας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα, η Θεσσαλονίκη βίωνε ένα καθοριστικό χρονικό διάστημα, με την επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου και την οικοδόμηση νέων δημόσιων κτιρίων και υποδομών. Η συνοικία των εξοχών, ως σημαντικό κομμάτι της πόλης, διαμορφώθηκε από αυτά τα γεγονότα και συνέβαλε ενεργά στην εξέλιξη της πολιτιστικής και κοινωνικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης.

Με την έλευση του 20ού αιώνα, ωστόσο, η συνοικία των εξοχών είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει. Οι νέες πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες, συμπεριλαμβανομένων των πολέμων και των γεωπολιτικών αλλαγών στην περιοχή, επηρέασαν το τοπίο και την κοινωνία της πόλης.

Το 1912, η Θεσσαλονίκη ενσωματώθηκε στην Ελλάδα, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του Βαλκανικού Πολέμου. Αυτό ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πόλης και της συνοικίας των εξοχών, καθώς πραγματοποιείται η ολοκλήρωση της εθνικής ενοποίησης και η αρχή μιας νέας εποχής για την περιοχή.

 

Οι ποικίλες πληθυσμιακές ανακατατάξεις, ως συνέπεια της ανταλλαγής των πληθυσμών και της εσωτερικής μετανάστευσης, η οικονομική κρίση του 1930 και το Ολοκαύτωμα που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 50.000 Θεσσαλονικείς Eβραίους είχαν ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της εθνικής-θρησκευτικής σύνθεσης των κατοίκων και στη συνοικία των Εξοχών. Ωστόσο οι Eξοχές συνέχισαν να θεωρούνται ως η συνοικία των πλουσίων, της πολυτέλειας και της οικονομικής άνεσης και οι προσφυγικού χαρακτήρα μετακινήσεις του πληθυσμού δεν οδήγησαν στη δημιουργία υποβαθμισμένων συνοικισμών. Για τους κατοίκους της πόλης ήταν τα “παλάτια της οδού Bασιλίσσης Όλγας”, οι “μεγάλες βίλλες των εμπόρων στη μεγάλη λεωφόρο, πού’χαν πέντε υπηρέτες κηπουρό και άμαξα”

Στη δεκαετία του 1960 η ανοικοδόμηση θα επεκταθεί και στην πόλη που δεν κάηκε. H αλλαγή εδώ δεν ήρθε βίαια όπως στην πυρίκαυστο ζώνη, αλλά ως συνέπεια των νόμων της υπεραξίας και της αντιπαροχής. Hταν τότε που “είπανε οι εργολάβοι πως τελειώνανε οι πολυτέλειες με τις μονοκατοικίες και τα δίπατα και τις αυλές, και άρχιζε μια άλλη εποχή, επικερδής, με μέγαρα, με δρόμους ασφαλτοστρωμένους και με πεζοδρόμια πλακόστρωτα, όπου δηλαδή δεν ήταν δυνατό να μείνει χώρος για αυλές και περιβόλια, ούτε για κρυψώνες που θα τρύπωναν τα μυστικά”.

Σήμερα από τα κτίρια που υπήρχαν στη συνοικία των Εξοχών έχουν απομείνει ελάχιστα, περίπου τριάντα κατοικίες που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέες. Ανάμεσά τους η Κάζα Μπιάνκα της οικογένειας Φερνάντεζ, η οικία Α. Μιχαηλίδη, η οικία Μ. Σαλέμ, η οικία Σιάγα, η οικία Ναζιφέ στη λεωφόρο Στρατού – η τελευταία πυρπολήθηκε από τους φασίστες στη διάρκεια του πρόσφατου συλλαλητηρίου.

Related stories