
Η απαγόρευση δημόσιας εκτέλεσης έργων του Μάνου Χατζιδάκι στη συναυλία για τον Νίκο Γκάτσο στο Αρχαίο Θέατρο Δίου έφερε ξανά στο προσκήνιο τον «Γιάννη τον φονιά». Ο Μανώλης Μητσιάς αναγκάστηκε να απαγγείλει το τραγούδι αντί να το ερμηνεύσει, ενώ το κοινό άρχισε αυθόρμητα να τραγουδά τους στίχους.
Το κομμάτι κυκλοφόρησε το 1976 στον δίσκο «Αθανασία», με στίχους του Νίκου Γκάτσου, μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και ερμηνεία του Μητσιά. Πίσω από τη λιτή αφήγησή του θεωρείται ότι βρίσκεται ένα πραγματικό φονικό που συνέβη το 1960 στον Πόθο Ηλείας. Η σύνδεση βασίζεται κυρίως σε αφήγηση του δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού Γιώργου Μητρόπουλου, ο οποίος είχε μεταφέρει την ιστορία στον Γκάτσο.
Ο άνδρας που φέρεται να ενέπνευσε τον ήρωα δεν ονομαζόταν Γιάννης, αλλά Θόδωρος. Ήταν αγρότης και έπαιζε λαούτο σε πανηγύρια μαζί με έναν φίλο του. Όταν βρήκε κρυμμένες μέσα σε ένα βιολί ερωτικές επιστολές, ανακάλυψε ότι ο φίλος του διατηρούσε σχέση με τη σύζυγό του, Δήμητρα.
Ακολούθησε άγριος καβγάς και ο Θόδωρος σκότωσε τη γυναίκα του μπροστά στα παιδιά τους. Παραδόθηκε στις αρχές, όμως το δικαστήριο τού αναγνώρισε ότι ενήργησε σε κατάσταση σύγχυσης και δεν του επέβαλε ποινή. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες αφηγήσεις, επέστρεψε στο χωριό, όπου ορισμένοι τον υποδέχθηκαν ως «δικαιωμένο», αποκαλύπτοντας τις βαθιά πατριαρχικές αντιλήψεις της εποχής.
Η Φρόσω του τραγουδιού θεωρείται ότι παραπέμπει στη μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, η οποία αργότερα αυτοκτόνησε. Ο Γκάτσος, όμως, δεν αναπαρήγαγε απλώς ένα αστυνομικό χρονικό. Έφτιαξε μια σκηνή σιωπής, ενοχής και συλλογικής συνενοχής, όπου όλοι γνωρίζουν το έγκλημα, αλλά κανείς δεν τολμά να το ονομάσει.



