
της Μαρίας Νικολίνας Κοκκινάκη
Πίσω από κάθε διάγνωση υπάρχει μια διαφορετική ιστορία. Τρεις νέοι μοιράζονται τις δικές τους διαδρομές, μιλώντας για όσα έζησαν πριν και μετά από αυτήν.
Κ.
«Σε κάθε γιορτή, σε κάθε γενέθλια, σε κάθε πεφταστέρι, η ευχή μου πάντα είναι να είμαι χαρούμενη. Να ξυπνάω ελαφριά. Είναι το μοναδικό πράγμα που αποζητάω από αυτή τη ζωή».
Η Κ. είναι 21 χρονών και ζει πλέον μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, καθώς βρίσκεται στο τρίτο έτος των σπουδών της. Θα τη συναντήσεις συνήθως με έναν καφέ στο χέρι, να πηγαινοέρχεται βιαστικά ανάμεσα στη σχολή, τη δουλειά και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Στο σπίτι την περιμένει πάντα η γάτα της, για την οποία μιλά με τον ίδιο ενθουσιασμό που μιλά και για τους ανθρώπους που αγαπά.
Τα τελευταία χρόνια, προσπαθεί να μάθει πώς είναι να ζεις λίγο πιο ήρεμα μέσα στο ίδιο σου το μυαλό.
Η ίδια τοποθετεί την αρχή όλων γύρω στα 16 της. Τότε, ξεκίνησε να παρατηρεί πως στο μυαλό της κυριαρχούν επίμονες, αρνητικές σκέψεις, οι οποίες επηρέαζαν τη λειτουργικότητά της. Τις περιγράφει σαν μια «μόνιμη σκιά» που την ακολουθούσε παντού.

Η ψυχική της υγεία συνέχισε να επιβαρύνεται μέχρι και το τρίτο έτος της σχολής. Για πολλούς μήνες, όπως θυμάται, κοιμόταν ελάχιστα τα βράδια και προσπαθούσε να «σώσει» τον ύπνο της μέσα στη μέρα, με δύο ή τρεις ώρες αποσπασματικής ξεκούρασης.
Τότε ήταν που της χτύπησαν την πόρτα οι πρώτες κρίσεις πανικού. Μετά από συζητήσεις με τις φίλες και την αδερφή της, αποφάσισε τελικά να απευθυνθεί μόνη της σε ψυχίατρο, καθώς οι γονείς της δεν ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα της ψυχοθεραπείας. Μέχρι τότε, όπως λέει, υποψιαζόταν ότι αυτό που βίωνε δεν ήταν απλώς «μια κακή περίοδος», όμως για πρώτη φορά θα προσπαθούσε να το αντιμετωπίσει ουσιαστικά.

Θυμάται ακόμη καθαρά την πρώτη μέρα που πήγε στην ψυχίατρο αποφασισμένη πως δεν άντεχε άλλο. Είχε φτάσει στο γραφείο βιαστικά, απευθείας μετά από μάθημα στη σχολή. «Κάθισα στην πολυθρόνα από τη μεριά που έχει τα χαρτομάντιλα, γιατί ήμουν σίγουρη ότι θα κλάψω» λέει σήμερα γελώντας. «Το μόνο που θυμάμαι από αυτή τη συνεδρία είναι ότι δεν μπορούσα να πάρω ανάσα και έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο να ζω έτσι».
Λίγες επισκέψεις αργότερα υπήρχε διάγνωση: κατάθλιψη και καταθλιπτικά επεισόδια. «Ήταν φόβος αλλά και λύτρωση μαζί. Άκουγα από κάποιον ειδικό ότι αυτό που νιώθω είναι πραγματικό».
Η αρχή της αγωγής δεν ήταν εύκολη. Οι πρώτες εβδομάδες συνοδεύτηκαν από εξάντληση, ζαλάδες, θολούρα και ατελείωτες ώρες ύπνου. Μια μέρα προσπάθησε να βγει από το σπίτι, μπήκε στο λεωφορείο και λίγο αργότερα κατέβηκε επειδή την έπιασε έντονη αδιαθεσία. Κάθισε σε ένα πεζούλι στη μέση του δρόμου και σκεφτόταν μόνο ότι πρέπει να βρει το κουράγιο να γυρίσει πίσω.

Παρ’ όλα αυτά, απορρίπτει την ιδέα ότι η αγωγή λειτουργεί σαν εύκολη λύση. «Δεν είναι ένα μαγικό χαπάκι που το πίνεις και είσαι καλά», λέει. Για εκείνη, η βασική αλλαγή ήταν ότι άρχισε να κοιμάται και να λειτουργεί πιο σταθερά. Τα υπόλοιπα χρειάζονται χρόνο και προσπάθεια. «Περνάει μέρα με τη μέρα και μαθαίνεις να ζεις από την αρχή».
Παράλληλα, χρειάστηκε να διαχειριστεί και έναν φόβο που δεν περίμενε. Ως άνθρωπος έντονος και εξωστρεφής, ανησυχούσε ότι τα αντικαταθλιπτικά θα άλλαζαν κομμάτια της προσωπικότητάς της. «Σκεφτόμουν ότι δεν θα είμαι η Κ. που ήμουν. Φοβόμουν ότι δεν θα είμαι το ίδιο κοινωνική, το ίδιο εκφραστική. Κάποιες φορές προβληματιζόμουν ακόμη και για το αν έπρεπε να συνεχίσω την αγωγή».
«Η αγωγή είναι σαν να βάζεις βενζίνη σε ένα αυτοκίνητο. Δεν ξεκινάει μόνο του, απλά του δίνεις τα καύσιμα».
Η Κ. έχει επιλέξει να μιλά ανοιχτά για την εμπειρία της, καθώς θεωρεί ότι η κατάθλιψη και η φαρμακευτική αγωγή συχνά αντιμετωπίζονται μονοδιάστατα. Όπως λέει, η ψυχική ασθένεια δεν επηρεάζει μόνο τη διάθεση ενός ανθρώπου, αλλά διαπερνά πολλές πτυχές της καθημερινότητάς του. Αυτό που τη θυμώνει ιδιαίτερα είναι η ρομαντικοποίηση της ψυχικής ασθένειας. «Δεν είναι και πολύ καυλωτική η κατάθλιψη, δεν είναι φετίχ και δεν είναι κάτι το οποίο επιλέγεις να έχεις για να αρέσεις σε κάποιον», λέει. «Δεν είμαι “τρελιάρα” και “ενδιαφέρουσα” επειδή έχω κατάθλιψη.»
Ρ.
Η Ρ. είναι 21 χρονών και σπουδάζει δημοσιογραφία στο ΑΠΘ. Γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιά, κουβαλά εκείνη τη γνώριμη αντίφαση πολλών παιδιών της πόλης: να θέλεις να φύγεις παντού και ταυτόχρονα να σε κρατά κάτι βαθιά δεμένο με το σπίτι σου. Ζει ακόμη με τους γονείς της, σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη υπήρχε πάντα, αλλά πολλές φορές εκφραζόταν μέσα από ένταση και υπερπροστασία.
Μεγαλώνοντας ως η μεγάλη αδελφή της οικογένειας, συνήθισε να κρατά τα πάντα υπό έλεγχο χωρίς να ζητά στήριξη. Είχε μάθει να απαιτεί πολλά από τον εαυτό της και να φοβάται το λάθος, σαν να όφειλε διαρκώς να δείχνει αντοχή. «Δεν είχα αντιληφθεί πόσο άγχος είχα μέσα μου», παραδέχεται σήμερα. «Για χρόνια πίστευα πως αυτό ήταν φυσιολογικό για όλους».
Δύο ξαφνικές απώλειες στην οικογένειά της στάθηκαν καθοριστικές για την ψυχική της υγεία, φέρνοντας την αντιμέτωπη με την συναισθηματική πίεση που ήδη βίωνε.
Μέσα στους μήνες που ακολούθησαν, η καθημερινότητά της άρχισε να μικραίνει. Η Ρ. βίωνε πλέον συχνές κρίσεις πανικού, χωρίς να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς της συνέβαινε. Μέχρι τότε, είχε ήδη πάρει κρυφά τηλέφωνο γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης, όμως ακόμη αρνιόταν να παραδεχτεί ότι χρειαζόταν μεγαλύτερη βοήθεια.
Έπειτα από παράκληση των γονιών της, επισκέφθηκε μια ψυχίατρο. Η ίδια, όμως, πήγε με δυσπιστία. Ντρεπόταν να μιλήσει ανοιχτά για όσα της συνέβαιναν και δεν πίστευε ότι κάποιος θα μπορούσε να τη βοηθήσει πραγματικά. «Τον πρώτο μήνα δεν ήθελα να τη βλέπω μπροστά μου. Έλεγα ότι δεν το χρειάζομαι όλο αυτό».
Τρεις συνεδρίες αργότερα ήρθε η διάγνωση: γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, διαταραχή προσαρμογής και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Η αποδοχή της, ωστόσο, δεν ήταν εύκολη. Για περίπου έναν μήνα δεν ακολουθούσε σωστά τη θεραπεία. Απέφευγε να πάρει τα χάπια της, και στις συνεδρίες έλεγε ψέματα στην ψυχίατρο σχετικά με την πρόοδό της, με σκοπό να αποδεσμευτεί απο τις συνεχείς επισκέψεις.

Εκείνη την περίοδο, εξαρτιόταν από τους γονείς της για πράγματα που πρίν έμοιαζαν αυτονόητα. «Ένιωθα ότι είχα γίνει δέκα χρονών», λέει. «Δεν άφηνα τη μάνα μου να πάει στη δουλειά γιατί φοβόμουν να μείνω μόνη». Θυμάται τη μητέρα της να τη βοηθά να κάνει μπάνιο, να της λούζει τα μαλλιά και να προσπαθεί να την ηρεμήσει ενώ εκείνη έκλαιγε.
Σήμερα, επτά μήνες μετά, μιλά ανοιχτά για το πόσο δύσκολο ήταν να αποδεχτεί ότι χρειαζόταν βοήθεια. Μέσα από όλο αυτό, όμως, κατάλαβε κάτι που δεν είχε μάθει ποτέ πριν. Πως η δύναμη δεν είναι να τα κάνεις όλα μόνος σου. Είναι να ζητάς βοήθεια όταν φοβάσαι και να αποδέχεσαι ότι δεν μπορείς να κρατάς στις πλάτες σου τους πάντες. Η γενιά της, πιστεύει, έχει μάθει να επιβιώνει εξαντλημένη. Να κυνηγά συνεχώς κάτι, χωρίς χρόνο να σταματήσει και να καταλάβει τι πραγματικά νιώθει. «Έχουμε τόσες απαιτήσεις πάνω μας που σήμερα μια ολόκληρη γενιά νοσεί».
Όταν η Ρ. ονειρεύεται το μέλλον, δεν αναφέρεται σε τίτλους ή μεγάλους στόχους. Μιλά για ταξίδια, ανθρώπους και εμπειρίες. «Θέλω να έχω ένα γεμάτο βιβλίο», λέει. «Να μπορώ να γυρίζω πίσω τις σελίδες του και να σκέφτομαι ότι έζησα πραγματικά. Ότι δεν φοβήθηκα να ζήσω».
Ά.
Ο Ά. είναι από τους ανθρώπους που δύσκολα μένουν ακίνητοι. Ανάμεσα σε skate parks, μουσικά στούντιο και σκίτσα, προσπαθεί να δίνει διέξοδο σε μια ενέργεια που περισσεύει. Είναι 20 χρονών, και σπουδάζει κομμωτική στη Θεσσαλονίκη. Όταν όμως προσπαθεί να περιγράψει τον εαυτό του, δεν ξεκινά από τα χόμπι ή τις σπουδές του. Ξεκινά από το μυαλό του.
«Ξεκινάω με μπέρδεμα. Έχω τόσες σκέψεις, άπειρες, δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω».

Η πρώτη του επίσκεψη σε ψυχίατρο έγινε όταν ήταν μόλις 13 ετών. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην καθημερινότητά του οδήγησαν τους γονείς του να αναζητήσουν απαντήσεις και τότε ήρθε η διάγνωση της ΔΕΠΥ. Δύο χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια μιας επανεκτίμησης, διαγνώστηκε και με κυκλοθυμική διαταραχή. Παρότι του χορηγήθηκε αγωγή, δεν την ξεκίνησε ποτέ. «Η μητέρα μου ήταν κατά των χαπιών. Πίστευε ότι θα μου κάνουν κακό», θυμάται.
Σήμερα πιστεύει πως η στάση των γονιών του απέναντι στην αγωγή τού δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερη περιέργεια για τα χάπια. Έτσι, στα 14 του, άρχισε να κλέβει Xanax μαζί με έναν φίλο του από το φαρμακείο της μητέρας του.
«Μάλλον το έκανα από αντίδραση», λέει. «Ήθελα να δω μόνος μου τι είναι αυτά τα χάπια που όλοι φοβόντουσαν τόσο».
Τα έβλεπε σαν παιχνίδι, σαν κάτι ακίνδυνο που έφερνε στιγμιαία χαλάρωση και έκανε το μυαλό του να σωπαίνει για λίγο. Η αίσθηση του κινδύνου ήταν μακρινή για εκείνον, μέχρι τη μέρα που πήρε πέντε χάπια μαζί.
«Κοιμόμουν δύο μέρες συνεχόμενα. Οι γονείς μου με πήγαν στο νοσοκομείο γιατί νόμιζαν ότι είχα πεθάνει». Το αφηγείται σχεδόν ψύχραιμα, όμως παραδέχεται ότι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβε πως αυτά τα χάπια δεν ήταν κάτι αθώο.
Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία αυτή δεν τον κράτησε για πάντα μακριά από τα Xanax. Χρόνια αργότερα, όταν είχε ήδη μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη, βρήκε ξανά χάπια μέσω γνωστού του και άρχισε να κάνει χρήση για περίπου δύο μήνες. Όταν περιγράφει εκείνη την περίοδο, αποφεύγει κάθε ίχνος ωραιοποίησης. «Νιώθεις ότι αιωρείσαι. Δεν σε νοιάζει τίποτα. Δεν καταλαβαίνεις τον χρόνο. Είναι σαν να σβήνονται οι μέρες». Θυμάται ότι η χαλάρωση που ένιωθε εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σχεδόν ανακουφιστική, όμως το τίμημα ερχόταν αργότερα, όταν συνειδητοποιούσε ότι δεν θυμόταν τι είχε κάνει, πού είχε βρεθεί ή πώς είχαν περάσει οι προηγούμενες ώρες.

Σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα Xanax με μεγάλη επιφύλαξη. Παρότι του έχουν συνταγογραφηθεί για τις κρίσεις άγχους, προτιμά να τα αποφεύγει όσο μπορεί. «Δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου με αυτά», λέει, εξηγώντας πως γνωρίζει πλέον πόσο εύκολα μπορεί να περάσει κανείς από τη χρήση στην εξάρτηση. Για τον ίδιο, η αγωγή μπορεί να λειτουργήσει ως βοήθημα, όχι όμως ως λύση από μόνη της. «Τα χάπια δεν θα σε κάνουν αυτόν που θέλεις να είσαι», λέει. «Απλώς σου δίνουν ένα πάτημα για να αρχίσεις να βρίσκεις τον δρόμο σου απο την αρχή».



