
23/07/1996. Η ημέρα που γράφεται το πρώτο παραμύθι χωρίς χαρούμενο τέλος. Η λαμπερή ηρωίδα του χάνει τη μάχη με τον εχθρό, αφού όμως πρώτα κέρδισε θριαμβευτικά πολλές μεγάλες μάχες. Έγινε η λατρεμένη του κοινού, έγινε θρύλος, κατέκτησε την καταξίωση, την επιτυχία, τη διαχρονικότητα.
30 χρόνια μετά. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη εξακολουθεί να μας απασχολεί, να μας αφορά, να μας χαμογελά μέσα από τις ταινίες της, να μας κάνει να ελπίζουμε.
Ο Μάκης Δελαπόρτας ευλογήθηκε να ζήσει κοντά στην Αλίκη για πολλά χρόνια. Ομολογώ πως του τηλεφώνησα με μια ενοχή, μιας και ήθελα εδώ και καιρό να του ζητήσω μια μεγάλη συνέντευξη για το σπουδαίο έργο που έχει προσφέρει στον πολιτισμό μας. Του τηλεφώνησα όμως θέλοντας αντί ενός ακόμη αφιερώματος να τον ρωτήσω κάποια πράγματα, που τουλάχιστον εγώ προσωπικά δεν ήξερα.

Του Χρήστου Σατανίδη
ΧΣ: Κύριε Δελαπόρτα, αρχικά να σας ευχαριστήσω για την αποδοχή της πρόσκλησης μου. Θέλω να σας ομολογήσω πως αυτή η πρόσκληση έκρυβε και μια ενοχή. Αφενός είστε ένας άνθρωπος όπου έχετε πίσω σας μια τεράστια προσφορά στον πολιτισμό μας, αφετέρου είστε και ο άνθρωπος που θα σκεφτούμε πρώτο, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι για την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Σας ενοχλεί αυτό;
ΜΔ: Είναι γνωστό το πως ξεκίνησα δίπλα στην Αλίκη, το ότι έπαιξα μαζί της 17 χρονών στο «Cabaret» και πως στα χρόνια που ακολούθησαν γίναμε φίλοι ζωής, φίλοι καρδιάς. Αν και υπήρχε διαφορά ηλικίας, για την Αλίκη δεν υπήρχε ηλικία. Πέρα από φίλοι γίναμε και συνεργάτες. Υπήρξε η έμπνευση μου στο να βγάλω τους δίσκους με τα τραγούδια της και βέβαια σε εκείνη χρωστάω το ότι είχε πρώτη την ιδέα να φτιάξω ένα βιβλίο – λεύκωμα για την ίδια κι έτσι να ακολουθήσω μια άλλου είδους πορεία στο χώρο, φτάνοντας σήμερα στο 60ο βιβλίο μου, που είναι και πάλι αφιερωμένο σε εκείνη. Επιμελούμαι το λεύκωμα για τα 30 χρόνια από το θάνατο της Αλίκης, με αδημοσίευτες φωτογραφίες από τον προσωπικό της φωτογράφο, τον Κλεισθένη. Πιστεύω πως θα αρέσει πολύ στον κόσμο μιας και φωτογραφικά, περιλαμβάνει τα άπαντα της. Έχοντας γράψει τόσα βιβλία για τόσο σπουδαίες προσωπικότητες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπου κι αν βρεθώ καλεσμένος για μια συνέντευξη, η κουβέντα θα έρθει και θα περιστραφεί γύρω από την Αλίκη. Αυτό κάποτε με ενοχλούσε διότι έλεγα «Μα τίποτα άλλο δεν έχω κάνει πέρα από την Αλίκη»; Πλέον έπαψε να με ενοχλεί διότι κατάλαβα με την πάροδο των χρόνων, πως αν σήμερα ζούσε θα ένιωθε δικαιωμένη και δε θα είχε το παράπονο με το οποίο και έφυγε. Πως δηλαδή δεν την αναγνώρισαν κάποιοι, ως σπουδαία ηθοποιό.
ΧΣ: Εσείς περιμένατε 30 χρόνια μετά πως όλοι εμείς, κοινό και δημοσιογράφοι, θα εξακολουθούσαμε να θέλουμε να μαθαίνουμε πράγματα για την Αλίκη;
ΜΔ: Νομίζω πως είναι κάτι μεταφυσικό αυτό που συμβαίνει με την Αλίκη, με την αύρα, την ενέργεια, με ότι άφησε πίσω της. Τώρα καταλαβαίνω κι εγώ τη σημαντικότητα αυτής της γυναίκας, διότι όταν ζεις ή συνεργάζεσαι με έναν άνθρωπο μπορεί να μην αντιλαμβάνεσαι κάποια πράγματα. Προφανώς και όταν δούλευα μαζί της ήξερα πως ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η εθνική σταρ, η δημοφιλής, όμως για μένα ήταν η δική μου Αλίκη. Ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου που έφυγε και 30 χρόνια μετά δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τίποτα.

ΧΣ: Έχει ειπωθεί ότι η ίδια φοβόταν πως αν γερνούσε και πέθαινε σε μεγάλη ηλικία, ο θάνατος της θα γινόταν μονόστηλο στις εφημερίδες. Πίστευε ειλικρινά πως μεγαλώνοντας θα σταματούσε αυτή η λατρεία και η αποδοχή από τον κόσμο;
ΜΔ: Κάθε καλλιτέχνης έχει αυτή τη φοβία στο μυαλό του, πως κάποια στιγμή δε θα ενδιαφέρει το κοινό. Φυσικά η Αλίκη ήταν γεννημένη για τη σκηνή και πιστεύω πως αν ακόμη ζούσε, θα εξακολουθούσε να έπαιζε, να ήταν λαμπερή και δε θα μπορούσε να μπει στο περιθώριο. Όμως το πλήρωμα του χρόνου έδωσε την απάντηση ακόμη και στους επικριτές της. 30 χρόνια μετά, είναι παρούσα, είναι ροδαλή ακόμη στις οθόνες. Αυτό και μόνο κάνει και τα πολύ μικρά παιδιά να την θαυμάζουν και να την αγαπούν. Αυτό που συμβαίνει με την Αλίκη πιστεύω πως δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε με λόγια.
ΧΣ: Δικά της λόγια. «Όταν πεθάνω θα ειπωθούν για μένα τα πιο σοβαρά και ουσιαστικά πράγματα». Αυτό είχε να κάνει με την αξία της ως ηθοποιό.;
ΜΔ: Νομίζω πως περίμενε αυτήν την αναγνώριση και πως θα την αποδοθούν τα δέοντα. Αυτό όμως που εγώ μπορώ να πω ως απολογισμό, είναι πως η Αλίκη άφησε πίσω της ένα χαμόγελο, μια αισιοδοξία, τη χαρά της ζωής. Φεύγοντας μας κλόνισε, ειδικά εμάς που ζούσαμε κοντά της. Ήταν ένα πραγματικό σοκ για όλη την Ελλάδα, πως έφευγε η Αλίκη όμορφη, αστραφτερή, γεμάτη ενέργεια και με τη χαρά της ζωής ζωγραφισμένη πάντα στο πρόσωπο της. Πιστεύαμε όλοι πως ακόμη και στην ηλικία της μπορούσαμε να είμαστε δραστήριοι, επιθυμητοί, ερωτικοί, ενεργοί. Αυτό μας τάραξε. Πως μπορεί η Αλίκη να πεθάνει.
ΧΣ: Ίσως το πρώτο παραμύθι με κακό τέλος. Ειδικά για εμάς που ήμασταν μικρά παιδιά και την αγαπούσαμε. Πάντα με εντυπωσιάζει το απόσπασμα από την τελευταία της παράσταση και το πόσο έκλαιγαν τα παιδιά του θιάσου.
ΜΔ: Ναι, γιατί για αυτά τα παιδιά η Αλίκη ήταν η καλή τους νεράιδα. Ήταν πολλά πράγματα μαζί για αυτά τα παιδιά από το θίασο της «Μελωδίας της ευτυχίας». Το έζησα πολύ έντονα αυτό το διάστημα και πάντα πληγώνομαι όταν το θυμάμαι. Ήταν η περίοδος που ήμασταν διαρκώς μαζί, ετοιμάζαμε το δίσκο με τα τραγούδια της παράστασης, το βιβλίο της.
ΧΣ: Να περάσουμε στο κεφάλαιο του κινηματογράφου. Ποια είναι η στιγμή που η Αλίκη συνειδητοποιεί πως όχι απλά έχει περάσει στην πρώτη γραμμή, αλλά είναι μια κατηγορία μόνη της;
ΜΔ: Αρχικά ξέρουμε πως με τις πρώτες της ταινίες είχε απογοητευτεί. Δεν της άρεσε το σινεμά, το πρόσωπο της, δεν της άρεσε τίποτα. Από το σημείο που άρχισε να βρίσκει έναν άλλο τύπο, αυτόν της χαριτωμένης ενζενί, της τσαχπίνας, δημιουργείτε ο τύπος της Αλίκης που ξέρουμε. Ορόσημο για την καριέρα της ήταν ο ρόλος και η μεγάλη επιτυχία στο θέατρο με το «Ωραία μου κυρία». Την εμπιστεύεται ο Μουσούρης, η ίδια είναι εξαιρετική και τότε ξεκινούν να μιλάνε στο χώρο για εκείνη με πιο κολακευτικά λόγια. Αρχίζουν να ερευνούν πως αυτό το κορίτσι με το φεγγοβόλο βλέμμα και το λαμπερό χαμόγελο, φέρνει κάτι διαφορετικό στην τότε γκρίζα ατμόσφαιρα της Ελλάδας. Μετά τον πόλεμο, τον εμφύλιο και όλα τα δεινά, βγαίνει ένα χαμόγελο στον κινηματογράφο και φέρνει τα πάνω κάτω. Από μόνη της έγινε μια κατηγορία μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία.

ΧΣ: Σε σχέση με την κουβέντα που είπε η ίδια, για τα όσα ειπωθούν μετά θάνατον… Δεν είμαι σίγουρος αν αναγνωρίσαμε ποτέ πως αυτό το κορίτσι, με το λαμπερό χαμόγελο ή η γυναίκα που εξέπεμπε τη θηλυκότητα της, έκανε και πολλές μεταμορφώσεις στον κινηματογράφο. Την είδαμε ντυμένη κλόουν, Χίτλερ, να μεταμορφώνεται σε άντρα, να κάνει την κωφάλαλη…
ΜΔ: Η Αλίκη τολμούσε να τσαλακωθεί, ειδικά την εποχή που ο κινηματογράφος ήθελε τις σταρ λαμπερές. Το έκανε και στο θέατρο. Το κοινό όμως δεν την ακολουθούσε πάντα και πληγωνόταν από αυτό, οπότε και έμπαινε στη διαδικασία να ακολουθήσει την πεπατημένη. Ξέροντας όλοι την πορεία της, γνωρίζουμε πως η πρώτη της δουλειά στην Αθήνα ως θιασάρχης με το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», ήταν μια αποτυχία. Και ανεβαίνουν αμέσως τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» κι έσκισε. Το «Ταξίδι» που ήταν μια δραματική ταινία -κι από τις καλύτερες της για μένα- δεν πήγε τόσο καλά εισπρακτικά, γιατί στο τέλος πέθαινε και ο κόσμος δεν το δέχονταν αυτό. Έκανε κι άλλες απόπειρες στο θέατρο και τον κινηματογράφο, όμως θεωρώ πως δεν έχουν καταγραφεί στη συνείδηση του κοινού. Απόπειρες μιας καλής ηθοποιού που ήθελε να παίξει κι άλλου είδους ρόλους. Ας μη ξεχνάμε πως η Αλίκη υπήρξε μία από τις καλύτερες ενζενί του Εθνικού θεάτρου και το ταλέντο δε χάνεται στον ηθοποιό. Μπορεί να μεταμορφωθεί, να μετουσιωθεί, αλλά το ταλέντο υπήρχε έτσι κι αλλιώς στην Αλίκη.
ΧΣ: Δε ξέρω αν της αναγνωρίστηκε ποτέ και μια από τις καλύτερες της ταινίες, το «Η Αλίκη δικτάτωρ», η οποία κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της χούντας.
ΜΔ: Ήταν μια εποχή που πολλές ταινίες και παραστάσεις «κουκουλώθηκαν». Η Αλίκη εν μέσω χούντας, περνούσε μηνύματα ελευθερίας, αντιχουντικά, Να θυμίσουμε την παρουσία του Μάνου Κατράκη να τραγουδά το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Και η ίδια κάνοντας τον δικτάτορα, περνούσε τα μηνύματα που ήθελε. Αυτό που λέγεται είναι πως η ταινία δεν κόπηκε, γιατί ήταν μεγάλη της θαυμάστρια η κόρη του Παπαδόπουλου.
ΧΣ: Ξεκινάει σταδιακά η πτώση του κινηματογράφου. Από το «Ένα αστείο κορίτσι» και έπειτα, αισθάνομαι πως οι ταινίες της δεν εντυπώθηκαν στη συλλογική μας μνήμη. Πως αντιμετώπισε όλη αυτή τη συνθήκη;
ΜΔ: Με βάση τις συζητήσεις που είχαμε κάνει, για την ίδια ο κινηματογράφος τελείωσε με την ταινία «Η Μαρία της σιωπής». Από κει και έπειτα περίμενε πάντα κάποιες προτάσεις νέων κινηματογραφιστών που δεν έγιναν ποτέ, ενώ θα μπορούσε να παίξει πολλά διαφορετικά πράγματα. Δε ξέρω οι κινηματογραφιστές και οι σκηνοθέτες στα χρόνια του 70 και του 80 πως έβλεπαν την Αλίκη. Εξάλλου όπως ήδη είπαμε, η ίδια δεν είχε πρόβλημα να «τσαλακωθεί» και να δοκιμάσει άλλα πράγματα. Σίγουρα καταλάβαινε πως είχε κλείσει ένας κύκλος.
ΧΣ: Έχω παρατηρήσει από συνεντεύξεις της πως είχε πολύ χιούμορ. Αναρωτιέμαι ειλικρινά, τον τίτλο της «Εθνικής σταρ» πως τον εισέπραττε. Τον αποδεχόταν ή μπορεί να έκανε και λίγο πλάκα με αυτόν;
ΜΔ: Με όλα έκανε πλάκα. Όπως είπες είχε πολύ χιούμορ, ένα χιούμορ που δεν είχε καμία. Ήξερε όμως πως ήταν η πιο εμπορική, η πιο αγαπητή. Για αυτό και απαιτούσε να είναι η πιο ακριβοπληρωμένη. Δεν διαπραγματευόταν την αποτυχία, θεωρούσε πως όλα πρέπει να στοχεύουν στην κορυφή. Αυτό είναι κάτι που έμαθα κι εγώ από την Αλίκη για τις δικές μου δουλειές. Όποιος δούλευε μαζί της έπαιρνε στοιχεία από τον τρόπο που δούλευε, που σκέφτονταν.

ΧΣ: Κεφάλαιο μουσική. Σίγουρα η Αλίκη είχε μια αξιοπρεπέστατη φωνή και ερμήνευε πολλές επιτυχίες…
ΜΔ: Να μη ξεχάσουμε πως ο πρώτος χρυσός δίσκος στην Ελλάδα δόθηκε στην Αλίκη.
ΧΣ: Βεβαίως. Με τα 2 τραγούδια του Μάνου Χατζηδάκι από την ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο». Εκτός από τον Χατζηδάκι όμως, η ίδια ερμήνευσε όλους ανεξαιρέτως τους μεγάλους δημιουργούς. Καμία τραγουδίστρια δεν το έκανε αυτό. Η ίδια πως αντιμετώπιζε το κεφάλαιο της μουσικής; Ως συμπληρωματικό για τα έργα της ή την ενδιέφερε περισσότερο;
ΜΔ: Το τραγούδι η Αλίκη το αγαπούσε πολύ και το ξέρω μιας και της έκανα τους περισσότερους δίσκους της. Αυτό το κομμάτι της μουσικής, του τραγουδιού της ήταν εντελώς ψυχοθεραπευτικό. Της έκανε πολύ καλό.
ΧΣ: Τι μουσική αγαπούσε περισσότερο;
ΜΔ: Τη Jazz μουσική πάρα πολύ και είχε μεγάλη αδυναμία στον Χατζηδάκι. Αγαπούσε πολύ να τραγουδάει και ας θυμίσουμε πως στην “Evita” -πέρα από τον τεράστιο αγώνα που έδωσε για να πάρει τα δικαιώματα του έργου- έκανε 3 χρόνια φωνητική, για να επανατοποθετηθεί η φωνή της και να παίξει Rock όπερα.
ΧΣ: Μου είπατε ήδη πως πιστεύετε πως ζούσε σήμερα, θα ήταν ακόμη ενεργή.
ΜΔ: Το πιστεύω απόλυτα αυτό.
ΧΣ: Πως τη φαντάζεστε όμως ως προς το ρεπερτόριο της; Θα μπορούσε να είχε κάνει όσα δεν πρόλαβε και όσα είχε ονειρευτεί ή θα εξακολουθούσαμε να διεκδικούμε να βλέπουμε τη λαμπερή της πλευρά;
ΜΔ: Θα μπορούσε να κάνει δεκάδες πράγματα και ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου που δεν είχε προλάβει να αγγίξει. Είχε ήδη ξεκινήσει με το «Γλυκό πουλί της νιότης» ή με τη «Φιλουμένα», όπου ειδικά με αυτήν την παράσταση της αναγνωρίστηκαν πολλά πράγματα.
ΧΣ: Γνωρίζεται κάποιο ρόλο που δεν πρόλαβε να παίξει και τον ήθελε πολύ;
ΜΔ: Ήθελε πολύ να ανεβάσει το «Sunset Boulevard» και ήταν το επόμενο πλάνο που είχε.
ΧΣ: Η ίδια είχε δηλώσει πως «Έχω σεβασμό απέναντι στην Αλίκη Βουγιουκλάκη». Αγάπη ως προς τον εαυτό της είχε; Πάντα αισθανόμουν πως πίσω από το φωτεινό χαμόγελο, υπήρχε μια μελαγχολία.
ΜΔ: Αυτό συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους που λάμπουν, που είναι φάροι φωτεινοί για τους άλλους. Στην προσωπική τους ζωή είναι λιγάκι μελαγχολικοί, πιο σκεπτόμενοι. Ξέρουν πως «οδηγούν» έναν ολόκληρο κόσμο και το έχουν αυτό οι χαρισματικοί άνθρωποι. Όσο για τον αν αγαπούσε τον εαυτό της. Ναι, τον αγαπούσε!
ΧΣ: Θα κλείσω με μία ερώτηση που δε ξέρω αν μπορεί να απαντηθεί. Αν σήμερα ζούσε, ποια συμβουλή πιστεύτε πως θα μπορούσε να δώσει η Αλίκη των 92 ετών, στην Αλίκη που κάνει τα πρώτα της βήματα στο χώρο;
ΜΔ: Την είχανε ρωτήσει κάτι ανάλογο και είχε απαντήσει πως θα έκανε πάλι τα ίδια. Τα ίδια βήματα, τα ίδια λάθη, πάλι θα ήθελε να είναι ηθοποιός. Και δεν ήταν μια ηθοποιός που μετάνιωσε για κάτι. Ακόμη και τα λάθη της κάπου, κάπως την οδήγησαν.

Το μικρόφωνο κλείνει. Θα μπορούσα να ρωτάω για ώρες πράγματα για την Αλίκη. Θα καταχραστώ για λίγο την ευγένεια του κυρίου Δελαπόρτα, για να ρωτήσω μερικά πράγματα ακόμη. Χωρίς μικρόφωνο. Ζήτησα μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση μαζί του, στην πρώτη ευκαιρία που θα βρεθούμε στην ίδια πόλη. Τον ευχαριστώ θερμά γιατί μας βοήθησε, εδώ στον «Εξώστη» να αποτίσουμε το δικό μας φόρο τιμής, στη γυναίκα που το χαμόγελο της φώτισε πολλές σκοτεινές μας στιγμές.



