Κάθε φορά που ένα ιστορικό κατάστημα κατεβάζει ρολά στη Θεσσαλονίκη, ακολουθεί η ίδια συζήτηση. Νοσταλγία, φωτογραφίες από παλιές εποχές, αναμνήσεις και σχόλια για το πώς αλλάζει η πόλη. Όμως πίσω από κάθε λουκέτο δεν κρύβεται μόνο η αλλαγή των καιρών. Συχνά κρύβεται και κάτι πολύ πιο πεζό – ένα ενοίκιο που έφτασε σε επίπεδα αδύνατα για μια μικρή ή οικογενειακή επιχείρηση.
Η Θεσσαλονίκη αλλάζει και αυτό είναι φυσιολογικό. Οι πόλεις εξελίσσονται, οι γειτονιές μεταμορφώνονται, νέες επιχειρήσεις έρχονται και άλλες φεύγουν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αγορά ακινήτων τρέχει με ταχύτητα Formula 1 και η πραγματική οικονομία με παπάκι. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές ακινήτων και ενοικίων στην πόλη ακολουθούν σταθερά ανοδική πορεία, με τη Θεσσαλονίκη να καταγράφει από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στην Ελλάδα. Η ζήτηση έχει εκτοξευθεί και οι αξίες των ακινήτων έχουν αυξηθεί σημαντικά τόσο στο κέντρο όσο και σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πιο προσιτές.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το μεγάλο ερώτημα: ποια πόλη θέλουμε; Μια πόλη όπου κάθε ιστορικό μαγαζί αντικαθίσταται από ένα ακόμη franchise, ένα ακόμη κατάστημα βραχυχρόνιας λογικής ή μια επιχείρηση που αντέχει μόνο επειδή διαθέτει κεφάλαια πολυεθνικής; Ή μια πόλη που διατηρεί και λίγη από τη μνήμη, τον χαρακτήρα και τη διαφορετικότητά της;
Η Θεσσαλονίκη δεν έγινε αγαπητή επειδή είχε τις πιο ακριβές βιτρίνες. Έγινε αγαπητή γιατί είχε ανθρώπους που άνοιγαν μαγαζιά για δεκαετίες, γιατί υπήρχαν οικογενειακές επιχειρήσεις που περνούσαν από γενιά σε γενιά, γιατί κάθε γειτονιά είχε τα δικά της σημεία αναφοράς.
Όταν ένα κατάστημα λειτουργεί για 30, 40 ή 50 χρόνια και ξαφνικά αναγκάζεται να φύγει επειδή το ενοίκιο διπλασιάστηκε ή τριπλασιάστηκε, δεν μιλάμε απλώς για μια επιχειρηματική απόφαση. Μιλάμε για απώλεια κομματιών της αστικής ιστορίας της πόλης.
Φυσικά, κανείς δεν ζητά από έναν ιδιοκτήτη ακινήτου να μην αξιοποιήσει την περιουσία του. Η αγορά λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες. Όμως όταν η λογική του «όσο πάει» γίνεται κυρίαρχη, τότε αργά ή γρήγορα η ίδια η πόλη πληρώνει το τίμημα. Γιατί μια πόλη χωρίς ιστορικά καταστήματα, χωρίς παλιούς επαγγελματίες και χωρίς τοπικό χαρακτήρα μπορεί να είναι πιο ακριβή. Δύσκολα όμως γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.
Η ανάπτυξη είναι καλοδεχούμενη και οι επενδύσεις επίσης και εννοειται πως τα ανακαινισμένα κτίρια και οι νέες επιχειρήσεις δίνουν ζωή στην αγορά.
Αλλά κάπου ώπα. Γιατί αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε τετραγωνικό μόνο ως αριθμό και κάθε μαγαζί μόνο ως απόδοση επένδυσης, τότε κάποια στιγμή θα κοιτάξουμε γύρω μας και θα αναρωτηθούμε πού πήγε η Θεσσαλονίκη που ξέραμε. Αν δεν το έχουμε αναρωτηθεί ΗΔΗ.



