HomeInterviewsΠοιος είναι ο τύπος που βλέπει τη...

Ποιος είναι ο τύπος που βλέπει τη Θεσσαλονίκη σαν ταινία και μας παίρνει μαζί του;

Συνέντευξη στη Χρύσα Πλιάκου

Motostories – Η Θεσσαλονίκη πάνω σε δύο ρόδες

Ο Μιχάλης Κοτόρνος είναι ο άνθρωπος πίσω από το motostories.gr.

Content creator που βλέπει τη Θεσσαλονίκη πάνω σε δύο ρόδες, αφηγητής δρόμων, νυχτερινών διαδρομών και ιστοριών που γεννιούνται εκεί που η άσφαλτος συναντά το συναίσθημα. Για εκείνον η πόλη είναι πρωταγωνίστρια.

Η Θεσσαλονίκη, όπως τη βλέπει ο Μιχάλης, είναι κυκλοθυμική. Μπορεί να αγκαλιάσει κάθε τύπο ανθρώπου – μέσα από τη μουσική της, την τέχνη της, τα μαγαζιά της, τις παρέες της. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, λέει, θα υπάρχουν πάντα γωνιές – ειδικά στο κέντρο – που θα ανήκουν σε διαφορετικές «πάστες» ανθρώπων.

Για τον ίδιο, η γειτονιά που τον έχει χτίσει περισσότερο δεν είναι απαραίτητα εκεί που μένει, αλλά εκεί που ζει. Η Βαλαωρίτου.

Τα τελευταία πέντε χρόνια οι βασικές του δουλειές βρίσκονται εκεί, και σχεδόν κάθε βράδυ θα τον πετύχεις να περπατά με φίλους και συναδέλφους στα ίδια στενά. Κι όμως, ο δρόμος με το μεγαλύτερο συναισθηματικό βάρος είναι αλλού: στην οδό Κοτυώρων, σε ένα στενό της Καλαμαριάς, εκεί όπου μεγάλωσαν οι γιαγιάδες του και όπου ακόμη τις επισκέπτεται. Κάθε στροφή σε εκείνο το στενό φέρνει μαζί της ιστορίες από μια άλλη εποχή.

Από τότε που άρχισε να βλέπει την πόλη μέσα από τη μηχανή του, η σχέση τους άλλαξε. Οι αποστάσεις εκμηδενίστηκαν. Η Θεσσαλονίκη έγινε γειτονιά του, πιο κοντινή, πιο άμεση – ίσως και πιο βιαστική. Δεν ξέρει αν αυτό είναι καλό ή κακό. Ξέρει όμως πως εδώ έχει ζήσει τις πιο χαρούμενες αλλά και τις πιο σκοτεινές μέρες του. Οι «ιστορίες του δρόμου» γεννήθηκαν από τέτοιες αντιθέσεις· από μέρες που ξεκινούν γλυκά και καταλήγουν εφιάλτης, και από άλλες που κάνουν την αντίστροφη διαδρομή.

Η ιδέα για τα motostories κουβαλά και μια βαριά προσωπική αφετηρία: το σοβαρό ατύχημα του πατέρα του με τη μοτοσυκλέτα, όταν ένα αυτοκίνητο μπήκε παράνομα στο αντίθετο ρεύμα και τον χτύπησε. Οι πρώτες μέρες ήταν κρίσιμες. Οι γιατροί δεν έδιναν πολλές πιθανότητες. Από τότε ο Μιχάλης αφηγείται ιστορίες όχι ως ειδήμονας, αλλά ως παρατηρητής – για να θυμίζει πόσο ξαφνικά μπορεί να αλλάξουν όλα.

Οι ιστορίες του είναι και εξομολογήσεις και μια προσπάθεια να δώσει φωνή στους δρόμους της πόλης. Μέσα από τα story time παραδέχεται λάθη, μιλά για τη ζωή στις μεγαλουπόλεις, καταγράφει απόψεις και στιγμές. Είναι ένα πρότζεκτ χωρίς ημερομηνία λήξης, γιατί είναι κομμάτι της ζωής του. Υπάρχουν πράγματα που ακόμη διστάζει να μοιραστεί – όπως η πλήρης αφήγηση του ατυχήματος του πατέρα του, όσο εκκρεμεί το δικαστήριο.

Το να εκτίθεται τόσο προσωπικά είναι κάτι καινούργιο, αλλά το βλέπει ρομαντικά: σαν μια ευκαιρία ταύτισης. Αν η μηχανή του μπορούσε να μιλήσει, λέει, στην αρχή θα τον έβριζε· τώρα όμως μάλλον τον έχει συγχωρέσει. Τη φοβάται κάθε φορά που ανεβαίνει πάνω της – κι αυτός ο φόβος είναι όμορφος, γιατί σημαίνει ότι έχει πράγματα και ανθρώπους να χάσει. Η πρώτη του νυχτερινή διαδρομή, με τα φωτισμένα κάστρα και την Αγγελάκη μπροστά του, του έδωσε την αίσθηση ότι παίζει σε ταινία. Και αν είχε ένα μήνυμα για τους νέους της Θεσσαλονίκης, θα ήταν δανεισμένο από τον Αγγελάκα: «Σιγά μη φοβηθώ, σιγά μη κλάψω». Μια φλόγα για να συνεχίσεις. Να ζεις. Να δημιουργείς.

Related stories