Για τον Δημήτρη Μπάση δε χρειάζεται να σκεφτώ κανέναν ευφάνταστο πρόλογο. Θα γράψω όσα ακριβώς αισθάνομαι. Θεωρώ πως είναι ένας από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές που έχουν περάσει ποτέ από την ελληνική δισκογραφία. Μας έχει χαρίσει εκπληκτικές ερμηνείες, τόσο σε τραγούδια του εξαιρετικού προσωπικού ρεπερτορίου του όσο και σε επανεκτελέσεις κλασσικών και υψηλών απαιτήσεων τραγουδιών. Θαυμάζω τις καλλιτεχνικές του επιλογές, όπως και το τι εκπέμπει ως άνθρωπος. Σεμνότητα, ταπεινότητα, αξιοπρέπεια. Ένας ερμηνευτής με μια εξαίσια πορεία που δε χρειάστηκε ποτέ να βγει και να προβάλει ένα «Εγώ», παρά μόνο όλα όσα έχουν πραγματική αξία για έναν σημαντικό καλλιτέχνη.

Αφορμή για τη συζήτηση μας, η συναυλία «Τρεις Ποιητές – Αγωνιστές της Ελευθερίας μέσα από τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη», που θα πραγματοποιηθεί στις 29/10, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Η συζήτηση μας γίνεται στον ενικό μετά από επιθυμία του Δημήτρη Μπάση.
Του Χρήστου Σατανίδη.
ΧΣ: Δημήτρη, αρχικά να σε καλωσορίσω στον «Εξώστη».
ΔΜ: Καλώς σας βρίσκω, έστω και από μακριά.
ΧΣ: Από μακριά αναγκαστικά αλλά να σου πω πως σου μιλάω από ένα χωριό δίπλα από το δικό σου, το Χέρσο.
ΔΜ: Είμαι όντως από το Χέρσο, το ωραιότερο μέρος του κόσμου όπως λέω πάνω στην πλάκα. Μπορεί να μην έχει την ομορφιά που θα βρεις σε ένα πχ παραλιακό μέρος αλλά είναι ο τόπος καταγωγής μου και το αγαπώ πολύ.
ΧΣ: Ως νέος κάτοικος εδώ να προσθέσω στην ομορφιά που λες και τη ζεστασιά των ανθρώπων.
ΔΜ: Βεβαίως. Είναι πολύ ζεστοί και φιλόξενοι οι άνθρωποι εκεί. Όχι μόνο στο χωριό μου ή στην περιοχή του Κιλκίς αλλά σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Είπα σε μια άλλη συνέντευξη και παρερμηνεύτηκε, πως θα ήθελα να γυρίσω στο χωριό μου μόνιμα. Δεν είναι κάτι που σκοπεύω να κάνω άμεσα αλλά ναι, θα το ήθελα.
ΧΣ: Ευτυχώς για εμάς που σε θαυμάζουμε, έχουμε τη δυνατότητα να σε βλέπουμε συχνά στη Θεσσαλονίκη τουλάχιστον. Να ξεκινήσουμε από τη συναυλία που είναι και η αφορμή να συνομιλήσουμε και να ανοίξω το πρώτο κεφάλαιο. Μίκης Θεοδωράκης.
ΔΜ: Αρχικά να σου πω πως τη συνεργασία μου με τον Μίκη Θεοδωράκη τη θεωρώ σταθμό στην καριέρα μου. Τον γνώρισα το 1999 κι έκανα μαζί του δύο δίσκους που επιμελήθηκε ο ίδιος προσωπικά. Ο πρώτος δίσκος ήταν επανεκτέλεση ενός εκ των κορυφαίων έργων του, το «Τραγούδι του Νεκρού Αδερφού». Ο ίδιος έλεγε πως ήταν από τα πιο αγαπημένα του έργα και μου έδωσε την ευκαιρία να είμαι ο δεύτερος εκτελεστής του, μετά τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Είχε κυκλοφορήσει το 2001 αυτός ο δίσκος, 40 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία. Αυτό έγινε διότι τότε είχαν λογοκρίνει κάποια τραγούδια και ήθελε να κυκλοφορήσει το έργο του ολοκληρωμένο. Καταλαβαίνεις πόσο μεγάλη τιμή για μένα ήταν να με επιλέξει για ερμηνευτή του. Έκανα συναυλίες υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη. Είχα μια όμορφη σχέση μαζί του, κάναμε παρέα, ζητούσα την άποψη του. Θα σου πω επίσης πως όταν θα έκανα μια περιοδεία στο εξωτερικό και θα ερμήνευα τραγούδια του, πάντα είχε ενδιαφέρον για το πως είναι οι άνθρωποι στο εξωτερικό ή αν τον ακούνε ακόμη. Έχω δηλώσει στρατιώτης του έργο του και πως θα τα μεταλαμπαδεύω και στις επόμενες γενιές, για όσα χρόνια θα τραγουδάω. Νιώθω ευλογημένος που μπορώ σήμερα να μιλάω είτε δημόσια είτε στα παιδιά μου για αυτόν τον ογκόλιθο που έζησα από κοντά.
ΧΣ: Ήσουν πολύ νέος όταν τον γνώρισες. Και ηλικιακά αλλά και με μόλις 2 χρόνια προσωπικής σου δισκογραφίας. Τι σου δίδαξε ο Μίκης Θεοδωράκης;
ΔΜ: Μου δίδαξε το να είμαι ο εαυτός μου. Είχαμε κάνει κι έναν δεύτερο δίσκο με επανεκτελέσεις ερωτικών τραγουδιών του. Είχα το δέος πως έπρεπε να αναμετρηθώ με τις πρώτες εκτελέσεις και καταλάβαινε το άγχος που είχα. Μου έλεγε «Απελευθερώσου. Ξέρω ποιος είσαι. Τραγούδα εσύ και εγώ θα πάρω από την ψυχή σου τα καλύτερα κομμάτια».
ΧΣ: Ποια θεωρείς πως ήταν αυτά, τα καλύτερα κομμάτια της ψυχής σου που τελικά επέλεξε να κρατήσει;
ΔΜ: Αυτό το ήξερε ο ίδιος και μόνο. Σίγουρα έδωσα ότι καλύτερο μπορούσα την ώρα που ερμήνευα. Θα πρέπει όμως να σου πω πως πολύ σύντομα δημιουργήθηκε μια οικειότητα μεταξύ μας και με τη βοήθεια του ίδιου, γρήγορα ξεπέρασα το άγχος του ότι έχω απέναντι μου ένα ζωντανό μνημείο του ελληνικού πολιτισμού.
ΧΣ: Είχε κάνει μία ακόμη αναφορά για σένα. «Στον Δημήτρη Μπάση βρήκα τον ολοκληρωμένο, γνήσιο λαϊκό τραγουδιστή, με τη σεμνότητα που έχουν οι λαϊκοί».
ΔΜ: Είχε μια αγάπη για τους λαϊκούς τραγουδιστές ο Θεοδωράκης. Δεν ήταν τυχαίο πως επέλεξε τον Μπιθικώτση να ερμηνεύσει ένα από τα σπουδαιότερα έργα του. Τον πήρε από τα μπουζούκια της εποχής του και τον έβαλε στο Ηρώδειο. Επέλεξε την Πόλυ Πάνου να ερμηνεύσει τη «Φαίδρα». Το μουσικό εύρος του ήταν τεράστιο και ήξερε ποιος και γιατί θα ερμήνευε το έργο του. Ας μη ξεχνάμε πως ο ίδιος έλεγε πόσο θαύμαζε αλλά και πως επηρεάστηκε από τον Βασίλη Τσιτσάνη.
ΧΣ: Τόσο από την εμπειρία σου, όσο κι από τις συζητήσεις με τον ίδιο, συμφωνείς με τη φράση του για τη «σεμνότητα των λαϊκών»;
ΔΜ: Προσωπικά δε θεωρώ πως ένας λαϊκός τραγουδιστής σημαίνει αυτόματα και σεμνός, διότι έχουμε δει και το εντελώς αντίθετο πολλές φορές. Ο ίδιος θεωρούσε τους λαϊκούς τραγουδιστές της εποχής εκείνης πιο απλούς, πιο ταπεινούς.
ΧΣ: Έχω την αίσθηση πως μέχρι και τα τελευταία χρόνια που ήταν ενεργός καλλιτεχνικά, προτιμούσε τους ανθρώπους που έχετε αυτήν τη σεμνότητα. Έχω στο μυαλό μου τόσο εσένα, όσο και τη Γλυκερία. Είστε άνθρωποι με τεράστιο ταλέντο και δε σας άκουσα ποτέ να «φωνάζετε» για τα επιτεύγματα σας ή να προτάσσετε ένα «Εγώ που έκανα αυτό, Εγώ που έκανα εκείνο».
ΔΜ: Σε ευχαριστώ πολύ. Έχω δει να συμβαίνει αυτό που λες αλλά έχω δει και την αντίθετη πλευρά του νομίσματος. Θεωρώ πως όλα είναι θέμα χαρακτήρα αλλά και συγκυριών. Ως παιδί που ζούσα στο χωριό δεν είχα τη δυνατότητα να έχω πολλά ερεθίσματα καλλιτεχνικά και να καλλιεργηθώ. Ανακάλυψα τον κόσμο μόνος μου και εκτίμησα το δώρο που μου έδωσε η ζωή, δηλαδή το να με προσέξουν ο Θεοδωράκης, ο Νικολόπουλος, ο Κραουνάκης και να έχω κάνει μέχρι σήμερα αυτή τη διαδρομή. Το αν είμαι σεμνός ή ταπεινός -δε θέλω να μιλάω για τον εαυτό μου- δεν έχει να κάνει με το αν είμαι λαϊκός τραγουδιστής, αλλά με το πως μεγάλωσα. Μεγάλωσα εκτιμώντας τα δώρα της ζωής, με το να γυρίζω στο παρελθόν και να κάνω την αυτοκριτική μου, να θυμάμαι πάντα από που ξεκίνησα και να σκέφτομαι πάντα πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όσο για το «Εγώ» που ανέφερες… Καλύτερα να κάνεις «θόρυβο» με τη δουλειά σου και όχι με άλλα πράγματα.
ΧΣ: Παραμένω στην επερχόμενη συναυλία και θέλω να περάσουμε στο κομμάτι των ποιητών. Ρίτσος, Λειβαδίτης, Αναγνωστάκης. Τρεις ποιητές – αγωνιστές της Ελευθερίας. Ας μου επιτραπεί να πω πως «Δυστυχώς» το έργο αυτών των μεγάλων ποιητών παραμένει επίκαιρο, σε μια εποχή που η «Ελευθερία» κάθε είδους, απειλείται επικίνδυνα.
ΔΜ: Αυτοί οι μεγάλοι ποιητές αγωνίστηκαν για κάποιες μεγάλες ιδέες και για την «Ελευθερία». Είναι πράγματι επίκαιρο το έργο τους αλλά είναι και ένα ηχηρό μήνυμα. Πως πρέπει δηλαδή, πάντα να αγωνιζόμαστε για την «Ελευθερία», να μη ξεχνάμε πως πάντα ήταν υπό δοκιμασία και πάντα κάναμε αγώνες για την κατάκτηση της.
ΧΣ: Κεφάλαιο «Δημήτρης Μπάσης». Είμαστε λίγους μήνες πριν συμπληρώσεις τα 30 χρόνια της προσωπικής σου δισκογραφίας.
ΔΜ: Είναι πολλά τα χρόνια και χαίρομαι που «Είμαστε ακόμα ζωντανοί». Σκέφτομαι πολύ έντονα από πέρσι πως πλησιάζουν τα 30 χρόνια. Ακούγονται πολλά αλλά αισθάνομαι πως ξεκίνησα χθες. Ίσως με επηρεάζει το ότι μπήκα αρκετά μικρός στο χώρο και νέος έκανα τις πρώτες επιτυχίες. Συγνώμη που θα το πω έτσι, αλλά νιώθω πως έχω πολύ δρόμο ακόμη να διανύσω.
ΧΣ: Αφενός τυχερός διότι ξεχώρισες από το πρώτο σου βήμα. Αφετέρου πρόλαβες για λίγα χρόνια την δισκογραφία, όπως τουλάχιστον οι παλαιότεροι μάθαμε και αγαπήσαμε.
ΔΜ: Πράγματι κάποτε η κυκλοφορία ενός νέου δίσκου ήταν πολιτιστικό γεγονός. Παρουσιάζονταν ως κάτι σημαντικό. Υπήρχε ελεύθερη ραδιοφωνία, υπήρχαν πωλήσεις του φυσικού δίσκου. Ευτύχησα να την προλάβω και να τη ζήσω αυτήν την εποχή. Υπήρχε στρατηγική και ένα όραμα. Τη νοσταλγώ αυτήν την εποχή.
ΧΣ: Το γεγονός πως έζησες για μικρό διάστημα αυτά τα χρόνια που περιγράφεις, σε έκανε ποτέ να αισθανθείς άτυχος ή ίσως αδικημένος;
ΔΜ: Αρχικά δεν έζησα την πραγματικά χρυσή εποχή της δισκογραφίας, όταν ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Ξαρχάκος δίνανε τα μεγάλα τους έργα. Από την άλλη πρόλαβα την τελευταία καλή δεκαετία της δισκογραφίας, πριν αυτή καταρρεύσει από την οικονομική κρίση. Έχοντας 13 προσωπικούς δίσκους δε θα με χαρακτήριζα «αδικημένο», σε σχέση με τη σημερινή γενιά. Νιώθω λοιπόν ευλογημένος για όσα έζησα και πολύ τυχερός.
ΧΣ: Ήσουν τυχερός και στα πολύ πρώτα σου βήματα στο χώρο. Ως κυνηγός νέων ταλέντων σε ανακαλύπτει ο Σταμάτης Κραουνάκης, σε προτείνει στην Άλκηστις Πρωτοψάλτη, γίνεσαι μέλος μιας καλλιτεχνικής ομάδας που έγραψε ιστορία. Σήμερα, που ο Δημήτρης Μπάσης είναι πια ένας σπουδαίος και καταξιωμένος καλλιτέχνης και με δεδομένη την κατάσταση της δισκογραφίας και των πολύ περιορισμένων ζωντανών εμφανίσεων, τι βοήθεια θα μπορούσε να δώσει σε έναν νέο ταλαντούχο τραγουδιστή;
ΔΜ: Η μόνη βοήθεια που μπορεί πια να δώσει ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης, είναι να πάρει το νέο άνθρωπο μαζί του και να του δώσει χώρο στα live του. Το κάνω αυτό και το θεωρώ χρέος μου να το κάνω. Αυτό έκαναν και σε μένα κάποιοι τραγουδιστές στα πρώτα μου βήματα. Ο σπουδαίος Δημήτρης Μητροπάνος -που είναι ένα ακόμη μεγάλο κεφάλαιο στην καριέρα μου- ήταν πολύ γενναιόδωρος μαζί μου. Αν υπάρχει κάπου ένα ταλέντο έχουμε χρέος να το συστήσουμε στον κόσμο. Κερδισμένος θα βγει ο φτασμένος καλλιτέχνης που θα βοηθήσει τον νεότερο, διότι θα πάρει τα εύσημα από την κοινή γνώμη. Θα ακούσει το «Μπράβο» που σύστησε τον νέο ταλαντούχο άνθρωπο. Χρήστο δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ πως κάποτε και εμείς κυνηγούσαμε το όνειρο μας. Δε μπορώ να ξεχάσω πως μόλις είχα βγάλει τον πρώτο μου δίσκο, επέμενε ο Χρήστος Νικολόπουλος να πω εγώ το τραγούδι από τους «Ψίθυρους καρδιάς», όταν τον πίεζαν να το πει κάποιο άλλο μεγάλο όνομα. Όταν δέχτηκα τόση βοήθεια από τόσους σπουδαίους καλλιτέχνες στα πρώτα μου βήματα, πως γίνεται να φερθώ εγώ διαφορετικά; Είναι σαν να γυρίζω πλάτη στο κάρμα μου.

ΧΣ: «…κι ας είναι να περάσω 40 κύματα», τραγουδούσες στους «Ψίθυρους καρδιάς». Σήμερα, αναλογιζόμενος την καλλιτεχνική «θάλασσα» που διέσχισες είχε περισσότερα «κύματα» ή νηνεμία;
ΔΜ: Και κύματα είχε και βουτιές είχε και σηκώθηκα να πάρω ανάσες βαθιές να βουτήξω ξανά. Δε μπορώ να είμαι άδικος και να πω πως δυσκολεύτηκα τόσο πολύ σε αυτή τη διαδρομή. Κάνουμε τώρα μια κουβέντα και λέμε πως τα πρώτα μου τραγούδια, μου τα έδωσε ο Νικολόπουλος, πως συνεργάστηκα με τον Θεοδωράκη, τα τελευταία 3 χρόνια κάνω συναυλίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Προφανώς λοιπόν και δεν ήταν όλα πάντα εύκολα. Από την άλλη είχα την εύνοια της τύχης, διαχειρίστηκα σωστά πολλά πράγματα αλλά και ανασφάλειες που είχα και απέφυγα έγκαιρα κάποιες δυσκολίες. Γι’ αυτό και είμαστε σήμερα εδώ και κάνουμε αυτήν την κουβέντα.
ΧΣ: Έχεις δηλώσεις πως απέφυγες και τις κακοτοπιές του χώρου σου. Τι θεωρείς κακοτοπιά;
ΔΜ: Κακοτοπιά είναι οι αυλικοί που υπάρχουν γύρω από ένα προβεβλημένο πρόσωπο, σε συνδυασμό με μία λάμψη που έχει αυτός ο χώρος και δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα. Αυτή η λάμψη θολώνει και δε βλέπεις καθαρά πάντα κάποιους ανθρώπους. Μιλάμε για έναν εξαιρετικά ανταγωνιστικό χώρο και όπου υπάρχει τόσος ανταγωνισμός, δυστυχώς αλλοτριώνει χαρακτήρες και ανθρώπινες σχέσεις. Τέτοιες καταστάσεις έχουμε να διαχειριστούμε και να περάσουμε από συμπληγάδες για να επιβιώσουμε.
ΧΣ: Τις «Σειρήνες» πως τις απέφυγες;
ΔΜ: Με προσγείωσε γρήγορα και απότομα ο Χρήστος Νικολόπουλος. Με βοήθησε να αποφύγω κακοτοπιές και τις «σειρήνες» που λες, διότι μου έλεγε «Μπασάκι, τώρα πρέπει να αποδείξεις πως δεν είσαι ο τραγουδιστής του ενός τραγουδιού». Μου ανέφερε ονόματα τραγουδιστών που έκαναν μια μεγάλη επιτυχία και μετά εξαφανίστηκαν. Πάντα με προσγείωνε λέγοντας μου πως «Αυτό που ζεις τώρα, μπορεί να μην υπάρχει αύριο. Για να συνεχίσει να υπάρχει, χαμηλά τη μπαλίτσα και δουλειά». Δε γινόταν να αγνοήσω τις συμβουλές ενός τόσο χορτασμένου καλλιτεχνικά ανθρώπου.
ΧΣ: Παραφράζοντας το στίχο από το τραγούδι «Η ζωή», θα σε ρωτήσω αν πιστεύεις ότι η ζωή δικαιώνει τους τολμηρούς και τις αξίες. Διότι προσωπικά δεν είμαι τόσο σίγουρος.
ΔΜ: Πιστεύω πως ναι, δικαιώνει τους τολμηρούς και τις αξίες. Ένας άνθρωπος που έχει καλλιτεχνική αξία δε μπορεί να κρυφτεί. Θέλει τόλμη να βγάλεις μπροστά τις αξίες σου για να προχωρήσεις. Για μένα αυτό το τραγούδι είναι και ένα motto ζωής και αισθάνομαι πως γράφτηκε, όχι για τον Μπάση αλλά για τον Δημήτρη.
ΧΣ: Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, ποια θα ξεχώριζες ως την πιο τολμηρή στιγμή της καλλιτεχνικής ζωής σου;
ΔΜ: Σίγουρα το πως βρέθηκα στην Αθήνα για να με ακούσει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Είχαν περάσει 6 μήνες από τότε που με είχε δει στη Θεσσαλονίκη ο Σταμάτης Κραουνάκης. Του είχα δώσει το σταθερό τηλέφωνο της μάνας μου, στο χωριό. Τότε ζούσα σε μία γκαρσονιέρα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μιλάω λοιπόν με τη μάνα μου και μου λέει «Σε πήρε τηλέφωνο κάποιος Κακαουνάκης και άφησε το τηλέφωνο του». Κατάλαβα πως ήταν ο Σταμάτης. Τον καλώ και μου λέει πως χρειάζονταν έναν τραγουδιστή για την παράσταση που ετοίμαζαν και πως για να με ακούσει η Άλκηστις, έπρεπε να κατέβω στην Αθήνα την επόμενη μέρα. Αυτό μου το λέει Σεπτέμβριο, την περίοδο της έκθεσης όπου δεν υπήρχε κανένα εισιτήριο, με κανένα μέσο για να κατέβω στην Αθήνα. Κατέβηκα με ωτοστόπ. Με ακούει λοιπόν η Άλκηστις και μου είπε «Καλώς ήρθες στην παρέα μας». Αυτή είναι η μεγαλύτερη τρέλα που έχω κάνει για την καριέρα μου.
ΧΣ: Ο Δημήτρης Μπάσης του 2026, τι θα συμβούλευε τον νεαρό Δημήτρη που ξεκινούσε τα πρώτα του βήματα σε ένα μαγαζί του Κιλκίς;
ΔΜ: Να κινηθεί σεμνά και ταπεινά και με όπλο το όποιο ταλέντο διαθέτει. Κι αν χρειαστεί να κάνει ωτοστόπ για να πάει επειγόντως σε μια σημαντική ακρόαση, να το κάνει.
ΧΣ: Να κλείσουμε μελωδικά. Ποιο τραγούδι από όσα έχεις πει και δεν έγινε επιτυχία θα προέτρεπες τον κόσμο να βάλει να ακούσει ξανά και προσεκτικά, αφού έχει διαβάσει την κουβέντα μας;
ΔΜ: Το «Αγρίμι Μεθυσμένο» από το δίσκο «Με Ανοιχτούς Ουρανούς». Το αγαπώ πολύ και του αξίζει να του δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία.
Εισιτήρια και πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε στον σύνδεσμο
https://www.more.com/gr-el/tickets/music/treis-poiites-agonistes-tis-eleutherias/



