Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Το όλο εγχείρημα, που ονομάστηκε Facebook, ξεκίνησε με στόχο να σε φέρει σε επαφή με παλιούς φίλους με τους οποίους έχεις χαθεί, νυν τους οποίους δεν προλαβαίνεις να δεις από κοντά και μελλοντικούς που, υπό άλλες συνθήκες, ίσως να μη γνώριζες ποτέ. Το πόσο θα γιγαντωνόταν και θα γινόταν κομμάτι της ζωής μας μάλλον δεν το γνώριζε ούτε ο ίδιος ο δημιουργός του. Και, όπως οτιδήποτε γιγαντώνεται, μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Το θέμα είναι αν αυτές θα βγουν στην επιφάνεια.

Η Φράνσις Χάουγκεν (η Mikey Madison του “Anora”), που εργάζεται στην εταιρεία, θέλει να μιλήσει. Από τη μία, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι αυτό που κάνει είναι πολύ σημαντικό. Δίνει φωνή σε ανθρώπους που νιώθουν πιο άνετα πίσω από το πληκτρολόγιο, όπως η ίδια. Από την άλλη, έχει στα χέρια της στοιχεία που την ωθούν να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Γιατί κάποιοι πίσω από το πληκτρολόγιο μπορούν να κατευθύνουν πολιτικά ανθρώπους, μετατρέποντάς τους σε πιόνια. Άλλωστε, η πλατφόρμα ευνοεί τη διάδοση περιεχομένου που προκαλεί έντονα συναισθήματα, με την οργή να αποτελεί συχνά ένα ισχυρό κίνητρο για αλληλεπίδραση. Μια οργή που μπορεί να οδηγήσει σε γεγονότα όπως η εισβολή στο Καπιτώλιο, ακόμη και εν μέσω πανδημίας.
Κι όταν φαίνεται ότι κανείς μέσα στην εταιρεία δεν είναι διατεθειμένος να την ακούσει, καθώς διακυβεύονται τεράστια συμφέροντα, εκείνη απευθύνεται στον Τύπο. Ένας δημοσιογράφος της Wall Street Journal (ο Jeremy Allen White του “The Bear”) γίνεται ο σύνδεσμός της με τον έξω κόσμο. Όλα αυτά, την ώρα που ένα επιτελείο image makers προσπαθεί να προετοιμάσει τον δισεκατομμυριούχο ιδρυτή (ο Jeremy Strong του “Succession”, με μια σχεδόν ρομποτική κινησιολογία, που θυμίζει εκείνη του ίδιου του Zuckerberg) ενόψει της κατάθεσής του στο Κογκρέσο.
Η ταινία αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια του βραβευμένου “The Social Network”, που εστίαζε στο ξεκίνημα και τη δημιουργία του Facebook. Με τη διαφορά ότι εκεί, πίσω από την καρέκλα του σκηνοθέτη, καθόταν ο Ντέιβιντ Φίντσερ, δουλεύοντας πάνω στο σενάριο του Άαρον Σόρκιν. Τώρα ο σεναριογράφος αναλαμβάνει και τη σκηνοθεσία και ίσως αυτό να κάνει τη συγκεκριμένη ταινία πιο αδύναμη, καθώς απουσιάζουν ο γρήγορος ρυθμός και ο σκοτεινός τόνος της πρώτης. Οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται επαρκώς, κάτι όχι αναπάντεχο, καθώς ο Σόρκιν δίνει πάντα έμφαση στους διαλόγους, οι οποίοι ακόμη κι εδώ, σε στιγμές, μοιάζουν διεκπεραιωτικοί, θυμίζοντας ένα στυλιζαρισμένο docudrama.
Παρόλα αυτά, αν θέλεις να δεις την πραγματική ιστορία μιας whistleblower και να προβληματιστείς για ένα μέσο που, κακά τα ψέματα, πιθανότατα παίζει βασικό ρόλο στη ζωή σου, θα σου πρότεινα να μην την προσπεράσεις.



