HomeCinemaΟ Εξώστης συζητάει με τους συντελεστές του...

Ο Εξώστης συζητάει με τους συντελεστές του “Κόκορα” που προκάλεσε συζητήσεις.

Ο Εξώστης συζητάει με τους συντελεστές του έργου που προκάλεσε συζητήσεις.

της Ισμήνης Δασκαρόλη

“Για μένα κωμωδία σημαίνει αλήθεια και πόνος. Ο Αργύρης είναι τραγικός χαρακτήρας – ο ίδιος δεν ξέρει ότι παίζει σε κωμωδία.”- Κατερίνα Παπαναστασάτου

‘Όσο περισσότερο συζητάμε πόσο μαλάκας είναι ο Αργύρης, τόσο περισσότερο η ερώτηση επιστρέφει σε εμάς”– Τάσος Γερακίνης.

Για πέμπτη εβδομάδα στους κινηματογράφους, ο ‘Κόκορας’ με τους Νίκο Κασάπη, Κόρα Καρβούνη, Δημήτρη Καταλειφό και Ελένη Κοκκίδου, συνεχίζει να σπάει ταμεία και να προκαλεί καταστάσεις μετά από μια μακρά πορεία σε διεθνή φεστιβάλ και ένα Βραβείο Κοινού στα φτερά του. Πλέον βρίσκεται και στην πόλη μας, με την οποία έχει ιδιαίτερη σχέση, συγκεκριμένα, η ταινία είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Θεσσαλονικιού σκηνοθέτη Δημήτρη Γιαμλόγλου, αλλά και με ένα σημαντικό κομμάτι των συντελεστών, με εξέχοντα τον πρωταγωνιστή της Νικόλα Κασάπη στον ρόλο του Αργύρη, να είναι μάλλον εμφανώς προϊόντα της συμπρωτεύουσας.

Με την έλευση της στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ταινία προκάλεσε ιδιαίτερες και αντιφατικές επενέργειες τόσο με το έντονο σούσουρο που προκάλεσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και στη συνέχεια αποσπώντας το Βραβείο Κοινού στο Ελληνόφωνο φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο.

Με αφορμή τα παραπάνω και την πέμπτη της εβδομάδα στις αίθουσες της πόλης μας, ο Εξώστης μίλησε στους δημιουργούς της Τάσο Γερακίνη (Ένας Ήσυχος Άνθρωπος) σε σκηνοθεσία – σενάριο, Κατερίνα Παπαναστασάτου (Fault – Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό – θεατρική διασκευή), στο σενάριο και τον δικό μας Νικόλα Κασάπη (Ευτυχία) στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Αργύρη, να μας ξεκαθαρίσουν το τοπίο με δικά τους λόγια:

Καταρχάς πως ξεκίνησε αυτή η ταινία και που κατέληξε; Πείτε μας δυο λόγια για τα πρώτα βήματα της και πως κατάφερε μια ανεξάρτητη παραγωγή να βρίσκεται στις ελληνικές αίθουσες 5+ εβδομάδες;

Τάσος Γερακίνης:

Ξεκίνησε από ένα σενάριο που γράψαμε με την Κατερίνα Παπαναστασάτου και από μια μάλλον παράλογη επιμονή να γίνει, παρότι δεν βρήκε εύκολα τον δρόμο της μέσα από τους συνηθισμένους μηχανισμούς χρηματοδότησης. Τελικά έγινε ανεξάρτητα, επειδή μια ομάδα ανθρώπων αποφάσισε να πιστέψει σε αυτήν. Και κάπως έτσι συνέχισε και μετά την έξοδό της.

Δεν είχε μια τεράστια εκκίνηση, αλλά άρχισε να αποκτά ζωή από στόμα σε στόμα: γεμάτες προβολές, συζητήσεις, social, ανθρώπους που εξακολουθούν να την ανακαλύπτουν.

Κάπου εκεί γεννήθηκε και η ιδέα για ψηφοφορία από τους θεατές με το ερώτημα «Από το 1 έως το 5, πόσο μαλάκας είναι τελικά ο Αργύρης;» (Ψηφίζετε εδώ και εδώ).

Δεν προέκυψε σε κάποιο γραφείο ως διαφημιστικό εύρημα. Ήταν μια ερώτηση που επανερχόταν στις κουβέντες των θεατών μετά τις προβολές. Άλλοι τον υπερασπίζονταν, άλλοι τον καταδίκαζαν. Και νομίζω ότι αυτό είναι τελικά το πιο ωραίο: κάποια στιγμή η ταινία παύει να σου ανήκει. Ο Αργύρης βγήκε από την οθόνη και άρχισε να ζει μέσα στις συζητήσεις των θεατών.

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Ο Κόκορας, όσο ήταν ακόμη σενάριο, είχε μια πορεία σαν το σύγχρονο dating. Σε όλους άρεσε, όλοι φλερτάρανε, περνάγανε καλά μαζί του, αλλά τελικά… κανείς δεν ήθελε να προχωρήσει, να δεσμευτεί και να τον κάνει ταινία. Μέχρι που ο Τάσος αποφάσισε να πάρει το ρίσκο και να τον κάνει μόνος του ως ανεξάρτητη παραγωγή και του είμαι άπειρα ευγνώμων γι’ αυτό. Και η παραμονή της ταινίας στις αίθουσες τόσο καιρό έχει πολύ να κάνει με το πείσμα του να της δώσει χρόνο να συναντήσει το κοινό της. Γιατί μια ανεξάρτητη ταινία χρειάζεται χρόνο για να αρχίσει ο ένας να λέει στον άλλον «πήγαινε να τη δεις».

Με τα νέα μέσα αλλά και τον νεότερο ανταγωνισμό, είναι εύκολο να κάνει κανείς ανεξάρτητο σινεμά σήμερα;

Τασος Γερακίνης:

Σήμερα μπορείς να γυρίσεις μια ταινία με μέσα που πριν από είκοσι χρόνια ήταν απαγορευτικά. Αλλά παράγονται πια αμέτρητες εικόνες και όλοι διεκδικούν τον ίδιο περιορισμένο χρόνο του θεατή.

Η μεγαλύτερη πολυτέλεια σήμερα δεν είναι ίσως η κάμερα. Είναι η προσοχή. Και κυρίως να πείσεις τις αίθουσες —γιατί αυτό είναι το ζητούμενο, να προβληθείς εκεί όπου οι ταινίες ανήκουν— να σε εντάξουν στο πρόγραμμά τους και να ξεπεράσουν μια συχνή επιφυλακτικότητα απέναντι στο ανεξάρτητο ελληνικό σινεμά. Πράγμα που γίνεται όλο και δυσκολότερο για μια ανεξάρτητη παραγωγή με μικρές δυνατότητες προώθησης.

Αυτό σημαίνει ότι οι μικρές ανεξάρτητες παραγωγές χρειάζονται χρόνο για να διαδοθούν και να γίνουν γνωστές, να φτάσουν στο κοινό και να αρχίσει να λειτουργεί το «από στόμα σε στόμα». Και αυτόν τον χρόνο οι αίθουσες συνήθως δεν σου τον δίνουν. Ειδικά στις μέρες μας, που ο αριθμός των αιθουσών έχει μειωθεί δραματικά και μαζί του ο διαθέσιμος χώρος για μικρότερες ταινίες.

Θα ήμουν πραγματικά πολύ χαρούμενος αν ο «Κόκορας» συμβάλει έστω και στο ελάχιστο στο να αρχίσει το κύκλωμα διανομής να βλέπει με λίγο θετικότερο μάτι το ανεξάρτητο ελληνικό σινεμά. Γιατί το έχουμε ανάγκη.

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Φυσικά και δεν είναι εύκολο, αλλά δεν ήταν και ποτέ, κατά τη γνώμη μου. Ειδικά για μια ταινία σαν τον Κόκορα, που ανήκει σε μια περιοχή ελάχιστα κατοικημένη: δεν είναι εμπορική με την κλασική έννοια του όρου, αλλά ούτε εντάσσεται εύκολα σε αυτό που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε ως ελληνικό arthouse σινεμά. Αυτή η ενδιάμεση θέση έκανε την αναζήτηση χρηματοδότησης εξαιρετικά δύσκολη. Το να γίνει η ταινία φάνταζε σχεδόν αδύνατο. Αλλά νομίζω ότι αυτό κάνουν διαρκώς οι δημιουργοί στην Ελλάδα: τα αδύνατα δυνατά.

Ο ‘Κόκορας‘ ξετυλίγεται με μια ιδιαίτερη αφήγηση που κάπως γεφυρώνει το ψυχαγωγικό σινεμά με το πιο πιο κοινωνικό. Θα μπορούσε να ήταν μια πολύ πιο δραματική art house προσέγγιση, αλλά απευθύνεται σε ένα πολύ πιο ευρύ κοινό. Πως έγινε αυτή η επιλογή της αφήγησης;

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Κοιτώντας τώρα πίσω, δεν νομίζω ότι έγινε συνειδητά ως επιλογή να απευθυνθούμε σε ένα ευρύτερο κοινό. Θέλαμε απλώς να καταγράψουμε τις αγωνίες και τους φόβους μας, να εκφράσουμε το πώς βλέπουμε την κοινωνία γύρω μας. Και μέσα σ’ αυτό υπήρχε και πόνος και γελοιότητα και χιούμορ,όπως στη ζωή. Νομίζω ότι αυτή η συνύπαρξη δίνει και χώρο σε διαφορετικούς ανθρώπους να αναγνωρίσουν κάτι δικό τους στην ταινία.

Τάσος Γερακίνης:

Δεν έγινε ποτέ ως επιλογή ανάμεσα σε «art house» και «ψυχαγωγικό». Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να παρατηρήσουμε όσο πιο ειλικρινά μπορούσαμε αυτούς τους ανθρώπους.

Και η ζωή είναι συχνά πολύ πιο αστεία απ’ όσο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να παραδεχτεί. Δεν πιστεύω ότι για να μιλήσεις σοβαρά για την οικογένεια, την τάξη, το χρήμα, την αποτυχία ή την ανάγκη να σε αγαπήσουν πρέπει να είσαι σκυθρωπός ή βαριά δραματικός.

Αντίθετα, το γέλιο πολλές φορές κατεβάζει τις άμυνες. Νομίζω ότι το χιούμορ σου επιτρέπει να παρατηρείς πράγματα και καταστάσεις που σε αφορούν άμεσα ή στις οποίες εμπλέκεσαι, από μια μικρή απόσταση, και άρα να είσαι πολύ πιο ψύχραιμος και στοχαστικός.

Τελικά, ποτέ δεν ξεκίνησα μια ταινία σκεπτόμενος αν θα είναι εμπορική ή όχι. Αυτό που με κινητοποιεί είναι η ανάγκη να εξερευνήσω όσο πιο καθαρά, ψύχραιμα και αντικειμενικά μπορώ το θέμα που κάθε φορά με απασχολεί και αναπτύσσεται μέσα από τις ιστορίες που θέλω να αφηγηθώ. Τα υπόλοιπα προκύπτουν μετά από μόνα τους.

Ο τίτλος πως προέκυψε; Σοβαρά τώρα ποιανού ήταν η ιδέα και γιατί;

Τασος Γερακίνης:

Εξ ολοκλήρου της Κατερίνας Παπαναστασάτου.

Εγώ είμαι εξαιρετικά κακός στους τίτλους. Πιθανότατα ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος για να βαφτίσει μια ταινία. Αν είχε εξαρτηθεί από μένα, μπορεί ακόμη να ψάχναμε τίτλο.

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Στα πολλά χρόνια που δουλεύαμε τον Κόκορα, έχουμε γράψει και σβήσει άπειρες ατάκες. Σε κάποια από τις πρώιμες γραφές λοιπόν, στη σκηνή όπου ο Αργύρης προσπαθούσε να πείσει την Πόπη να φέρουνε τη μάνα του να μείνει στο σπίτι τους για να λαμβάνουν τη σύνταξή της, έλεγε στην Πόπη ότι η δική της μάνα δεν τους φροντίζει καθόλου. Συγκεκριμένα έλεγε: «Ο παππούς μου έλεγε ότι για τον γαμπρό γεννάει κι ο κόκορας, κι ο κόκορας της κυρα-Ευτυχίας δε γέννησε ποτέ για μένα. Θα φέρω τη μάνα μου να τρώω το αυγό του Κόκορα!». Ε και μου ήταν απόλυτα καθαρό ότι αυτός πρέπει να είναι ο τίτλος μας.

Τασος Γερακίνης:

Γιατί ο κόκορας έχει κάτι από τον Αργύρη: μια σχεδόν παράλογη αυτοπεποίθηση. Φουσκώνει, κάνει θόρυβο, επιδεικνύεται, προκαλεί, νομίζει ότι ελέγχει τον χώρο — και ταυτόχρονα είναι τρομερά ευάλωτος.

Ποιος είναι άρα ο Αργύρης και γιατί πρέπει σώνει και ντε να κυνηγήσει το ‘ελληνικό όνειρο” για τον ίδιο και τον γιο του;

Νικόλας Κασάπης

Ο Αργύρης ενηλικιώθηκε τη δεκαετία του 90. Μεγάλωσε πιστεύοντας ότι μπορεί να πετύχει πάρα πολλά πράγματα στη ζωή του, ότι θα έχει πάρα πολλές ευκαιρίες καταβάλλοντας την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια. Αυτό ήταν και το μότο της εποχής. Τώρα μοιάζει με τον άνθρωπο ο οποίος έβγαλε εισιτήριο για το λεωφορείο περνάει από μπροστά του το λεωφορείο και είναι γεμάτο και τους λέει μα εγώ έβγαλα εισιτήριο και του λένε ‘με συγχωρείτε δεν μπαίνετε.’

Τάσος Γερακίνης:

Ο Αργύρης είναι ένας θυρωρός του Δήμου Αθηναίων και πατέρας ενός εξάχρονου αγοριού. Πιστεύει ότι αν προσφέρει στο παιδί του ένα καλύτερο σχολείο, αν αποκτήσει περισσότερα χρήματα, αν κάνει επιτέλους το δικό του μαγαζί, θα του προσφέρει τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη ζωή, για περισσότερη επιτυχία και άρα ευτυχία.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν κυνηγά μόνο μια καλύτερη ζωή. Κυνηγά κυρίως την επιβεβαίωση της δικής του αξίας.

Αγαπά πραγματικά τον γιο του. Αλλά η αγάπη, η φιλοδοξία, η περηφάνια και η ανάγκη να αποδείξει στους άλλους —και στον εαυτό του— ότι «τα κατάφερε» μπλέκονται τόσο πολύ, ώστε τελικά ούτε ο ίδιος ξέρει πλέον τι ακριβώς κυνηγά.

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Ο Αργύρης είναι ένας άνθρωπος που δεν ξέρει μέχρι πού φτάνει ο ίσκιος του. Στη μέση ηλικία πια, προσπαθεί να δημιουργήσει για τον εαυτό του μια δεύτερη ευκαιρία. Αν με ρωτάς, καλά κάνει. Καταλαβαίνω πολύ την άρνησή του να πει «οκ, αυτή ήταν η ζωή μου, τα επόμενα σαράντα χρόνια θα είναι ίδια και μετά θα πεθάνω». Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δεύτερη ευκαιρία που θέλει για τον εαυτό του γίνεται υποχρέωση του γιου του. Το ότι φορτώνει στο παιδί τις δικές του ματαιωμένες επιθυμίες… υγιές δεν είναι. Από την άλλη όμως… αφού κληρώθηκε το παιδί; Να γίνει τροχοπέδη στη μοίρα του; (Γέλιο)

Όλοι ξέρουμε κάποιον Αργύρη στον περίγυρο μας. Για εσάς όμως ποιο ήταν το πρώτο έναυσμα; Πως συστηθήκατε στον χαρακτήρα του Αργύρη;

Νικόλας Κασάπης

Αυτό που με κέρδισε στο χαρακτήρα ήταν ότι αντιμετώπιζε την πραγματικότητα με πολύ χιούμορ. Βρήκα πολλά κοινά στοιχεία με τον εαυτό μου, ή με φίλους μου και έτσι όχι απλώς συστηθήκαμε αλλά αγαπηθήκαμε στο τέλος.

Τασος Γερακίνης:

Δεν υπήρξε ένας συγκεκριμένος Αργύρης. Καθώς δουλεύαμε τον χαρακτήρα με την Κατερίνα, μας έρχονταν στο μυαλό ένα μωσαϊκό ανθρώπων που έχουμε συναντήσει, συμπεριφορών που έχουμε παρατηρήσει και, αναπόφευκτα, πραγμάτων που αναγνωρίζουμε και στον ίδιο μας τον εαυτό.

Αυτό που με τράβηξε, αν μιλήσω περισσότερο για μένα, ήταν η βασική αντίφαση που κουβαλάει: ένας άνθρωπος με τεράστια ενέργεια να κυνηγά αυτό που θέλει και σχεδόν καμία διάθεση να αναρωτηθεί γιατί το θέλει.

Και όσο περισσότερο αποτυγχάνει, τόσο περισσότερο πείθεται ότι το επόμενο σχέδιο θα είναι αυτό που θα τον σώσει. Με συνάρπαζε το αστείρευτο πείσμα του και, κυρίως, με ενδιέφερε να ανακαλύψω από πού προέρχεται.

Εκεί άρχισε για μένα να γίνεται Αργύρης.

Κατερίνα Παπαναστασάτου.

(Γέλιο), δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω κι εγώ σ’ αυτό. Για μένα το έναυσμα ήταν ο Τάσος. Όχι επειδή είναι ο Αργύρης – να το ξεκαθαρίσουμε αυτό! Αλλά επειδή έχει ένα πολύ ιδιαίτερο μυαλό: μπορεί να υποστηρίξει την πιο παράλογη θέση με τόσο ακλόνητα επιχειρήματα, που στο τέλος αμφιβάλλεις για τη δική σου λογική. Έχει επίσης ένα εντελώς μοναδικό χιούμορ. Όταν λοιπόν είπαμε να συνεργαστούμε, παρότι μέχρι τότε η φιλμογραφία του ήταν γεμάτη βαριά δράματα, επέμενα να πάμε σε έναν τέτοιο χαρακτήρα και τόνο. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή η πλευρά του είχε πολύ κινηματογραφικό ενδιαφέρον και ότι μπορούσε να την υποστηρίξει ως δημιουργός.

Θα χαρακτηρίζατε τον Αργύρη κατεξοχήν κωμικό χαρακτήρα ή τραγικό;

Νικόλας Κασάπης:

Κλισέ αυτό που θα πω αλλά δεν μπορώ να βάλω ταμπέλα. Εγώ σε αυτή την ταινία κάτι ήθελα να πω δεν ήθελα απλά να παίξω σε μία ακόμη ταινία. Τώρα αν αυτό έβγαινε με κωμικό τρόπο ή με τραγικό είναι θέμα πρόσληψης από τον θεατή. Όταν ένας ηθοποιός πλάθει έναν ρόλο δεν αποφασίζει ότι τώρα θα τον κάνω τον ήρωα τραγικό ή τώρα θα τον κάνω κωμικό. Η δράση και η αντίδραση απέναντι στα γεγονότα προσδίδουν στον ήρωα τα χαρακτηριστικά του και τον κάνουν είτε κωμικό είτε τραγικό. Εξάλλου και η ίδια η γλώσσα, το πώς θα πεις μια ατάκα είναι πρωτίστως δράση. Δεν υπάρχουν επίσης αμιγώς τραγικοί ή αμιγώς κωμικοί ήρωες. Πάντα ένας ήρωας εμπεριέχει και τις δύο ποιότητες.

Τασος Γερακίνης:

Και τα δύο. Και νομίζω ότι αν αφαιρέσεις το ένα από τα δύο, χάνεις τον χαρακτήρα.

Είναι κωμικός επειδή ο θεατής αντιλαμβάνεται συχνά πολύ νωρίτερα από εκείνον πού οδηγούν οι επιλογές του. Αλλά κι επειδή το πάθος του τον οδηγεί να χτίζει μια ακλόνητη λογική για να δικαιολογεί τα πιο παράλογα πράγματα.

Και είναι τραγικός επειδή οι συνέπειες αυτών των επιλογών είναι απολύτως πραγματικές.

Οι πιο αστείες στιγμές του είναι πολλές φορές και οι πιο επώδυνες: προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατήσει όρθια την εικόνα του ακριβώς τη στιγμή που αυτή αρχίζει να καταρρέει.

Εκεί, για μένα, βρίσκεται όλος ο «Κόκορας».

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Για μένα κωμωδία σημαίνει αλήθεια και πόνος. Ο Αργύρης είναι τραγικός χαρακτήρας – ο ίδιος δεν ξέρει ότι παίζει σε κωμωδία. Υπερασπίζεται με απόλυτη σοβαρότητα την αλήθεια του και υποφέρει όταν οι άλλοι δεν την αναγνωρίζουν. Πάσχει από την αρχή μέχρι το τέλος. Εμείς απλώς καθοδηγούμε το κοινό να εισπράξει αυτή την τραγικότητα γελώντας. Το ότι γελάμε δεν σημαίνει ότι εκείνος πονάει λιγότερο.

Με την έλευση της ταινίας και την πρεμιέρα της στο 66ο ΦΚΘ, κάποια αποσπάσματα της κέρδισαν κατευθείαν την προσοχή χρηστών στα κοινωνικά δίκτυα με κάποιες, θα έλεγε κανείς, ακραίες αντιδράσεις στα δημοσιευμένα αποσπάσματα που έγιναν viral. Πως το κρίνετε αυτό σαν φαινόμενο και τι πιστεύετε ότι φανερώνει για τον μέσο θεατή; 

Τασος Γερακίνης:

Δεν ξέρω αν φανερώνει κάτι για τον «μέσο θεατή». Νομίζω ότι φανερώνει πολλά για τον τρόπο που καταναλώνουμε σήμερα εικόνες και λέξεις στα social.

Βλέπεις είκοσι ή τριάντα δευτερόλεπτα χωρίς το πριν και το μετά και συμπληρώνεις ό,τι λείπει με τις δικές σου βεβαιότητες. Ξαφνικά μια σκηνή μυθοπλασίας μετατρέπεται σε πολιτική ή ιδεολογική δήλωση.

Το πιο ενδιαφέρον όμως συνέβη μετά. Στις αίθουσες οι θεατές άρχισαν να ρωτούν και να συζητούν αυθόρμητα: «Τελικά πόσο μαλάκας είναι ο Αργύρης;». Άλλοι τον υπερασπίζονταν, άλλοι τον καταδίκαζαν, και τελικά αυτό έγινε μια δημόσια ψηφοφορία από το 1 έως το 5.

Και όσο περισσότερο συζητάμε πόσο μαλάκας είναι ο Αργύρης, τόσο περισσότερο η ερώτηση επιστρέφει σε εμάς.

Γιατί πολλοί αναγνωρίζουν πάνω του έναν φίλο, έναν πατέρα, έναν σύζυγο — ή, ακόμη χειρότερα, ή και καλύτερα, κάτι δικό τους.

Μήπως τελικά βαθμολογώντας τον Αργύρη βαθμολογούμε λίγο και τον εαυτό μας; Και μαζί τις συμπεριφορές, τις αντιλήψεις και τον τρόπο που σχετιζόμαστε μεταξύ μας;

‘Ο Κόκορας‘ είχε σκοπό να προκαλέσει κάποια δεδομένα tropes της ελληνικής οικογένειας / κοινωνίας; Ή είναι κάτι το οποίο βγήκε αβίαστα και κάπου κατάφερε να χτυπήσει μια ευαίσθητη φλέβα της;

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Δεν ξεκινήσαμε λέγοντας «πάμε να προκαλέσουμε την ελληνική οικογένεια». Μας απασχολούσαν πρώτα η ιστορία και οι χαρακτήρες. Γράφοντας με τον Τάσο, ανακαλύπταμε σταδιακά τι ακριβώς μας έκαιγε και στην πορεία κάναμε κάποιες επιλογές πιο συνειδητά. Αλλά οι δυναμικές αυτής της οικογένειας βγήκαν αβίαστα, γιατί μας είναι πολύ οικείες. Αν η ταινία χτύπησε μια ευαίσθητη φλέβα, ίσως είναι επειδή κάπου εκεί αναγνωρίζουμε και τον εαυτό μας. Και δεν είναι πάντα ευχάριστο να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου στον άνθρωπο με τον οποίο γελούσες πριν από λίγο.

Πάνω σε αυτό, παρατηρεί κανείς στην ταινία  δυναμικές και κόντρες μεταξύ των χαρακτήρων στην προσπάθεια τους να έχουν κάποιον έλεγχο στη ζωή τους.
Πως σχολιάζετε τις δυναμικές των χαρακτήρων μεταξύ τους, και κυρίως το τρίγωνο άνδρας γυναίκα και άνδρας – πατέρας που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά αυτής της κόντρας; 

Νικόλας Κασάπης:

Πράγματι  υπάρχουνε κόντρες και διαφωνίες αλλά αυτό είναι καλό γιατί βλέπεις ανθρώπους να ενδιαφέρονται για το παιδί τους, για τη ζωή τους έχουν αγωνίες και τις διεκδικούν με τον τρόπο τους.Ο Αργύρης πιστεύω ότι είναι ένας βαθιά αντιεξουσιαστής με την έννοια ότι δεν δέχεται καμιά μορφή εξουσίας πάνω του. Όλες οι σχέσεις είναι σχέσεις εξουσίας. παρατηρώ τον εαυτό μου, ή τους φίλους μου να μαλώνουν με τις συντρόφους τους κι εγώ με τη σύντροφο μου, κάποιος βγαίνει μπροστά κάποιος μένει πίσω και όλα πάλι από την αρχή.

Τασος Γερακίνης:

Σχεδόν όλοι στην ταινία προσπαθούν να ελέγξουν κάτι που στην πραγματικότητα δεν ελέγχεται.

Με την Πόπη, ο Αργύρης εγκλωβίζεται ανάμεσα στην αγάπη και στη διαφορετική αντίληψη που έχουν για τη ζωή που θέλουν να ζήσουν. Αυτή είναι η βασική τους σύγκρουση, κατά τη γνώμη μου. Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ποιος «έχει δίκιο». Με ενδιαφέρει να παρατηρήσω αυτή τη σύγκρουση, πού μπορεί να οδηγήσει και τι συνέπειες έχει η εξέλιξη της στις ζωές τους.

Με τον πατέρα του τα πράγματα είναι βαθύτερα. Εκεί υπάρχουν περηφάνια, ανάγκη αναγνώρισης, παλιά τραύματα και ένα ολόκληρο μοντέλο ανδρισμού που περνά από γενιά σε γενιά.

Και ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι ο Αργύρης παλεύει τόσο πολύ να αποδείξει ότι είναι καλός πατέρας, ενώ ακόμη προσπαθεί να λύσει μέσα του τι σημαίνει να είναι γιος.

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Νομίζω ότι στον Αργύρη βλέπουμε ένα αρκετά απλό ψυχαναλυτικό σχήμα. Το παιδί που δεν το αποδέχτηκαν, που δεν αγαπήθηκε -τουλάχιστον όχι με έναν τρόπο που να μπορεί να το εισπράξει- έγινε ο ενήλικας που απαιτεί την αγάπη, που προσπαθεί να χειριστεί τη σύντροφο του γιατί απαιτεί να πάρει αυτό που έχει ανάγκη. Κι έτσι, όσα κουβαλάει από τη σχέση με τον πατέρα του μπαίνουν και μέσα στον γάμο του. Αυτή η πείνα για αγάπη και αποδοχή, αν δεν χορτάσει όταν είσαι μικρός, δύσκολα σταματά να σ’ ακολουθεί. 


Η ταινία κατηγορήθηκε ότι δίνει υπερβολική αυθάδεια στους γυναικείους χαρακτήρες, τελικά όμως ποιος κάνει κουμάντο στο σπίτι του κόκορα;

Τασος Γερακίνης:

Κανείς. Και μάλλον αυτό είναι το πρόβλημα.

Ο Αργύρης συχνά πιστεύει ότι κάνει κουμάντο επειδή είναι ο «κόκορας». Οι γυναίκες όμως της ταινίας δεν υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν αυτή τη φαντασίωση. Έχουν τις δικές τους επιθυμίες, τα δικά τους λάθη και τον δικό τους θυμό.

Δεν με ενδιέφερε μια ιστορία ανδρών εναντίον γυναικών. Με ενδιέφεραν άνθρωποι που αγαπιούνται, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να επιβάλουν ο ένας στον άλλο τη δική τους εκδοχή της ζωής.

Στο σπίτι του κόκορα, λοιπόν, ο κόκορας νομίζει ότι κάνει κουμάντο.

Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται και το αστείο.

Νικόλας Κασάπης

Οι άνθρωποι που πληγώθηκαν αλλά δεν σκάλωσαν με τις πληγές τους παρά τις αποδεχτήκαν με κατανόηση και ως συνέχεια του δρόμου που χαράξανε, αυτής της πάστας οι άνθρωποι δεν μπαίνουν στη λογική ποιος κάνει κουμάντο γιατί η ίδια η ζωή τους έχει κατατάξει ως καπετάνιους. Υπάρχει μία σκηνή 30’’ μέσα στην ταινία ανάμεσα στον Αργύρη και τη μητέρα του που όλο αυτό αποτυπώνεται πάρα πολύ καθαρά. Γενικά η ταινία έχει πολύ ψιλά γράμματα σαν αυτά στις δανειακές συμβάσεις. Που χρειάζεται να δεις την ταινία ξανά και ξανά για να αντιληφθείς αυτές τις λεπτές γραμμές. Κατά τη γνώμη μου σ’ αυτά τα ψιλά γράμματα στηρίζεται όλη η ταινία και αυτή είναι και η ομορφιά της. Πάντα υπάρχει κάτι που μοιάζει ανείπωτο αλλά τελικά έχει ειπωθεί.

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Αλήθεια; Δεν έχει φτάσει στ’ αυτιά μου ομολογώ. Υπερβολική αυθάδεια; Ενδιαφέρουσα λέξη. Για να αυθαδιάζεις, κάποιος πρέπει να θεωρεί ότι του οφείλεις υπακοή. Οπότε μάλλον η ίδια η ερώτηση λέει κάτι για τις προσδοκίες μας από τις γυναίκες. Όσο για το ποιος κάνει κουμάντο, ο Αργύρης πάντως είναι βέβαιος ότι θα έπρεπε να είναι εκείνος!

Τέλος, αυτή η πορεία που σας άφησε; Από την ανεξάρτητη παραγωγή της, στα βραβεία, τον καταιγισμό μάλλον άστοχων  κοινωνικοπολιτικών σχολίων στα κοινωνικά δίκτυα και μια πολύ πετυχημένη πορεία διανομής, πως νιώθουν οι δημιουργοί του Κόκορα τώρα και τι μπορούμε να περιμένουμε στο μέλλον; 

Κατερίνα Παπαναστασάτου:

Ξέρεις, η δουλειά που κάνουμε είναι πολύ δύσκολη. Έχει οικονομική ανασφάλεια, δεν ξέρεις ποτέ τι σου ξημερώνει, δεν έχεις μια σταθερή ρουτίνα μέσα στην οποία να νιώθεις ασφαλής. Είναι αναπόφευκτο κάποιες φορές να σκέφτεσαι να τα παρατήσεις. Όταν όμως βλέπεις ότι κάτι που γράφεις αγγίζει τον κόσμο -μιλάω για μένα τώρα ως σεναριογράφο, αν και σ’ αυτή τη δουλειά συμμετείχα και στην ομάδα παραγωγής και στο σκηνοθετικό- όταν τους ακούς να γελάνε μέσα στην αίθουσα ή ακόμη και να θυμώνουν, να λένε ότι αυτό που είδαν ήταν άθλιο, αλλά να το λένε με πάθος, νιώθεις ότι κάτι τους άγγιξε. Είναι από αυτές τις στιγμές που λες ότι τελικά ίσως μπορείς να συνεχίσεις, για λίγο ακόμα. Εγώ με τον Κόκορα νιώθω σαν κάποιος να μου έπιασε το χέρι και να μου το έσφιξε δύο φορές, σαν να ήθελε να μου πει «προχώρα».

Τάσος Γερακίνης:

Μου άφησε κούραση, ανακούφιση αλλά κυρίως μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τους ανθρώπους που επέμειναν μαζί μου να γίνει η ταινία.

Τα βραβεία και η διάρκεια στις αίθουσες έχουν σημασία. Αλλά περισσότερο με εντυπωσιάζει ότι ο «Κόκορας» απέκτησε μια ζωή που δεν μπορούσαμε αλλά και δεν θέλαμε να σχεδιάσουμε.

Οι θεατές συζητούν για τον Αργύρη, διαφωνούν γι’ αυτόν, τον βαθμολογούν από το 1 έως το 5, τον υπερασπίζονται ή θέλουν να τον πλακώσουν στις σφαλιάρες. Κι εκεί καταλαβαίνεις ότι η ταινία έχει πραγματικά φύγει από τα χέρια σου.

Δεν ελέγχεις πια τι σημαίνει για τον καθένα. Και αυτό, ακόμη κι όταν παράγει παράξενες ή ακραίες αντιδράσεις, είναι τελικά πολύ όμορφο. Και για μένα είναι ίσως το σημαντικότερο βραβείο που θα μπορούσα να πάρω.

Η διεθνής διαδρομή της συνεχίζεται και υπάρχουν ήδη επόμενα σχέδια. Αλλά γι’ αυτά είναι λίγο νωρίς ακόμα.

Το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να συνεχίσω να κάνω ταινίες που δεν φοβούνται το κοινό.

Ο ‘Κόκορας’ παίζει στην Θεσσαλονίκη στις αίθουσες του Artbox Fargani (Φαργκάνη) & Odeon Cinemas σε διανομή TFG.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του exostis.gr στην Google

Related stories

Μπλακ άουτ στο μετρό Θεσσαλονίκης: Τι ακινητοποίησε τους συρμούς για 2,5 ώρες

Τεχνικό πρόβλημα στο σύστημα μετάδοσης δεδομένων έθεσε εκτός λειτουργίας...

Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών άφησε...

6o Thessaloniki Free Short Festival – Οι δημιουργοί των ταινιών στον Εξώστη

(Μέρος 2ο - Ελληνικό Διαγωνιστικό) Το 6ο Thessaloniki Free Short...

Ozric Tentacles & Naxatras: Δύο γενιές ψυχεδελικής μουσικής συναντιούνται στη Θεσσαλονίκη

Γράφει η Φανή Εμμανουήλ Πάνω από τέσσερις δεκαετίες μετά το...