
Η Σοφία Βόσσου είναι ίσως η πιο πολυτάλαντη γυναίκα του καλλιτεχνικού χώρου. Σπουδαία ερμηνεύτρια, δημιουργός, ηθοποιός, καθηγήτρια φωνητικής αλλά και επιτυχημένη παρουσιάστρια και ραδιοφωνική παραγωγός. Και φυσικά υπέροχος άνθρωπος. Για να καλύψω κάθε πτυχή των επιτευγμάτων της θα χρειαζόμασταν τρεις συνεντεύξεις. Οπότε προτίμησα να σταθώ σε αυτό – που μου ζητούσαν και πολλοί φίλοι της ελληνικής δισκογραφίας- της μουσικής και κυρίως δισκογραφικής της διαδρομής.

Του Χρήστου Σατανίδη
ΧΣ: Κυρία Βόσσου αρχικά να σας καλωσορίσω στον «Εξώστη». Σκεφτόμουν έντονα πως θα χαρακτήριζα την πορεία σας. Βλέποντας όμως μια παλαιότερη σας συνέντευξη στάθηκα σε ένα χαρακτηρισμό που δώσατε για τον εαυτό σας και ίσως αυτός να είναι και ο κατάλληλος και για τη μουσική σας διαδρομή. «Αναρχική».
ΣΒ: Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση σας. Νομίζω πως στο τέλος της κουβέντας μας θα μπορέσουμε να πούμε αν ισχύει αυτός ο χαρακτηρισμός.
ΧΣ: Να ξεκινήσουμε από την παιδική σας ηλικία. Θέλατε να γίνετε ηθοποιός αλλά από τα πέντε χρόνια σας ξεκινάτε και μαθήματα πιάνου.
ΣΒ: Γεννήθηκα με την τέχνη μέσα μου και αυτόν τον τρόπο έκφρασης. Τραγουδούσα από μικρή, είχα μουσικό αυτί και έχοντας ένα πολύ μικρό πιάνο, έπαιζα με δύο δάχτυλα ότι μπορούσα να βγάλω. Και το έβγαζα. Η μαμά μου, αν και με ήθελε δικηγόρο, ήταν της σχολής « Γαλλικά και πιάνο» και έτσι με έβαλε από τα 5 μου να μάθω πιάνο. Μεγαλώνοντας καταλάβαινα και την αγάπη μου για το θέατρο και προετοιμαζόμουν με τον «πνευματικό μου πατέρα», το Γιώργο Καββαδία, να δώσω για το «Εθνικό Θέατρο». Όμως επειδή τότε το όριο ενηλικίωσης ήταν διαφορετικό από όσο είναι σήμερα, δε μπορούσα να δώσω εξετάσεις δίχως την υπογραφή κηδεμόνα.
ΧΣ: Τα μουσικά σας ακούσματα ως παιδί;
ΣΒ: Ήμουν και παραμένω ένα «παζλ». Ο μπαμπάς μου είχε ένα μηχάνημα με μπομπίνες όπου υπήρχαν ρεμπέτικα, λαϊκά, ελαφρά. Μεγάλωσα με παντρέματα ακουσμάτων καθώς και με πολύ ιταλικό τραγούδι ή Frank Sinatra. Στην εφηβεία μου μπήκα και στη rock σκηνή, μέσω μιας ξαδέρφης μου που ζούσε στη Γερμανία και μου έφερνε rock δισκάκια.
ΧΣ: Μου αναφέρατε πριν τον «πνευματικό πατέρα» σας, Γιώργο Καββαδία, όπου και σας πήγε στην πρώτη σας συναυλία στο Λυκαβηττό, στο πλευρό του Μίκη Θεοδωράκη.
ΣΒ: Συγκλονιστική εμπειρία, τα έβλεπα όλα μαγικά. Του το χρωστάω του Γ. Καββαδία αυτό διότι μου άνοιξε την πόρτα για το δρόμο που ήθελα να διαβώ. Θέλω να πω για τον Μίκη Θεοδωράκη πως δε θα ξεχάσω ποτέ το μεγαλείο του. Ήρεμος, ευγενέστατος και μεγαλοπρεπής άνθρωπος. Εξέπεμπε φως.
ΧΣ: Να ανοίξουμε το κεφάλαιο της ενδιαφέρουσας δισκογραφία σας. Επίσης «Παζλ» όπως μου είπατε πριν.
ΣΒ: Η πρώτη μου δισκογραφική παρουσία ήταν με το Χρήστο Λεοντή, ο οποίος ήταν και ο πρώτος μεγάλος συνθέτης που είχα την τιμή να με πάρει κοντά του ενώ ήμουν πολύ μικρή. Έγινα η βασική του τραγουδίστρια και βρέθηκα να αντιμετωπίζω όλα τα μεγαθήρια της εποχής και να έχω ένα ρόλο εξαιρετικά υπεύθυνο πλάι σε αυτόν τον τόσο σπουδαίο δημιουργό και άνθρωπο. Τραγούδησα στο δίσκο «Μαντζουράνα στο κατώφλι, γάιδαρος στα κεραμίδια» του Αρμένη από το «Θέατρο Τέχνης» και αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τη δισκογραφία. Ακολούθησε το «Κάτω από ένα κουνουπίδι» του Γιάννη Νεγραπόντη, που μοιραστήκαμε με τον Μάνο Λοϊζο κι ύστερα το «Χωρίς αδιάβροχο». Αυτή ήταν η πρώτη μου προσωπική ολοκληρωμένη δουλειά, παραγωγής του Μίμη Πλέσσα. Εξαιρετικά δοτικός άνθρωπος. Συνεργαστήκαμε κι άλλες φορές και χωρίς να θέλω να κρίνω κανέναν, στη δική μου ψυχή ο Πλέσσας, είναι ο πρώτος των πρώτων. Μεγάλο κεφάλαιο και ως άνθρωπος και ως ταλέντο.

ΧΣ: Μέσα στην πρώτη δεκαετία της δισκογραφίας σας, κυκλοφορήσατε μόλις τρεις καθαρά προσωπικούς δίσκους, ενώ μοιραστήκατε άλλους δύο με τον Ανδρέα Μικρούτσικο και έναν με τον Διονύση Τσακνή. Σας άρεσε περισσότερο η ομάδα σε σχέση με τη μονάδα;
ΣΒ: Όλα πήγαν χρόνο με το χρόνο. Πχ το «Καλή ακρόαση», που μοιραστήκαμε με τον Δ. Τσακνή και είχε μέσα το «Φιλαράκι», προέκυψε έτσι. Ήταν αρχικά να κάνουμε προσωπικό δίσκο ο καθένας μας, σε παραγωγή της Δήμητρας Γαλάνη. Όμως η εταιρία είχε κάποιους ενδοιασμούς και αποδεχθήκαμε την πρόταση να κάνουμε το δίσκο μαζί. Τότε κάναμε δίσκο κάθε χρόνο, οπότε αν έκανε δίσκο ο Αντρέας και συμμετείχα κι εγώ, έπρεπε να περιμένω μια χρονιά για προσωπικό δίσκο.
ΧΣ: Φτάνουμε στην «Άνοιξη», όπου σας έχουμε ταυτίσει με pop ή και rock ήχο και ξαφνικά κάνετε μια μεγάλη στροφή με τα «Λαϊκά μονοπάτια» του Θανάση Πολυκανδριώτη.
ΣΒ: Δεν ήταν για μένα στροφή. Θυμάμαι μια από τις πρώτες μου δουλειές στο «Σούσουρο», όπου την πρώτη ώρα έλεγα pop και rock τραγούδια και μετά έκανα λαϊκό πρόγραμμα στο πλάι του μεγάλου μας ρεμπέτη Νίκου Περιγιάλη. Είχα σοβαρή θητεία στο λαϊκό τραγούδι, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους. Και να σου πω κάτι; Το λαϊκό τραγούδι το αγαπώ πολύ περισσότερο από το pop ή το rock.
ΧΣ: Αυτή η θητεία όμως που μου λέτε δεν ήταν τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό. Όταν ήρθε η ώρα να κάνετε πια τους λαϊκούς δίσκους, είχατε αντιδράσεις από τον κόσμο που σας είχε μάθει και αγαπήσει με ένα άλλο ύφος;
ΣΒ: Αυτό που ξέρω είναι πως κάποιοι άνθρωποι, γενικότερα στις ζωές μας, θέλουν να μας χειραγωγούν, να μας φοράνε μια ταμπέλα, να μας κρεμάνε ένα χαλινάρι και να μας σέρνουν όπου θέλουν αυτοί. Εγώ δε μπόρεσα ποτέ να ενταχθώ σε αυτή τη χειραγώγηση κι έκανα ότι ήθελε η ψυχή μου. Βεβαίως λοιπόν είχα αντιδράσεις και όχι μόνο για αυτή τη στροφή. Ενοχλούν οι άνθρωποι που ρίχνουν γροθιά στο μαχαίρι και αρνούνται να υποκύψουν σε χειριστικές συμπεριφορές. Κοστίζει βέβαια αυτό και πάρα πολλά, αλλά από την άλλη έχεις κερδίσει την ελευθερία σου. Την ελευθερία της άποψης σου, της ψυχής σου και μεγαλώνοντας εισπράττεις μόνο θετικά από αυτό.

ΧΣ: Είχατε και ως συνθέτρια την ελευθερία του να γράφετε από τον Πασχάλη Τερζή και την Κατερίνα Στανίση μέχρι τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου…
ΣΒ: Την Ελένη Βιτάλη, το Γιάννη Πάριο. Δεν υπήρχε διαχωρισμός για μένα. Τους αγαπούσα και με χαρά και τιμή έγραφα για αυτές τις υπέροχες φωνές.
ΧΣ: Αγαπούσατε την ελευθερία αλλά αγαπούσατε και τις ανατροπές; Θυμάμαι το εξώφυλλο του δίσκου «Όλα εδώ θα μείνουν», το 1994, όπου εμφανιστήκατε ως άντρας.
ΣΒ: Ήταν πολύ πρωτοποριακό τότε. Όμως έκανα κι άλλα πράγματα πρώτη που αρχικά αντιμετωπίστηκαν με μένος και μετά τα ακολούθησαν πολλοί. Ένα από αυτά ήταν κι αυτό το εξώφυλλο. Ήταν ιδέα του Αχιλλέα Χαρίτου και μου άρεσε πάρα πολύ.
ΧΣ: Κάποιο παράδειγμα από αυτά που μου λέτε πως κάνατε πρώτη και τα είδατε στην πορεία να γίνονται από άλλους;
ΣΒ: Θα σου πω από πράγματα που έκανα στην τηλεόραση. Από το ότι το σκηνικό ήταν ένα σπίτι ή τις τηλεφωνικές φάρσες στον κόσμο.

ΧΣ: Μου δίνετε ωραία πάσα γιατί ήθελα να μιλήσουμε για το κομμάτι της τηλεόρασης. Στα μέσα των 90ς η τηλεόραση μπαίνει δυναμικά στη ζωή σας και μάλιστα σε καθημερινή βάση. Αισθανθήκατε πως ίσως να αφήσατε λίγο πίσω το κομμάτι της μουσικής;
ΣΒ: Καθόλου, γιατί δεν έγινε αυτό. Τα έκανα παράλληλα. Την περίοδο που ήμουν στην τηλεόραση είχα μερικές από τις καλύτερες μου συνεργασίες όπως με την κυρία Μαρινέλλα, τον Τόλη Βοσκόπουλο κλπ.
ΧΣ: Θα επιμείνω όμως στο κομμάτι των δίσκων, καθώς από το 1996 τα κενά μεταξύ νέων κυκλοφοριών μεγάλωναν.
ΣΒ: Κοίταξε, ήμασταν μια γενιά όπου μας κόψανε τα πόδια οι εταιρίες. Εμείς ήμασταν πολύ καλομαθημένοι. Οι εταιρίες κάποτε μας πλήρωναν, μας έκαναν τις παραγωγές μας. Κι ενώ ήμασταν επάνω στα ντουζένια μας, άλλαξε το σύστημα, οπότε σιγά σιγά άρχισε να αραιώνει η δισκογραφία και σήμερα πια δεν υπάρχει. Δεν είναι λοιπόν πως δεν έκανα δίσκους, γιατί με απορρόφησε η τηλεόραση ή κάτι άλλο. Τον τελευταίο μου δίσκο τον έκανα το 2002. Κι ύστερα οι πόρτες έκλεισαν για τους περισσότερους από τη γενιά μου. Το σύστημα ήθελε να σταματήσει ένας συγκεκριμένος τρόπος συνεργασίας με τους καλλιτέχνες και να δημιουργηθεί ένας νέος, πιο fast food.
ΧΣ: Εσείς, αν και καταλαβαίνω πόσο απογοητευτήκατε από τα νέα δεδομένα της δισκογραφίας, συνεχίσατε να κάνετε προσπάθειες;
ΣΒ: Όχι, βαρέθηκα και βαριέμαι ακόμα. Όταν έχεις ζήσει εποχές με ανθρώπους που γνώριζαν από μουσική και δισκογραφία, που ήταν ιδιαίτερα μορφωμένοι, που ήταν σε όλα τους σπουδαίοι, τι να κάνεις όταν βλέπεις ότι η «δισκογραφία» σήμερα πέρασε σε χέρια ανθρώπων που δε ξέρω καν αν αγαπάνε την ίδια τη μουσική. Όταν έχεις ζήσει τις φωτεινές στιγμές της, δεν έχεις ανάγκη να κάνεις εκπτώσεις. Από την άλλη θα σου πω πως με ένα μαγικό τρόπο, οι άνθρωποι της γενιάς μου είναι σαν κάθε μέρα να έχουμε μία μεγάλη επιτυχία, γεμίζουμε μεγάλους χώρους, ο κόσμος μας αγαπάει.

ΧΣ: Αυτό μου το έχουν πει κι άλλοι συνάδερφοι της γενιάς σας. Πως λόγω των μεγάλων ταχυτήτων των παλαιότερων χρόνων, όπου είχατε κάθε χρόνο δίσκο, συνεχές promo, τραγουδούσατε κάθε βράδυ, δεν κατάλαβαν τότε το μέγεθος της επιτυχίας και της αγάπης και το αντιλαμβάνονται σήμερα.
ΣΒ: Υπάρχει μεγάλη αγάπη και δεν είναι μόνο από τον κόσμο που μεγαλώσαμε μαζί. Το 60% είναι από τα νέα παιδιά. Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Και πιστεύω πως όταν κάνεις κάτι καλό στην τέχνη, δεν έχει όριο σε ποια ηλικία απευθύνεται. Θα είναι πάντα διαχρονικό.
ΧΣ: Εκτός από το δισκογραφικό σας κομμάτι ως ερμηνεύτρια, υπάρχει και αυτό που υπογράψατε ως δημιουργός. Και θα ήθελα να μιλήσουμε για δύο από αυτούς τους δίσκους. Αρχικά το «Εκτός έδρας», με την Αρλέτα.
ΣΒ: Δίσκος που αναγνωρίστηκε πολύ… μετά. Όταν βγήκε δεν πήγε καλά. Επίτρεψε μου να πω πως θεωρώ ότι ήταν ένας δίσκος πολύ μπροστά από την εποχή του. Η Αρλέτα με αγαπούσε πάρα πολύ και μου ζήτησε να κάνουμε αυτόν το δίσκο. Για μένα ήταν μεγάλη τιμή γιατί την άκουγα από μικρή. Χρήστο θα σου πω το εξής. Όπου κι αν έφτασα καλλιτεχνικά, δεν μπόρεσα ποτέ να νιώσω ίση με τους ανθρώπους που με «μεγάλωσαν». Μέσα μου έχω πάνω από όλα την ιεραρχία. Για τους μέντορες μου ένιωθα σεβασμό και δέος. Αυτό ένιωθα και για την Αρλέτα, παρόλο που αναπτύξαμε ισχυρή φιλία.

ΧΣ: Να υποθέσω πως η Αρλέτα δεν είχε το άγχος του αν θα κάνει επιτυχία.
ΣΒ: Καθόλου και το ίδιο άγχος δεν είχα κι εγώ ποτέ για τις δικές μου δουλειές.
ΧΣ: Υπογράψατε όμως και τον τελευταίο δίσκο της Τζένης Βάνου, την «Αγία αχαριστία». Ομολογώ πως την λατρεύω και θα ήθελα να μάθω για αυτή τη συνεργασία. Ήταν δύσκολο για εσάς το να γράψετε για μια γυναίκα με τέτοια ιστορία;
ΣΒ: Δεν ήταν δύσκολο γιατί ήταν λες και την ήξερα χρόνια. Υπήρξε μια απίστευτη χημεία και αγάπη και ένιωσα επίσης μεγάλη τιμή να γράψω για αυτήν την τεράστια ερμηνεύτρια. Στο studio ήταν εξαιρετική, απέδωσε πολύ ωραία τα τραγούδια και ήμασταν όλοι δίπλα της με αληθινή αγάπη.

ΧΣ: Τι προσδοκίες μπορεί να είχε η ίδια η Βάνου τότε; Διότι και η ίδια αναγνώριζε πως εμπορικά δεν ήταν σε καλές εποχές.
ΣΒ: Δε πιστεύω πως θέλησε αυτή τη δουλειά γιατί είχε εμπορικές προσδοκίες. Πιστεύω πως είχε καλλιτεχνική ανάγκη να κάνει ένα δίσκο με ωραία τραγούδια.
ΧΣ: Η ίδια σας ζήτησε αυτή τη συνεργασία;
ΣΒ: Ναι.
ΧΣ: Λίγο πριν κλείσουμε θα κάνω μια μάλλον προβλεπόμενη ερώτηση. «Άνοιξη». Έχοντας περάσει πλέον τα χρόνια, νιώθετε πως με τον τρόπο σας είστε νικήτρια στη Eurovision;
ΣΒ: Χρήστο μου με ρωτάνε συχνά αν νιώθω πως αδικήθηκα και απαντώ: «Παιδιά, τι σημαίνει αδικία; Το φαίνεσθαι; Όχι». Λες και έβαλε Ο Θεός το χεράκι Του και το έχει αγιάσει αυτό το τραγούδι. Πιο ευλογημένα τραγούδια από την «Άνοιξη» και το «Φιλαράκι» υπάρχουν;
ΧΣ: Θελήσατε να προσπαθήσετε ξανά στο διαγωνισμό;
ΣΒ: Όχι. Χρήστο μου, ας αφήσουμε χώρο στα νέα παιδιά επιτέλους. Θα πήγαινα ευχαρίστως ως δημιουργός, ως voice coach, ακόμη και για φωνητικά. Θα ήμουν πολύ χαρούμενη αν ήμουν κάπου κρυμμένη και έκανα φωνητικά σε ένα νέο παιδί.
ΧΣ: Ποιος είναι ο στίχος ή το τραγούδι που είτε γράψατε εσείς είτε όχι, είναι η Σοφία Βόσσου;
ΣΒ: Μάλλον με περιγράφει η «Μετακόμιση». Γιατί γενικότερα μετακομίζω, σε όλα τα επίπεδα.
ΧΣ: Να κλείσουμε με την εκκρεμότητα που αφήσαμε στην αρχή; Η δισκογραφική διαδρομή σας ήταν αναρχική ή ελεύθερη;
ΣΒ: Και τα δύο μαζί. Ο αυθεντικός αναρχικός άνθρωπος και χαρακτήρας είναι πάντα ελεύθερος. Δε φυλακίζεται. Κι εγώ είμαι ελεύθερη.



