
γράφει ο Αρχιμήδης Παναγιωτίδης
Οι πόλεις είναι ΚΑΙ η υπο/αντικουλτούρα τους. Είναι τα στέκια. Οι μουσικές. Οι εικόνες.
Σίγουρα είναι οι άνθρωποι. Οι αναμνήσεις και η νεότητά σου. Οι δρόμοι. Οι μυρωδιές. Τα ξενύχτια. Τα μεθυσμένα φλερτ στην μπάρα. Οι νύχτες στο Berlin -ποιες νύχτες δηλαδή- τα ξημερώματα… Η Προξένου Κορομηλά, η Λώρη Μαργαρίτη, το Λούκι Λουκ, το Νερό Που Καίει, το Resi, o Θερμαϊκός. Οι Mushrooms. Να! Πάλι η νεότητα του Προυστ στο Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο. Ήταν ωραία τότε γιατί ήμασταν νέοι. Αυτό.
Η μελαγχολία που κουβαλάνε οι άνω των -άντα, -ήντα και βάλε είναι πλέον αβάσταχτη. Η πόλη αλλάζει. Περπατάς στους ίδιους δρόμους, τίποτα όμως δε θυμίζει τα “παλιά”. Ίσως να είναι και καλύτερα. Ίσως όχι.
Νομίζω μερικοί άνθρωποι δε φεύγουν ποτέ. Θα είναι πάντα εκεί. Πίσω από την μπάρα, πίσω από ένα μικρόφωνο, πίσω από μια δισκοθήκη. Κάποιοι κολλητοί, κάποιοι όχι, αλλά τι πειράζει; ‘Ολοι χαμογελαστοί, με τις χαρακτηριστικές τους φωνές, να φωνάζουν, να καπνίζουν, να συζητάνε για νέες μουσικές, νέα στέκια, νέες ιδέες. Ο Θόδωρας ο Μπερλινάς, ο Πέρρος, ο Μανιος, ο Πλούτο και τόσοι άλλοι που ξεχνώ.
Δες τι έγινε πάλι… Πας να αποχαιρετήσεις κάποιον και μιλάς για όλα αυτά που σε σημάδεψαν νέο. Είναι όμως σίγουρο ότι αυτοί που λείπουν από ανάμεσά μας θα χαίρονται γι’ αυτό!
Αντίο, Θόδωρα. You took the walk on the wild side with us…



