
Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης
Οι Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη είναι ένα κινηματογραφικό ποίημα, μια ταινία βαθιά ανθρώπινη, τρυφερή και μελαγχολική, που εξερευνά τη μοναξιά, την ανάγκη για επαφή και την αδιόρατη ομορφιά της απογυμνωμένης από κόσμο Αθήνας του Αυγούστου. Πρόκειται για μια σπονδυλωτή σύνθεση τριών ιστοριών που, αν και ασύνδετες σε επίπεδο πλοκής, ενώνονται θεματικά μέσα από έναν κοινό παλμό: την αδιόρατη λαχτάρα του ανθρώπου να βρει συντροφικότητα μέσα στη σιωπή και την ακινησία του καλοκαιριού.
Η πόλη, αυτή η Αθήνα που ο Βούλγαρης γνώρισε όμορφη και ανθρώπινη, έχει μεταμορφωθεί σε ένα πεδίο επιβίωσης τεσσάρων εκατομμυρίων ψυχών. Όμως, τον Αύγουστο, όταν οι περισσότεροι την εγκαταλείπουν, απομένει άδεια και σιωπηλή, έτοιμη να φανερώσει όσα η καθημερινότητα κρύβει. Στην έρημη αυτή πόλη, μένουν πίσω όσοι δεν έχουν πού να πάνε, όσοι την προτιμούν έτσι ή όσοι απλώς δεν ανήκουν πουθενά. Εκεί γεννιούνται και οι τρεις ιστορίες της ταινίας.

Η πρώτη ιστορία αφορά έναν μοναχικό τραπεζικό υπάλληλο (Αλέκος Ουδινότης), που κάθε απόγευμα, την ίδια ακριβώς ώρα, δέχεται ερωτικά τηλεφωνήματα από μια άγνωστη γυναίκα. Χωρίς να γνωρίζει τίποτα για εκείνη, αρχίζει να ζει μέσα από τη φωνή της. Μια παράξενη σχέση χωρίς πρόσωπο, αλλά με υπαρξιακό βάθος.
Η δεύτερη ιστορία ακολουθεί μια ηλικιωμένη γυναίκα (Αλέκα Παΐζη), που γνωρίζει μια νεαρή γειτόνισσα (Θέμις Μπαζάκα), η οποία μόλις μετακόμισε στη γειτονιά. Η φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσά τους γεφυρώνει δύο γενιές, δύο διαφορετικούς κόσμους που τελικά μοιράζονται τις ίδιες ανάγκες: κατανόηση, συντροφικότητα, μια ζεστή λέξη.
Η τρίτη ιστορία, ίσως η πιο συγκινητική, ακολουθεί έναν πρώην ναυτικό (Θανάσης Βέγγος), που βοηθά μια γυναίκα (Χρυσούλα Διαβάτη) όταν λιποθυμά στον ηλεκτρικό. Η γυναίκα πενθεί τον θάνατο του άντρα της, κι εκείνος, σιωπηλά, της προσφέρει φροντίδα, παρουσία, μια ήσυχη δύναμη που ανακουφίζει.
Οι χαρακτήρες αυτών των ιστοριών δεν έχουν τίποτα να χάσουν – γιατί τους έχουν απομείνει λίγα. Και είναι ίσως αυτός ο λόγος που τολμούν. Η πανσέληνος, η σιωπή, η ζέστη, η απουσία του θορύβου και των κοινωνικών συμβάσεων τούς δίνουν χώρο να ανοιχτούν. Να κάνουν πράγματα που δεν θα τολμούσαν άλλες εποχές. Να πουν πράγματα που αλλιώς δεν θα έλεγαν ποτέ.
Η μουσική της ταινίας Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου αποτελεί έναν από τους πιο τρυφερούς και ώριμους ηχητικούς σχολιασμούς του Μάνου Χατζιδάκι στον κινηματογράφο. Είναι η προτελευταία του σύνθεση στον κινηματογράφο, και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της ώριμης δημιουργικής του φάσης: λιτότητα, συγκίνηση, εσωτερικότητα. Οι μελωδίες δεν έρχονται να υπογραμμίσουν απλώς τις σκηνές, αλλά λειτουργούν σχεδόν υπαρξιακά, σαν να ακούμε τις σκέψεις των ηρώων, τα ανείπωτα που τους βαραίνουν, τις στιγμές που μένουν μετέωρες στη σιωπή. Ο Χατζιδάκις μελοποιεί λόγια του Νίκου Γκάτσου, συνθέτοντας τραγούδια που δεν επιδιώκουν να ξεχωρίσουν αυτάρκως, αλλά να γίνουν οργανικό κομμάτι του συναισθηματικού ρυθμού της ταινίας. Το αποτέλεσμα είναι μια μουσική ατμόσφαιρα σχεδόν αόρατη, παρούσα όμως σε κάθε λεπτομέρεια. Σαν ένα χαμηλό φως που φωτίζει τις πιο κρυφές πτυχές της μοναξιάς, της τρυφερότητας και της ανάγκης για επαφή. Τα τραγούδια της ταινίας, με τη χαρακτηριστική μελαγχολία και ευγένεια του συνθέτη, αντηχούν πολύ πέρα από τον χρόνο προβολής και δεν λειτουργούν απλώς συνοδευτικά, αλλά είναι οργανικά δεμένες με το συναισθηματικό τοπίο των χαρακτήρων. Είναι ηχηρές παύσεις σε μια ταινία όπου η σιωπή έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα εσωτερικό, άρρητο τραγούδι που συνοδεύει διακριτικά την αυγουστιάτικη σιωπή της πόλης και των ανθρώπων της.

Η φωτογραφία και το μοντάζ του Ντίνου Κατσουρίδη, μορφής του παλιού ελληνικού σινεμά, αποτυπώνουν με ακρίβεια την ατμόσφαιρα της αυγουστιάτικης Αθήνας. Η πόλη δεν είναι απλώς φόντο – είναι ένας ακόμη χαρακτήρας. Οι φωτισμοί, τα άδεια βαγόνια, τα ηλιοκαμένα πεζοδρόμια, όλα υπηρετούν την αίσθηση της παύσης, της ησυχίας του Αυγούστου.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η ερμηνεία του Θανάση Βέγγου, που υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Βούλγαρη αποδεικνύει ξανά τη συγκλονιστική του ικανότητα να κινείται μεταξύ εσωτερικότητας και αυθεντικότητας. Για την ερμηνεία του, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου. Η συνεργασία του με τον Βούλγαρη, όπως και με τον Αγγελόπουλο ή τον ίδιο τον Κατσουρίδη, τον ανέδειξε σε κάτι πολύ περισσότερο από κωμικό ηθοποιό – σε έναν βαθύ ανθρώπινο ερμηνευτή.
Οι Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου συμμετείχαν στο διαγωνιστικό τμήμα των φεστιβάλ του Βερολίνου και του Σικάγο, ενώ στην Ελλάδα γνώρισαν θερμή αποδοχή, κόβοντας 50.000 εισιτήρια και καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση της σεζόν 1991–1992. Η ταινία έχει διάρκεια 108 λεπτών και συγκαταλέγεται στις πιο ώριμες και συγκινητικές δημιουργίες του Βούλγαρη.
Δεν υπάρχει καμία άλλη εποχή που να μας φέρνει τόσο κοντά στον εαυτό μας όσο ο Αύγουστος. Και καμία άλλη ταινία που να αποτυπώνει με τόση ευγένεια, μελαγχολία αλλά και διακριτική αισιοδοξία αυτή τη μοναδική συνθήκη της ελληνικής ζωής. Οι Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου δεν είναι απλώς μια ταινία, είναι ένας καθρέφτης εκείνων των στιγμών που, μέσα στην απλότητά τους, γίνονται ανθρώπινα σημαντικές.


