Για έναν λάτρη της ελληνικής δισκογραφίας, ιστορίες και περιστατικά που δεν έχουν βγει στο «φως», είναι από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που μπορούν να του συμβούν.
O Τόλης Κετσελίδης είναι ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος να μας διηγηθεί ιστορίες που έχει βιώσει. Ηχολήπτης, ενορχηστρωτής, μουσικός, συνθέτης και ιδιοκτήτης ενός εκ των ιστορικότερων studio ηχογραφήσεων στην Ελλάδα, το «Studio Libra», θυμάται και μοιράζεται μαζί μας αναμνήσεις μιας ζωής γεμάτη μουσική και υπέροχες μελωδίες.
Τον ευχαριστώ για τη θερμή φιλοξενία και οφείλω να αναγνωρίσω και δημόσια και ένα ακόμη μεγάλο ταλέντο του. Αυτό στη μαγειρική.

Του Χρήστου Σατανίδη
Γεννήθηκα στο Βέλγιο, από γονείς μετανάστες. Ευγνωμονώ τη μητέρα μου, γιατί όταν έπρεπε να πάω δημοτικό με έστειλε στην Ελλάδα. Από το γυμνάσιο μέχρι και σήμερα, είμαστε στενοί φίλοι με τον Σπύρο Πάζιο (Κιθαρίστας στις «Μουσικές Ταξιαρχίες» και συνθέτης πολλών επιτυχιών). Με είχε κερδίσει η μουσική και επέστρεψα στο Βέλγιο με τον Σπύρο, όπου και διαμόρφωσα την πολυσχιδή προσωπικότητα που διαθέτω μέχρι σήμερα. Ξεκίνησα να δουλεύω για το μεροκάματο, σε ελληνικά κέντρα του Βελγίου. Παίζαμε «τουριστικά» τραγούδια, όπως «Τα παιδιά του Πειραιά». Τα πρωινά δούλευα ως βοηθός σε studio ηχογραφήσεων, για να μαθαίνω τη δουλειά.
Είχα στο σπίτι μου ένα μικρό studio, όπου έκανα κάποια demos. Μεταξύ άλλων και αυτό των Ιταλών το «J’aime la vie» που δόθηκε μετά στην Sandra Kim και κέρδισε στο διαγωνισμό της Eurovision, το 1986.
Η Eurovision, με απασχόλησε και στο μέλλον, όταν πλέον είχα ανοίξει το «Studio Libra», μιας και εκεί ηχογραφήσαν η Σοφία Βόσσου, η Κλεοπάτρα, η Καίτη Γαρμπή και η Μαριάννα Ζορμπά τα τραγούδια με τα οποία συμμετείχαν στο διαγωνισμό.
Μαζί με τον ξάδερφο μου, τον παραγωγό Βαγγέλη Γιαννόπουλο μας έφερε στην Ελλάδα ο Χρήστος Λαμπράκης, να φτιάξουμε τον «Top Fm». Ήταν ο πρώτος ιδιωτικός ραδιοφωνικός σταθμός στην Ελλάδα. Δούλεψα κάνοντας την καλλιτεχνική παραγωγή και ταυτόχρονα άνοιξα το 1989, το «Studio Libra», στο Παγκράτι.
Από τις πολύ πρώτες δουλειές που έκανα, ήτανε οι «Μέρες της φωτιάς» του Στέφανου Κορκολή. Του είμαι ευγνώμων διότι αν και ήδη ο Στέφανος είχε κάνει εξαιρετικές ενορχηστρώσεις σε δίσκους κορυφαίων ονομάτων, στο δικό του δίσκο με έβαλε συνενορχηστρωτή. Αυτό μου έφερε πολύ γρήγορα δουλειές, οι οποίες δε σταμάτησαν να έρχονται για πάνω από 20 χρόνια.
Παράλληλα έγραψα κι εγώ ως συνθέτης τραγούδια στην Καίτη Γαρμπή, την Κωνσταντίνα, τον Γιάννη Βογιατζή και φυσικά στη σύζυγο μου Πένυ Ξενάκη.

Η συζήτηση μας με τον Τόλη Κετσελίδη συνεχίστηκε χωρίς να χρειαστεί να τον ρωτάω για συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Οι μνήμες του από συνεργασίες με σπουδαίους ηθοποιούς και τραγουδιστές ζωντανές και τις μοιράζεται μαζί μας.
Ειρήνη Παπά: Ετοιμάζαμε την παράσταση για το έργο «Θεοδώρα, η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Ήταν μια παράσταση στα Ιταλικά που είχε ανέβει σε πόλεις του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά πριν κλείσει. Τη μουσική είχε γράψει ο Στέφανος Κορκολής και στην παράσταση παίζαμε οι δυο μας, σε έναν κύκλο keyboards ο καθένας. Υπήρχε μια σκηνή λοιπόν, όπου η Παπά έλεγε στα ιταλικά τη φράση «Οra Theodora», που σημαίνει «Τώρα Θεοδώρα». Σε μία από τις παραστάσεις, εκεί που έλεγε αυτή τη φράση, πετάγομαι και φωνάζω «8 παρά τέταρτο». Από τα γέλια φύγαμε από τη σκηνή και η Παπά, ο Κορκολής κι εγώ. Με έβριζε μετά η Παπά, γελώντας φυσικά. Η ίδια με έκανε να πιστεύω λίγο και στο «μάτι». Σε μία πτήση καθόμουν δίπλα της, έχοντας ένα πονοκέφαλο ημερών, που θεώρησα πως ήταν από τις πολλές ώρες που ήμουν στο studio. Της το είπα και επέμενε να με ξεματιάσει. Εγώ δεν πίστευα καθόλου σε αυτά. Κι όμως σε δευτερόλεπτα, ο πόνος εξαφανίστηκε. Χωρίς να θέλω να αδικήσω κανέναν από όσους συνεργάστηκα, αυτήν τη γνωριμία την έχω σε ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Ήταν «ακριβό» πλάσμα η Ειρήνη.
Στέφανος Κορκολής: Όπως ήδη ανέφερα, στον Στέφανο οφείλω ότι άρχισαν να έρχονται οι δουλειές. ‘Όταν έπαιζε πιάνο ήταν ασυγκράτητος και μπορούσε να κάνει μια μετατροπή ασύλληπτη. Από τον Στέφανο λοιπόν έμαθα να τολμάω και εγώ στην παραγωγή που είχα αναλάβει και να ψάχνω να βρω το κάτι παραπάνω που θα έβαζα στην ενορχήστρωση. Υπέροχος άνθρωπος και αγαπημένος φίλος.
Ελένη Βιτάλη: Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου, που μέσα από τη δουλειά μου ζούσα κάποιους ανθρώπους από κοντά. Τραγουδούσαν «για μένα» αυτοί οι άνθρωποι. Η Ελένη, ένα υπέροχο πλάσμα. Ηχογραφούσαμε και έπρεπε να κάνει έναν αμανέ, που εγώ τον είχα βρει υπέροχο. Η Ελένη ήθελε να το γράψουμε ξανά, και στη μίξη βρέθηκα με δύο υπέροχους αμανέδες και δεν ήξερα ποιόν να διαλέξω!
Μαίρη Λίντα: Την ίδια τύχη ένιωσα όταν συνεργαστήκαμε με τη Μαίρη Λίντα, το 1995 για το δίσκο «Μάνα μου», σε μουσική Γιάννη Σπανού. Αυτό που θυμάμαι έντονα από αυτές τις ηχογραφήσεις είναι τη χαρά που μετέδιδε η Λίντα. Πολλοί τραγουδιστές που δεν είναι σε μια εποχή μεγάλης ακμής, έχουν το άγχος του «Να κάνω επιτυχία ξανά, να κάνω come back». Δεν ένιωσα ποτέ τη Λίντα να έχει την παραμικρή αγωνία, παρά μόνο τη χαρά της .Εξάλλου καλλιτέχνες που τραγουδάμε πάντα τα τραγούδια τους, δεν έχουν ανάγκη από comeback.
Πένυ Ξενάκη: Στον δίσκο με τη Λίντα χρωστάω όχι μόνο τη συνεργασία μου με την Πένυ, αλλά και το ότι μέχρι σήμερα είμαστε παντρεμένοι και αγαπημένοι. Την παραγωγή του δίσκου της Λίντα είχε αναλάβει ο Κώστας Κωτούλας, ο οποίος θα έκανε και την παραγωγή του δίσκου της Πένυς. Εγώ την Πένυ την είχα ακούσει, όσο ζούσα ακόμη στο Βέλγιο, από τη συμμετοχή της στο δίσκο με τους «Αγώνες της Κέρκυρας» σε επιμέλεια Μάνου Χατζηδάκι. Την είδα ως θεατής, όταν δούλευε με το Γιώργο Μαρίνο. Γνωριστήκαμε στο studio. Θα γελάσεις αλλά ένα από τα πρώτα πράγματα που πρόσεξα στην Πένυ, ήταν πως στο παλτό της είχε κάποιες τριχούλες από ζώο. Η κοινή μεγάλη μας αγάπη προς τα ζώα, ήταν από αυτά που μας ένωσαν πιο γρήγορα.
Καίτη Γαρμπή: Κατ’ αρχάς είναι ένα χρυσό παιδί. Ηχογραφούσαμε μαζί τον δίσκο της «Του φεγγαριού αναπνοές», που την εκτόξευεσε. Σε αυτόν το δίσκο, τους περισσότερους στίχους έγραψε η Τασούλα Θωμαϊδου και συνεργαστήκαμε τρεις άνθρωποι, που είχαν και έχουν ακόμη λατρεία στα ζώα. Στην Καίτη είχαμε γράψει μαζί με την Τασούλα το τραγούδι «Τσιφτετέλι» που ήταν και το πιο λαϊκό του δίσκου. Είχαν συλλέξει το επιθυμητό υλικό για το album, αλλά έλειπε ένα τραγούδι και μου ζητήθηκε να το γράψω εγώ. Το ετοιμάσαμε σε ελάχιστο χρόνο και μέχρι σήμερα, πολλοί θαυμαστές της Καίτης μου λένε ότι είναι από τα αγαπημένα τους. Είχε γίνει τότε μεγάλη επιτυχία.
Άντζελα Δημητρίου: Τεράστιο κεφάλαιο. Είναι ένας ανθισμένος κήπος και τη θεωρώ από τα καλύτερα πλάσματα που έχω γνωρίσει. Συνεργαστήκαμε σε τρεις δίσκους. Της είχα κάνει τις ενορχηστρώσεις για τις «Μαργαρίτες», στις εκτελέσεις που κυκλοφόρησαν στα Τούρκικα και στα Αράβικα. Επειδή έγραφα μουσική για σειρές και επιθεωρήσεις, με είχε καλέσει η Έλντα Πανοπούλου να γράψω μουσική για την παράσταση που θα ανέβαζε. Μου είπε ότι θα συμμετείχε και η Άντζελα. Είχα απορήσει τι ακριβώς θα έκανε σε μια επιθεώρηση και μου είχε απαντήσει «Θα κάνει την Άντζελα». Το δεύτερο μέρος της παράστασης ήταν ένα πρόγραμμα δικό της, όπου ενορχηστρώσαμε εκ νέου τα τραγούδια της. Υπέροχη και υπάκουη στη συνεργασία. Πέρασα θαυμάσια μαζί της.
Κωνσταντίνα: Με την Κωνσταντίνα γνωριστήκαμε στο δίσκο του Κορκολή, «Μέρες της φωτιάς», όπου υπήρχε το ντουέτο «Στους πέντε άνεμους». Κάναμε μαζί το δίσκο «Μια Ελλάδα φως». Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι του Yanni και έκανα την ίδια ενορχήστρωση, στον τόνο της Κωνσταντίνας. Είχα γράψει δύο τραγούδια σε αυτόν το δίσκο. Εξαιρετικό πλάσμα. Ακόμα βρισκόμαστε και τα λέμε. Κάποιο χαρακτηριστικό γεγονός με την ίδια την Κωνσταντίνα δεν έχω να διηγηθώ, αλλά εξαιτίας αυτού του δίσκου, γνώρισα τον Yanni. Όταν ήρθε ο ίδιος να δώσει συναυλία στο Ηρώδειο, ήθελε να παίξει λίγο πιάνο, να «ξεμουδιάσει» τα χέρια του. Γνώριζα τον ξάδερφο του, αλλά στο studio δεν είχα κανονικό πιάνο, μόνο ηλεκτρικό. Ήρθε όμως, μελέτησε και έχοντας ακούσει την διασκευή μου είχε πει πόσο του άρεσε η ενορχήστρωση, που κράτησα κάποια κομμάτια που θεωρούσε και ο ίδιος σημαντικά.
Λία Βίσση: Εκτός από αγαπημένη φίλη, τη Λία θα τη χαρακτήριζα ως «Μάνα των φωνητικών της ελληνικής δισκογραφίας». Οι ώρες που ήταν στο studio, αμέτρητες. Κάναμε μαζί και δύο δίσκους αλλά και εκατοντάδες ηχογραφήσεις για φωνητικά. Θαύμαζα πάντα στη Λία, εκτός του ότι έχει φωνάρα, πως είναι μία αληθινή καλλιτέχνης. Την ενδιέφερε πάντα το μουσικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και όχι το να γίνει star ή να κάνει πράγματα, για να πουλήσει περισσότερο.
Νίκος Καρβέλας: Με το Νίκο έχω να θυμηθώ μια αστεία ιστορία. Δεν είχαμε γνωριστεί και του πρότεινε ο παραγωγός της Sony Music, Γιάννης Δουλάμης, να ετοιμάσει το δίσκο του στο studio μου. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο και το πρότεινα να έρθει να δει το χώρο, διότι δεν ήταν τόσο μεγάλος, όσο κάποια άλλα studio που έγραφε. Μου απάντησε πως, εφόσον το πρότεινε ο Δουλάμης δεν υπήρχε λόγος να έρθει. Του είχε εμπιστοσύνη. Την ημέρα που θα γράφαμε πρώτη φορά, ήρθαν οι μουσικοί, ετοίμασαν τα όργανα τους και όταν ήρθε ο Νίκος, τελικά του φάνηκε μικρός ο χώρος και αυτή η συνεργασία δεν έγινε ποτέ.
Ζωζώ Σαπουντζάκη: Είχα ήδη γράψει μουσική σε επιθεωρήσεις και είχα στενή συνεργασία με τον Φώτη Μεταξόπουλο. Στην -τότε- νέα επιθεώρηση που είχε αναλάβει ο Μεταξόπουλος θα συμμετείχε και η Ζωζώ. Μου δίνει ο Φώτης το τηλέφωνο της για να έρθει στο studio, να βρούμε τον τόνο της, ώστε να ετοιμάσω τις μουσικές. Μιας και δε γνωριζόμασταν, μου ζήτησε να πάω να τη βρω στο ξακουστό σπίτι της, στην Κινέτα. Της εξήγησα πως δεν γίνεται για πρακτικούς λόγους αλλά η ίδια επέμενε. Και πως να χαλάσεις χατήρι στη Ζωζώ; Την ημέρα που ήταν να πάω, έγραφε μπουζούκι σε μένα ο Γιάννης Μπιθικώτσης, με τον οποίον ήταν φίλοι. Του είπα τι είχε συμβεί και ο Γιάννης ανέλαβε «δράση». Την πήρε τηλέφωνο, της είπε πως «Όταν μιλάς με τον Τόλη θα είναι σαν να μιλάς με μένα» και έτσι ήρθε. Από τότε αγαπηθήκαμε πολύ και πάντα η Ζωζώ έλεγε «Ότι πει ο μαέστρος».
Σωτήρης Μουστάκας: Αυτό που νομίζω πως δε ξέρει ο κόσμος είναι ότι ήταν τρομερός τραγουδιστής. Απίστευτη φωνή. Δεν ήταν τυχαίο όμως που τον λάτρευε ο κόσμος αφού ήταν υπέροχος χαρακτήρας και με το πιο «δολοφονικό» χιούμορ. Ήταν ένας λιγομίλητος άνθρωπος. Όποτε βρισκόμασταν με μεγάλη παρέα, μιλούσαμε όλοι και ο Σωτήρης ελάχιστα. Στο τέλος έλεγε με πολύ σοβαρό ύφος την πιο «θανατηφόρα» ατάκα και τα «γκρέμιζε» όλα.
Μάρθα Βούρτση: Με την κυρία Βούρτση γνωριστήκαμε, μιας και είχα αναλάβει μουσική και ενορχηστρώσεις στο σήριαλ «Η Ελίζα και οι άλλοι». Όπως ίσως οι περισσότεροι, την είχα συνδέσει με τις μελό ταινίες. Όταν ήρθε στο studio δεν πίστευα αυτό που συνάντησα. Μια γυναίκα με απίστευτο κέφι, τρομερό χιούμορ και υπέροχη φωνή. Σαν έναν ανθισμένο κήπο θυμάμαι αυτήν την αληθινή κυρία. Συνεργαστήκαμε και αρκετά χρόνια μετά, όταν έγραψα μουσική στα παιδικά βιβλία της Αργυρώς Αγγελοπούλου.
Μίμης Πλέσσας: Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του σε ζωντανές εμφανίσεις. Παρόλο που η θέση μου στη σκηνή ήταν κοντά στο κέντρο, κατά τη διάρκεια της παράστασης πήγαινα όλο και πιο κοντά του. Ήθελα να βλέπω τον τρόπο με τον οποίο έπαιζε πιάνο. Ήταν τόσο γλυκός άνθρωπος, που μου έλεγε να πάω στη θέση μου, στο κέντρο, να φαίνομαι κι εγώ.

Σταμάτης Γονίδης: Με τον Σταμάτη έχω ζήσει δύο μοναδικές εμπειρίες. Η πρώτη έχει να κάνει με το διάστημα που είχε μπει φυλακή. Ετοιμάζαμε το δίσκο του και μας είχανε μείνει μόνο δύο τραγούδια. Όμως μας πρόλαβε η σύλληψη του. Θέλοντας να ολοκληρωθεί ο δίσκος, σκεφτήκαμε να βρούμε ένα ειδικό μαγνητόφωνο, ώστε να ηχογραφήσει τα τραγούδια από τη φυλακή. Σκέψου τι διαφήμιση θα ήταν! Ξεκινάω ψάχνω, γιατί δεν ήταν εύκολο να βρεθεί αυτό το μαγνητόφωνο, αλλά πρόλαβε και αποφυλακίστηκε.
Η δεύτερη είναι ακόμα καλύτερη. Ετοιμάζαμε έναν άλλο του δίσκο, έχει μπει για πρόβα, έχει βάλει ακουστικά αλλά, όπως έλεγε ο ίδιος, δεν τον «πείραζε» ο ήχος. Δεν του άρεσε δηλαδή αυτό που άκουγε. Του προτείνω να έρθει έξω στην κονσόλα, να πάρει το μικρόφωνο, να ακούει από τα ηχεία και να δοκιμάσει αν τον «πειράζει» ο ήχος. Τελικά του άρεσε, αρχίσαμε να γράφουμε έτσι μιας και το αποτέλεσμα έβγαινε πολύ καλό. Ρωτάει τότε ο Σταμάτης τον παραγωγό του «Το έχει κάνει άλλος αυτό, να ηχογραφήσει δίσκο έτσι;». Του απαντά ο παραγωγός του «Ναι, ο Peter Gabriel». Ο Γονίδης δεν τον ήξερε και του κάνει νόημα ο παραγωγός του πως πρόκειται για πολύ καλό τραγουδιστή. Πριν τελειώσει ο δίσκος, τον επισκέφθηκαν κάποιοι φίλοι του και είδαν το πως ηχογραφούσε και τον ρωτούσαν «Μα τι κάνεις Σταμάτη;» και τότε γυρίζει και τους απαντά με περηφάνια «Μόνο εγώ και ο Peter Gabriel».

Τα πρώτα: Έχω κάνει πολλούς πρώτους δίσκους ανθρώπων που έκαναν σημαντική καριέρα, όπως ο Δημήτρης Μπάσης, ο Βαλάντης. Θυμάμαι τη Νατάσα Θεοδωρίδου, που έκανε το πρώτο της demo αλλά και τον Γιάννη Πλούταρχο, πριν γίνει ο Πλούταρχος. Έβγαζαν τότε οι εταιρίες εορταστικούς δίσκους, με σουξέ που μπορεί να τα έλεγαν τραγουδιστές άλλων εταιριών και τα γράφαμε σε νέα εκτέλεση με νέα παιδιά.

Σήμερα: Ευτυχώς πρόλαβα τη δισκογραφία μέχρι και τις τελευταίες καλές της στιγμές. Μετά το 2000 άρχισε η μεγάλη πτώση και σήμερα δισκογραφία δεν υπάρχει. Λυπάμαι γιατί ενώ υπάρχουν σημαντικά ταλέντα, η εποχή θα εμποδίσει στη διαχρονικότητα τους. Τώρα ακούς 10 δευτερόλεπτα από ένα τραγούδι σε μια εφαρμογή και το αφήνεις εκεί, γιατί έχεις ειδοποίηση από μία άλλη. Ελπίζω σύντομα να καταλάβει και ο κόσμος και οι υπεύθυνοι στη μουσική βιομηχανία, πόσο λάθος έχουν κάνει. Διότι μάθανε τον κόσμο να μην ακούει και να μην αγαπάει τη μουσική.
Η συζήτηση με τον Τόλη Κετσελίδη, είχε δεκάδες διακοπές στην ηχογράφηση, διότι κάποια πράγματα δεν είναι προς δημοσίευση. Θα μπορούσα να ακούω ιστορίες γύρω από την ελληνική δισκογραφία, ώρες ατέλειωτες. Τον ευχαριστώ για όσα θέλησε να μοιραστεί και για μια από τις ωραιότερες μακαρονάδες που έφαγα ποτέ. Εις το επανιδείν!




