
Από τον Γιώργο Καρακασίδη
«Η κακιά η ώρα».
Πόσες φορές έχει χρησιμοποιηθεί αυτή η φράση για να δικαιολογήσει μια αποτρόπαια πράξη – συνήθως μια δολοφονία. Κάτι απρόβλεπτο, κάτι στιγμιαίο, κάτι που “δεν ήταν γραφτό”. Έτσι θέλει να πιστέψει και ο κοινωνικός περίγυρος εδώ, για τον φόνο ενός Άραβα από τον φιλήσυχο, λιγομίλητο λευκό Γαλλοαλγερινό υπάλληλο, τον Μερσώ.
Όταν τον ρωτούν για την αιτία της πράξης του, εκείνος απαντά απλά: έφταιγε ο ήλιος. Μια απάντηση που δεν μπορεί να σταθεί ως κίνητρο, γιατί δεν υπακούει σε καμία λογική αναγνωρίσιμη από τον κόσμο. Πώς εξηγείται, λοιπόν, αυτή η απάθεια; Αυτή η σχεδόν προκλητική έλλειψη ενστίκτου επιβίωσης; Είναι η ίδια στάση που είχε επιδείξει και στην κηδεία της μητέρας του, όταν δεν θρήνησε; Μάλλον ναι — και ίσως αυτό είναι που τελικά δεν του συγχωρεί ο κόσμος. Όχι τόσο τον φόνο — που άλλωστε αντανακλά την αποικιοκρατική στάση των Ευρωπαίων απέναντι στον «ανώνυμο» Άραβα — όσο την άρνησή του να υπακούσει σε οποιονδήποτε από τους ηθικούς κανόνες πάνω στους οποίους έχει οικοδομηθεί η κοινωνία.
Ο Μερσώ, απαλλαγμένος από την πίστη σε κάποιο ανώτερο πνεύμα —και άρα από την ηθική που απορρέει από αυτό— κινείται με μια ωμή, σχεδόν βίαιη ειλικρίνεια. Δεν υποκρίνεται συναίσθημα, δεν κατασκευάζει άλλοθι. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός. Είναι ένας ξένος. Όχι επειδή δεν καταλαβαίνει τον κόσμο, αλλά επειδή αρνείται να του πει ψέματα.
Το εμβληματικό μυθιστόρημα του υπαρξιακού παραλόγου του Αλμπέρ Καμύ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, αυτή τη φορά μέσα από το βλέμμα του μονίμως ανήσυχου Φρανσουά Οζόν, σε ασπρόμαυρο κάδρο και με υποδειγματικό καστ.



