
Κάθε εβδομάδα ένας συγγραφέας απαντά σε 15 ερωτήσεις. Σήμερα η Φωτεινή Καϊοπούλου
- Γιατί γράφετε;
Είναι ο τρόπος μου να συνομιλώ με τον εαυτό μου και να τακτοποιώ το μέσα μου. Μια απόπειρα αυτογνωσίας που απευθύνεται και στους άλλους. Δεν ψάχνω οπωσδήποτε απαντήσεις· γυρεύω έναν τρόπο να αντέχω τις ερωτήσεις.
- Τι κάνετε όταν δεν γράφετε;
Δεν διαχωρίζω εύκολα τον χρόνο της γραφής από τον χρόνο της ζωής. Η γραφή πάντα δουλεύει υπόγεια. Έχω μια συνηθισμένη καθημερινότητα, διαβάζω, περπατώ, παρατηρώ τον κόσμο και αφήνω τις εικόνες να κατακαθίσουν μέσα μου. Συχνά οι ιστορίες αρχίζουν να σχηματίζονται πολύ πριν γραφτούν. Σκηνοθετώ στο μυαλό μου σκηνές ή διαλόγους πριν ακόμη γίνουν κείμενο. Κι αυτό συμβαίνει συνέχεια∙ όταν οδηγώ, όταν μαγειρεύω, όταν πίνω καφέ στην παραλία. Ίσως τελικά η γραφή να είναι περισσότερο ένας τρόπος παρατήρησης παρά μια πράξη καταγραφής.
- Είστε πρωτίστως αναγνώστης/τρια ή συγγραφέας;
Η γραφή είναι ανάγκη. Όμως η ανάγνωση είναι η πρώτη μου πατρίδα. Εκείνη με συγκλόνισε πρώτη∙ μου γνώρισε τον κόσμο και με βοήθησε να αναγνωρίσω τον εαυτό μου μέσα σε αυτόν. Δεν ξέρω αν θα έγραφα χωρίς να έχω διαβάσει. Πολλές φορές, μάλιστα, συναντώ τόσο υπέροχα βιβλία, που με κάνουν να ζηλεύω και να σκέφτομαι πως τα δικά μου δεν θα είναι ποτέ τόσο τέλεια. Κι όμως, αντί αυτό να με απομακρύνει από τη γραφή, με φέρνει ακόμη πιο κοντά της.
- Τι διαβάζετε αυτό το διάστημα;
Διαβάζω ό,τι με ταρακουνά εσωτερικά. Με ελκύουν βιβλία που με βοηθούν να καταλάβω βαθύτερα τους ανθρώπους και τις αντιφάσεις τους. Άλλοτε επιστρέφω σε βιβλία που έχω αγαπήσει κι άλλοτε αναζητώ φωνές που με μετακινούν από τις βεβαιότητές μου. Τελευταία με γοητεύουν και βιβλία που φέρνουν την κβαντική φυσική πιο κοντά στον κοινό αναγνώστη, καθώς και όσα προσεγγίζουν το πολυδιάστατο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Νιώθω πως κάθε καλό βιβλίο αφήνει μέσα μου ένα ίχνος που αργότερα, με κάποιον τρόπο, συνομιλεί και με τη γραφή μου.
- Με ποιες προσωπικότητες της Λογοτεχνίας θα βγαίνατε για ποτό;
Θα απαντήσω χωρίς να το σκεφτώ πολύ, γιατί αλλιώς κινδυνεύω να αναιρέσω τις ίδιες μου τις απαντήσεις. Θα ήθελα πολύ να βγω για ποτό με τον Παπαδιαμάντη και με τον Antoine de Saint-Exupéry. Νομίζω πως και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, ήξεραν να κοιτούν βαθιά τον άνθρωπο με μια σπάνια φιλοσοφική καθαρότητα, χωρίς να χάνουν την ποίηση του κόσμου.
Επίσης, με τον Albert Camus, επειδή με συγκινεί ο τρόπος που στάθηκε απέναντι στο παράλογο της ζωής χωρίς να χάσει την ανθρωπιά του. Φαντάζομαι πως θα ήταν από εκείνες τις συζητήσεις που ξεκινούν από τη λογοτεχνία και καταλήγουν στο πώς αντέχει κανείς να ζει με αξιοπρέπεια και φως μέσα στην αβεβαιότητα. Και ίσως, ειδικά σήμερα, μια τέτοια κουβέντα να μου ήταν πολύτιμη.
- Ισχύει ακόμα ο «θάνατος του συγγραφέα» στην εποχή των social media;
Νομίζω πως αυτό είναι κάτι που αμφισβητείται συνεχώς. Από τη μία, το κείμενο, από τη στιγμή που δημοσιεύεται, ανήκει στον αναγνώστη και συχνά ξεφεύγει από την πρόθεση του συγγραφέα. Αποκτά νέα σημασία μέσα από τις ερμηνείες και τις αντιδράσεις του κοινού, αφού ο καθένας το διαβάζει μέσα από τη δική του εμπειρία και του δίνει διαφορετικό νόημα.
Από την άλλη, σήμερα ο συγγραφέας είναι πιο παρών από ποτέ: μιλά, εκτίθεται, σχολιάζει, ερμηνεύει, εξηγεί τον εαυτό του σχεδόν καθημερινά.
Ίσως λοιπόν να μη μιλάμε πια για τον “θάνατο του συγγραφέα”, αλλά για μια παράξενη μορφή συνύπαρξης. Το έργο συνεχίζει να ζητά αυτονομία, όμως η δημόσια εικόνα του δημιουργού επηρεάζει πλέον πολύ πιο έντονα τον τρόπο με τον οποίο το διαβάζουμε.
- Γίνεται να βιοπορίζεσαι στην Ελλάδα μόνο από τη συγγραφή;
Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρετε; Στην Ελλάδα του σήμερα – αλλά ίσως και του πάντα- ελάχιστοι μπορούν να βιοπορίζονται αποκλειστικά από τη συγγραφή, ειδικά αν μιλάμε για λογοτεχνία. Το αναγνωστικό κοινό είναι μικρό, σε μια χώρα ήδη μικρή. Ζούμε μέσα σε μια εποχή γρήγορης κατανάλωσης πληροφορίας, με τα social media και τη συνεχή ροή ειδήσεων να μειώνουν τον χρόνο και τη συγκέντρωση που απαιτεί ένα βιβλίο. Παράλληλα, κυκλοφορούν πάρα πολλές νέες εκδόσεις, με αποτέλεσμα συχνά αξιόλογα βιβλία να χάνονται μέσα στον όγκο. Και φυσικά υπάρχει η οικονομική πραγματικότητα: η φτώχεια του εκδοτικού χώρου και οι περιορισμένες δυνατότητες της αγοράς.
Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύω πως η αξία της γραφής μετριέται οικονομικά. Η λογοτεχνία ήταν πάντα περισσότερο ανάγκη παρά ασφαλές επάγγελμα — κι όσοι συνεχίζουν να γράφουν, το γνωρίζουν πολύ καλά.
- Διδάσκεται η γραφή;
Κάποια στοιχεία της γραφής μπορούν αδιαμφισβήτητα να διδαχθούν: η τεχνική, η πειθαρχία, η παρατήρηση, ακόμη και ο τρόπος να αφουγκράζεται κανείς τη γλώσσα. Υπάρχουν κανόνες που ένας συγγραφέας χρειάζεται πρώτα να μάθει, από έναν καλό δάσκαλο, πριν δοκιμάσει να τους υπερβεί -και σ΄ αυτό ο δάσκαλος θα τον ωθήσει.
Αυτό που δύσκολα διδάσκεται είναι η εσωτερική ώθηση προς τη γραφή και η ιδιαίτερη προσωπική φωνή του καθενός. Η γραφή δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική· είναι η οπτική του συγγραφέα και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Κι αυτό διαμορφώνεται περισσότερο μέσα από τη ζωή, τις εμπειρίες, την παρατήρηση και την ανάγνωση, παρά μέσα σε μια αίθουσα διδασκαλίας.
- Ποιο θα ήταν το δικό σας «γράμμα σ’ ένα νέο ποιητή»;
Θα τον καλωσόριζα στον κόσμο της λογοτεχνίας και των αμέτρητων δυνατοτήτων της.
Κατά τα λοιπά, δεν νομίζω πως είμαι σε θέση να γράφω τέτοιου είδους γράμματα ή να συμβουλεύω νεότερους. Ίσως μόνο να έλεγα πως η προσωπική φωνή δεν κατασκευάζεται· αποκαλύπτεται αργά, μέσα από τη ζωή, την επιμονή και την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας και στον αναγνώστη. Και να μη φοβάται τη σιωπή ή τη μοναξιά – η γραφή είναι η πιο συνειδητή μορφή μοναξιάς που γνωρίζω – ούτε την αποτυχία. Συχνά η γραφή ωριμάζει ανάμεσά τους.
- Η Λογοτεχνία είναι ενιαία ή επιδέχεται διακρίσεων;
Θεωρώ πως η λογοτεχνία, στον πυρήνα της, είναι ενιαία γιατί πηγάζει πάντα από την ίδια ανθρώπινη ανάγκη: να κατανοήσουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο. Από εκεί και πέρα, φυσικά και επιδέχεται διακρίσεις – ως προς τη μορφή, το ύφος, την εποχή, το είδος, ακόμη και την ποιότητα.
Ωστόσο, συχνά οι αυστηρές κατηγοριοποιήσεις λειτουργούν περισσότερο πρακτικά παρά ουσιαστικά – βοηθούν τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία να τακτοποιήσουν τα ράφια τους. Ένα πραγματικά δυνατό λογοτεχνικό έργο συνήθως υπερβαίνει τα όρια των «ειδών» και επικοινωνεί με κάτι βαθύτερα ανθρώπινο.
- Υπάρχουν must read βιβλία; Ποια είναι για εσάς;
Δυσκολεύομαι λίγο με την ίδια την έννοια του όρου – και όσο μεγαλώνω, γενικότερα με όλα τα «πρέπει». Κάθε αναγνώστης συναντά τα βιβλία σε διαφορετικό χρόνο και από διαφορετική εσωτερική ανάγκη. Κάποια βιβλία που για έναν άνθρωπο γίνονται σταθμός, για κάποιον άλλο μένουν απλώς σημαντικά ή ακόμη και αδιάφορα.
Για μένα, υπάρχουν βιβλία στα οποία επιστρέφω γιατί αισθάνομαι πως εξακολουθούν να με αγγίζουν βαθιά. Και μια που επέλεξα να συναντηθώ με τους συγγραφείς τους, «Ο μικρός πρίγκηπας» τoυ Exupéry, τα έργα του Παπαδιαμάντη, ο Ξένος του Camus, είναι κάποια απ΄ αυτά. Αλλά και βιβλία που με ώθησαν να δω τον άνθρωπο και τη μοναξιά του με μεγαλύτερη τρυφερότητα και πολυπλοκότητα. Ίσως τελικά τα πραγματικά “must read” βιβλία να είναι εκείνα που αλλάζουν αθόρυβα την οπτική μας απέναντι στον κόσμο.
- Πώς είναι να γράφεις στον καιρό της πολιτικής ορθότητας;
Νομίζω πως κάθε εποχή είχε τα δικά της όρια και τις δικές της μορφές κοινωνικού ελέγχου∙ σήμερα απλώς αυτά γίνονται πιο άμεσα και ορατά μέσα από τα social media. Πιστεύω πως ο σεβασμός προς τον άλλον θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα παιδείας, ενσυναίσθησης και εσωτερικής καλλιέργειας, όχι φόβου ή επιβολής. Όταν η πολιτική ορθότητα λειτουργεί σαν διαρκής αγωνία μήπως ειπωθεί κάτι “λάθος”, νιώθω πως η γραφή κινδυνεύει να χάσει την τόλμη και την αλήθεια της. Η λογοτεχνία, όμως, υπάρχει ακριβώς για να φωτίζει τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα του ανθρώπου – κι αυτό απαιτεί ελευθερία, αλλά και ευθύνη.
- Γιατί οι Έλληνες γράφουν περισσότερο απ’ ό, τι διαβάζουν;
Ίσως γιατί μιλάνε περισσότερο απ΄ όσο ακούνε. Η γραφή κουβαλά μέσα της μια μορφή προσωπικής έκφρασης και ανάγκης αυτοεπιβεβαίωσης, ενώ η ανάγνωση απαιτεί χρόνο, σιωπή, συγκέντρωση και μια πιο ουσιαστική διάθεση να αφεθεί κανείς στη φωνή του άλλου. Επίσης, ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι ενθαρρύνονται να παράγουν διαρκώς περιεχόμενο και άποψη, αλλά όχι απαραίτητα να ακούν.
Νομίζω όμως πως δύσκολα μπορεί να υπάρξει ουσιαστική γραφή χωρίς βαθιά και επίμονη ανάγνωση· η λογοτεχνία ξεκινά πρώτα από την ιδιότητα του αναγνώστη.
- Πώς σας επηρεάζει η πολιτική επικαιρότητα;
Η πολιτική επικαιρότητα σίγουρα με επηρεάζει, ακόμη κι όταν δεν εμφανίζεται άμεσα στη γραφή μου. Τα γεγονότα της εποχής, οι κοινωνικές κρίσεις, η αβεβαιότητα, ο φόβος ή η ελπίδα διαμορφώνουν αναπόφευκτα το εσωτερικό κλίμα μέσα στο οποίο γράφω και επηρεάζουν τον τρόπο που παρατηρώ τους ανθρώπους. Πιστεύω, όμως, πως η λογοτεχνία δεν χρειάζεται να γίνεται άμεσο πολιτικό σχόλιο για να είναι πολιτική· ακόμη και η υπεράσπιση της ανθρώπινης πολυπλοκότητας, της μνήμης και της ελευθερίας συνιστά μια βαθιά πολιτική στάση. Ταυτόχρονα, προσπαθώ να κρατώ απόσταση από τον θόρυβο της καθημερινής επικαιρότητας, γιατί η λογοτεχνία χρειάζεται χρόνο και εσωτερική σιωπή ώστε να μετατρέψει την εμπειρία σε κάτι ουσιαστικότερο από μια στιγμιαία αντίδραση.
- Η Λογοτεχνία, τελικά, σας έχει αλλάξει τη ζωή;
Η λογοτεχνία δεν μου άλλαξε τη ζωή με τον θεαματικό τρόπο που την αλλάζει ένα μοιραίο, καταλυτικό γεγονός. Άλλαξε σιγά κι αθόρυβα τον τρόπο που κοιτάζω τον κόσμο. Με έκανε να καταλάβω πως οι άνθρωποι είναι πάντα πιο σύνθετοι απ’ όσο δείχνουν και πως καμιά αλήθεια δεν χωρά ολόκληρη σε μία μόνο αφήγηση. Ίσως τελικά η λογοτεχνία να μη με «έσωσε» από τη ζωή, αλλά με βοήθησε να μάθω πώς να τη διασχίζω με περισσότερη επίγνωση και λιγότερη βεβαιότητα.
Η Φωτεινή Καϊοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη και σπούδασε Γεωπονία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ασχολήθηκε με τη συγγραφή, δημιουργώντας αρχικά, παραμύθια και νουβέλες για παιδιά. Από τις εκδόσεις Λαμπρόπουλος κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Ησυχία… Θα ξυπνήσουν τα νεραϊδικά». Με το παραμύθι «Πλάτανου ψιθυρίσματα» συμμετείχε στην επετειακή παράσταση «Dance love Greece», που παρουσιάστηκε στο Palais de Βeaux Αrts των Βρυξελλών, αφιερωμένη στην ελληνική παράδοση και τους χορούς της. Παραμύθια και διηγήματά της έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις, όπως: «Ο χορός του μολυβιού», «Φτου! Ξελευθερία», «Ήρωες και Έρωτες», «Είχαμε εμείς στη Σμύρνη…», «Ένα δάκρυ με επιθυμίες», «Από-πυρα», «Καλοκαιρινές βουτιές», «Φύλακες ή φυλακές».
Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Συνάντηση με την Κλερ», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ανεμολόγιο, ενώ το νέο της έργο, «΄Όταν σβήνουν τα κεριά», αποτελεί το επόμενο βήμα της συγγραφικής της πορείας.

Όταν σβήνουν τα κεριά
Σελίδες: 556, Τιμή: 17 ευρώ
ISBN: 978-618-5909-17-8
Εκδόσεις Πνοή
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πνοή το νέο μυθιστόρημα της Φωτεινής Καϊοπούλου «Όταν σβήνουν τα κεριά».
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του καθενός που η πορεία του παίρνει μια μικρή ή μεγάλη στροφή. Οι αποφάσεις καθορίζουν άραγε την κατεύθυνση ή η μοίρα;
Από την Προύσα και την Κρήτη του προηγούμενου αιώνα έως τη σημερινή Ελλάδα και το Κογκό, μέσα από τα ιστορικά γεγονότα κάθε εποχής, οι ήρωες συνδέονται μ’ έναν τρόπο που δεν αφορά μόνο στη συγγένεια ή τη φιλία. Κληρονομούμενα συναισθήματα και παγιωμένες κοινωνικές συμπεριφορές κινούν τα νήματα της ζωής των χαρακτήρων και τους καθορίζουν. Ώσπου να τολμήσει –ή ν’ αναγκαστεί– κάποιος να βουτήξει στα άδυτα της ψυχής για να συναντήσει την ουσία και ν’ αναδυθεί καινούργιος κι αληθινός, απελευθερωμένος από βαρίδια και ενοχές ή να βουλιάξει για πάντα στα σκοτάδια της.
Η Έλσα, συνδετικός κρίκος όλων, γεννήθηκε στην απουσία και μεγάλωσε με παραμύθια κι αμανέδες της γιαγιάς Ελισώς, με συμβουλές από τη Μαρία της Κρήτης και προσευχές για όσους απουσίαζαν. Ανάμεσα σε πίτες που ζύμωναν μνήμες, και βλέμματα που κρατούσαν υπομονή, έμαθε ν’ αγαπά χωρίς εγγυήσεις και να ελπίζει χωρίς χάρτες. Όμως η ζωή –όπως κι η αγάπη– δεν κρατά υποσχέσεις. Κι όταν όλα γκρεμίζονται, εκείνη δεν θρηνεί. Φεύγει. Για να θυμηθεί όσα ξέχασε, να ξαναβρεί τη φωνή της σε γλώσσες άγνωστες, να σκύψει στον πόνο των άλλων μήπως και καταλάβει τον δικό της.
Το «Όταν σβήνουν τα κεριά» είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για τις γυναίκες που γεννήθηκαν σε κόσμο μικρό και τον διέσχισαν ολόκληρο για να φτιάξουν έναν δικό τους· με υπομονή, σιωπή και φως.



