
Κάπου ανάμεσα σε κρυογονικές κάψουλες, μεξικάνικα σήριαλ και μια αίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλάει πάντα όπως νομίζουμε, ο Δημήτρης Κοπαράνης επιστρέφει με ένα βιβλίο που κινείται σε δικούς του ρυθμούς. Πιο νυχτερινούς. Πιο εσωτερικούς. Με αφορμή αυτή τη νέα κυκλοφορία, μιλήσαμε μαζί του για τον χρόνο που παγώνει και ξεπαγώνει, για τη δική μας νοσταλγία του παρελθόντος και τη δική του περιέργεια του μέλλοντος. Κι η μεγάλη ερώτησση για όλους μας – Αν πάγωνες τον χρόνο στα 90s, θα άντεχες να ξυπνήσεις σήμερα;
Τι σε τράβηξε στην ιδέα της «κρυογονικής» και πώς γεννήθηκε ο κόσμος του Τέρη Γκαλάκτικ;
Ήθελα να γράψω μία ιστορία για ένα ινστιτούτο καλλονής στη δεκαετία του ’90. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Το είχα στο μυαλό μου σαν ένα Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν αλλά με σοσιαλιτέ και κοσμικές κυρίες που ακολουθούν έναν τηλεμάγο που υπόσχεται αιώνια νεότητα. Μετά αποφάσισα πως ήθελα να παγώσουν όλοι μαζί μέχρι να ξεπαγώσουν κατά λάθος. Στη συνέχεια και μπαίνοντας βαθιά στην ιστορία διαπίστωσα πως αυτό που φανταζόμουν είχε ήδη συμβεί. Υπάρχουν δηλαδή εταιρίες που διατηρούν ανθρώπους και κατοικίδια σε κρυογονικές κάψουλες! Προσπάθησα όμως να μην αφήσω την έρευνα να επηρεάσει την ιστορία, μιλάμε για μια ιστορία φαντασίας άλλωστε.
Υπάρχει μια πολύ έντονη αίσθηση νοσταλγίας και επιθυμίας στο βιβλίο. Και στο προηγούμενο σου βιβλίο όμως, “Γκλορια δε χιονίζει τα Χριστούγεννα στη Λεπτοκαρυά”. Αν ο γάτος με τα χρυσά μάτια ερχόταν στο μπαλκόνι σου, θα τον άφηνες να σου αλλάξει τον χρόνο ή θα τον έδιωχνες; Είσαι ένας από εμάς που ονειρεύονται πραγματικά μια χρονομηχανή για να φύγουμε πίσω;
Δεν έχω καμία νοσταλγική διάθεση. Χρησιμοποιώ τον γάτο γιατί πιστεύω ότι είναι άγγελοι που έρχονται να μας σώσουν από τις δυσκολίες. Με τον δικό μου γάτο τουλάχιστον έγινε έτσι, έχω και αποδείξεις. Τοποθετώ τις ιστορίες μου πίσω στον χρόνο γιατί είναι ένας κόσμος που έχω ζήσει και συνεπώς κατανοώ και γιατί πιστεύω πως ο χρόνος απαλύνει τα βαριά, τα δύσκολα και τα σπουδαία. Για αυτό όταν οι Ξεπαγωμένες ξυπνούν λέει η μία στην άλλη «Εσύ τα μούτρα σου τα είδες;».

Από τα ταξίδια και το φαγητό, στη λογοτεχνία. Τι κοινό έχουν αυτά τα τρία;
Ίσως τίποτα, ίσως πολλά. Ξέρω όμως πως άρχισα να γράφω την ιστορία το 2020, σταμάτησα όμως με τον COVID γιατί χρειαζόμουν επαφή με πραγματικούς ανθρώπους για να φτιάξω τους χαρακτήρες.
Οι ήρωές σου παγώνουν τον χρόνο για να κρατήσουν ό,τι αγαπούν – εσύ τι θα ήθελες να «παγώσεις» στη δική σου ζωή;
Δεν έχω καμία νοσταλγία για τίποτα. Αντίθετα έχω τεράστια περιέργεια να δω τι θα γίνει μετά, μόνο που το να παγώσεις δεν έχει νόημα γιατί παύεις να ζεις. Το πρόβλημα είναι πως για να κατανοήσεις αυτό που θα συμβεί στο μέλλον πρέπει να ζήσεις το παρόν. Αν δηλαδή κάποιος ξυπνούσε σήμερα μετά από έναν ύπνο διάρκειας δέκα ετών, μπορεί να είχε κερδίσει δέκα χρόνια ζωής αλλά θα δυσκολευόταν να καταλάβει τον σημερινό κόσμο. Η ζωή μας δεν μπορεί να είναι διασκεδαστική χωρίς να απολαμβάνουμε την στιγμή μας και τις στιγμές των άλλων να μπλέκονται με τις δικές μας. Στην ουσία υπάρχουμε, δεν γερνάμε. Αντιλαμβανόμαστε πως μεγαλώνουμε γιατί συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους (ένα δέντρο, ένα παιδί ή μία γάτα που αναπτύσεται) ή με τον παλιότερο εαυτό μας. Όταν σταματάμε να το κάνουμε μόνο τότε απολαμβάνουμε την ύπαρξη.
Ο τίτλος είναι ιδιαίτερος και almost cult. Ποιος είναι τελικά ο Τέρη Γκαλάκτικ και τι συμβολίζει;
Η ιστορία του ξεκινάει από το σημείο που χάνει τον αγαπημένο του από AIDS. Αυτή είναι η καρδιά του βιβλίου, τα πρώτα χρόνια του AIDS στην Ελλάδα. Ο Τέρη είναι μία πονεμένη ψυχή, μία αθώα τηλεπερσόνα που κορόιδευε τον κόσμο εξαφανίζοντας τάχα μου μνημεία, που εξυπηρετούσε τους δημοσιογράφους γιατί ήταν όμορφος, λαμπερός και έφερνε νούμερα, ανοιχτοχέρης με τους φίλους και εραστές. Το σίγουρο είναι πως το γλέντησε γερά πάντως.
Tι μουσική να ακούμε όσο διαβάζουμε τον Τέρη;
Μια λίστα από την μουσική που άκουγα την περίοδο 2020-2026, όσο έγραφα την ιστορία δηλαδή. Σοπέν, Phill Collins, γαλλική ποπ, την Εμμανουέλα, Sebastian Tellier, Sakamoto, Juliette Armanet. Τα υπόλοιπα εδώ.
Αν οι «Ξεπαγωμένες» έβγαιναν ένα βράδυ σε μπαλκόνι Θεσσαλονίκης, τι θα έπιναν και τι θα έλεγαν για τον κόσμο σήμερα;
Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι, είναι καλές για κανά μισάωρο μετά θα σου πάρουν το κεφάλι. Πιστεύω ότι θα ήταν ακριβώς όπως τις περιγράφω: διψασμένες για Γερολυμάτο, μαργαρίτες και σεξ. Επίσης, θα συζητούσαν τις τελευταίες εξελίξεις στα μεξικάνικα. Κλασικές τύπισες. Δεν με απασχολεί αν θα καταλάβαιναν την μανία μας με τα smartphones. Πιστεύω πως θα τα μάθαιναν για να φλερτάρουν με όλα τα γυμνά μπακλαβαδάκια εκεί μέσα. Το δύσκολο θα ήταν να κατανοήσουν την απανθρωπιά και την γνήσια, ατόφια κακία και παράνοια που κυβερνά. Στα χρόνια τους άλλωστε τα κόμματα πετούσαν τα πεντοχλίλιαρα πάκα από την εξέδρα.



