
Τώρα που τα τελευταία χρόνια οι κινηματογραφικές αίθουσες παλεύουν με το streaming, τα εμπορικά κέντρα, τα ενοίκια και την αλλαγή στις συνήθειες του κοινού, το Cinobo κάνει κάτι σχεδόν απρόσμενο: σώζει τα σινεμά – δεν μένει μόνο στην οθόνη του σπιτιού, αλλά κατεβαίνει στον δρόμο και ξανανοίγει αίθουσες.
Η ελληνική streaming πλατφόρμα, που ξεκίνησε ως ένας online χώρος για ταινίες που δύσκολα έβρισκες αλλού, έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να αποκτά και φυσική παρουσία στην πόλη. Και όχι σε οποιουσδήποτε χώρους, αλλά σε παλιές, αγαπημένες αίθουσες που είτε είχαν κλείσει, είτε κινδύνευαν να χαθούν, είτε χρειάζονταν κάποιον να τις ξαναβάλει στον χάρτη.
Το Cinobo Όπερα στο κέντρο της Αθήνας, το Cinobo Πατησίων, το ιστορικό Cine Paris στην Πλάκα και πλέον το Cinobo Μασκώτ στον Ταύρο, φτιάχνουν μια μικρή αλυσίδα κινηματογραφικών «αναστάσεων». Άλλοτε με πλήρη επαναλειτουργία, άλλοτε με επιμέλεια προγράμματος, άλλοτε με ανακαίνιση και νέα ταυτότητα, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: αίθουσες που δεν έμειναν σκοτεινές.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως το Cinobo δεν αντιμετωπίζει τα σινεμά σαν απλά σημεία προβολών. Τα φαντάζεται ξανά ως στέκια. Ως χώρους συνάντησης. Ως μικρές κοινότητες ανθρώπων που δεν πάνε απλώς να δουν μια ταινία, αλλά να ζήσουν την εμπειρία της μεγάλης οθόνης, του εισιτηρίου, της αναμονής, της κουβέντας μετά.
Σε μια πόλη που έχει χάσει πολλές ιστορικές αίθουσες και βλέπει διαρκώς παλιά τοπόσημα να αλλάζουν χρήση, αυτή η επιμονή έχει κάτι συγκινητικό. Γιατί κάθε σινεμά που μένει ανοιχτό, δεν είναι μόνο μια επιχείρηση που συνεχίζει. Είναι μια μνήμη που δεν σβήνει. Ένα καλοκαιρινό βράδυ που μπορεί να ξανασυμβεί. Μια γειτονιά που αποκτά ξανά λόγο να μαζευτεί.
Κάπως έτσι, το Cinobo έγινε για πολλούς κάτι σαν ο άγιος των σινεμά. Όχι γιατί κάνει θαύματα με την κλασική έννοια. Αλλά γιατί σε μια εποχή που οι αίθουσες κλείνουν η μία μετά την άλλη, εκείνο επιμένει να ανάβει ξανά τον προβολέα.



