HomeCinemaΜάρω Κοντού: Η δε γυνή που δεν...

Μάρω Κοντού: Η δε γυνή που δεν φοβήθηκε καμία εποχή

(πληροφορίες από την ιστοσελίδα της Finos Film)

Η Μάρω Κοντού, μία από τις σπουδαιότερες και πιο διαχρονικές πρωταγωνίστριες του θεάτρου και του κινηματογράφου δεν μένει πια εδώ. Γοητευτική, αέρινη, με έμφυτη φινέτσα, αλλά πάνω απ’ όλα μια σπουδαία ηθοποιός, υπηρέτησε την υποκριτική για περισσότερες από έξι δεκαετίες, παραμένοντας ενεργή μέχρι το τέλος της ζωής της. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη σκηνή και την κάμερα. Μέχρι πριν λίγες εβδομάδες, όταν η κατάσταση της υγείας της επέβαλε τη νοσηλεία της, συμμετείχε στα 92 της χρόνια στα γυρίσματα της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Η Γη της Ελιάς», αποδεικνύοντας ότι η αγάπη της για την υποκριτική δεν έσβησε ποτέ. Ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής της, συνέχιζε να εργάζεται με τον ίδιο επαγγελματισμό, τη συνέπεια και το πάθος που χαρακτήρισαν ολόκληρη την πορεία της.

Γεννημένη στο Κουκάκι της Αθήνας, έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών και μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της. Από μικρή στράφηκε στον χορό, σπουδάζοντας στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, ενώ μάλιστα κέρδισε υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, την οποία δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών. Η επιμονή της να ακολουθήσει την καλλιτεχνική της κλίση αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά όταν, υπό την πίεση της οικογένειάς της να εξασφαλίσει μια θέση στην Εθνική Τράπεζα, παρέδωσε στις εξετάσεις ένα σημείωμα που έγραφε: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ». Το 1953 εντάχθηκε στο Εθνικό Θέατρο, συμμετέχοντας στον χορό των αρχαίων τραγωδιών του Δημήτρη Ροντήρη, τόσο στο Ηρώδειο όσο και στα πρώτα Επιδαύρια, δίπλα σε κορυφαίες μορφές όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού.

Το θέατρο αποτέλεσε τον βασικό άξονα της καλλιτεχνικής της πορείας και τον χώρο στον οποίο παρέμεινε αφοσιωμένη σε όλη της τη ζωή. Πρωτοεμφανίστηκε το 1953 ως μέλος του χορού στον «Ιππόλυτο» του Δημήτρη Ροντήρη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ενώ με την ίδια παράσταση συμμετείχε έναν χρόνο αργότερα στα πρώτα Επιδαύρια, βρισκόμενη ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εγκαινίασαν τον ιστορικό θεσμό. Μέχρι το 1958 παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο, συμμετέχοντας κάθε καλοκαίρι σε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες και τον χειμώνα σε κλασικά έργα του ρεπερτορίου, δίπλα σε κορυφαίες μορφές όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού. Η μετάβασή της στο ελεύθερο θέατρο σηματοδότησε και την καθιέρωσή της ως πρωταγωνίστρια. Το 1959 ο Ντίνος Ηλιόπουλος την ενέταξε στον θίασό του και μαζί περιόδευσαν σε Ελλάδα και Κύπρο με τις μεγάλες επιτυχίες «Φωνάζει ο Κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και «Η Κυρία του Κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη. Λίγο αργότερα ο Δημήτρης Χορν της εμπιστεύθηκε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στην αθηναϊκή σκηνή, στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, συνεργασία που διήρκεσε τρεις συνεχόμενες θεατρικές σεζόν. Το 1962 συμμετείχε στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, όπου ερμήνευσε το τραγούδι «Μαύρη Φορντ», που έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της παράστασης και συνδέθηκε για πάντα με το όνομά της. Συνολικά ανέβηκε στη σκηνή σε περισσότερες από 90 θεατρικές παραγωγές, γνωρίζοντας μεγάλες καλλιτεχνικές και εμπορικές επιτυχίες. Τη δεκαετία του 1970 πρωταγωνίστησε κυρίως σε κωμωδίες των Τσιφόρου – Βασιλειάδη, Γιαλαμά – Πρετεντέρη και Ψαθά, ενώ ως συνθιασάρχισσα με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Κώστα Βουτσά και τον Γιώργο Κωνσταντίνου σημείωσε αλλεπάλληλες εισπρακτικές επιτυχίες. Παρέμεινε όμως δημιουργικά ανήσυχη και στις επόμενες δεκαετίες, συνεργαζόμενη με τον Λάκη Λαζόπουλο στο «Τι Είδε ο Γιαπωνέζος» (1987), με τον Σταμάτη Κραουνάκη στην παράσταση «Χ-Σκηνής, Αυτά που Κάψαν το Σανίδι» (2008), ενώ το 2012 απέσπασε εξαιρετικές κριτικές για την ερμηνεία της ως βασίλισσα Ελισάβετ στην παράσταση «Ελισάβετ – Μια Γυναίκα από Σύμπτωση» του Ντάριο Φο, αποδεικνύοντας ότι παρέμεινε μια σπουδαία θεατρική δύναμη μέχρι τα τελευταία χρόνια της καριέρας της.

Ήταν όμως στον κινηματογράφο όπου η Μάρω Κοντού κατέκτησε μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των μεγάλων πρωταγωνιστριών. Ξεκίνησε το 1954 με το «Χαρούμενο Ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου και μέσα σε μια καριέρα που ξεπέρασε τις τρεις δεκαετίες συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες, πολλές από τις οποίες συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα και στις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συνεργασία της με τον μεγάλο δημιουργό Γιώργο Τζαβέλλα. Το 1961 υποδύθηκε την Ισμήνη στην κινηματογραφική «Αντιγόνη», μια ταινία που ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και συνέβαλε στη διεθνή προβολή του ελληνικού κινηματογράφου. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Τζαβέλλας της εμπιστεύθηκε τον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας της, εκείνον της Ελένης Κοκοβίκου στην αριστουργηματική «Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» (1965). Η ερμηνεία της, δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου, χάρισε στον ελληνικό κινηματογράφο ένα από τα πιο αγαπητά κινηματογραφικά ζευγάρια όλων των εποχών, με την ταινία να παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για το ελληνικό σινεμά.

Στη φιλμογραφία της συναντά κανείς διαδοχικά έργα-σταθμούς, όπως τα «Κίτρινα Γάντια», «Αλίμονο στους Νέους», «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η Σωφερίνα», «Μια Γυναίκα Κατηγορείται», «Αχ! και να ’μουν Άντρας», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Οικογένεια Χωραφά», «Τρεις Ψεύτες», «Η Κρεβατομουρμούρα», «Εφτά Χρόνια Γάμου» και «Το Μεγάλο Κανόνι», αποδεικνύοντας το εύρος του υποκριτικού της ταλέντου, που εκτεινόταν από την κωμωδία έως το δράμα.

Καθοριστική υπήρξε επίσης η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, με τον οποίο αποτέλεσαν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αγαπητά κινηματογραφικά δίδυμα της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Συμπρωταγωνίστησαν σε δεκατρείς ταινίες, μεταξύ των οποίων οι «Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Καπετάν Φάντης Μπαστούνι», «Ο Μπλοφατζής», «Ο Τζαναμπέτης», «Κρίμα το Μπόι σου», «Ένας Τρελός Γλεντζές», «Της Ζήλειας τα Καμώματα», «Πίσω μου σ’ Έχω Σατανά», «Ο Φαφλατάς» και στην τελευταία ταινία του Λάμπρου Κωνσταντάρα «Ο Λαμπρούκος Μπαλαντέρ» το 1981, δημιουργώντας μια κινηματογραφική χημεία που παραμένει αξεπέραστη και αγαπιέται μέχρι σήμερα από το κοινό.

Ξεχωριστή θέση στη διαδρομή της κατέχει και η μοναδική της συνεργασία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η Σωφερίνα» (1964). Η συνάντηση των δύο μεγάλων πρωταγωνιστριών είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Μάρω Κοντού υπήρξε ουσιαστικά η μοναδική άλλη μεγάλη σταρ του ελληνικού κινηματογράφου που συμπρωταγωνίστησε ισότιμα με τη Βουγιουκλάκη σε ταινία, σε μια συνεργασία που ένωσε δύο από τις σημαντικότερες γυναικείες παρουσίες της εποχής.

Το κινηματογραφικό της κύκνειο άσμα ήταν το 2012, όταν μετά από απουσία 27 χρόνων επέστρεψε με την συμμετοχή της στην ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη «Αν…», όπου υποδύεται ξανά την Ελενίτσα δίπλα στον Αντωνάκη (που ερμηνεύει και πάλι ο Γιώργος Κωνσταντίνου), μία αναφορά στους εμβληματικούς χαρακτήρες της ταινίας «Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα».

Παρά τη λαμπρή κινηματογραφική της πορεία, δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο, ενώ η τηλεοπτική της παρουσία υπήρξε πιο επιλεκτική. Εμφανίστηκε σε σειρές όπως: «Λούνα Παρκ», «Ένοχοι», «Τρεις στο Γύρο», «Το Πάθος», «Οικογένεια Καζίνο», «Και οι Τέσσερις Ήταν Υπέροχες», «Αραχτοί και Λάιτ», πριν επιστρέψει θριαμβευτικά το 2021 με τη «Γη της Ελιάς», στην οποία παρέμεινε μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν από τη νοσηλεία της.

Παράλληλα, ασχολήθηκε με την πολιτική, υπηρετώντας ως δημοτική σύμβουλος Αθηναίων, πρόεδρος του Αθήνα 9,84, πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα» και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας σε τρεις διαφορετικές κοινοβουλευτικές περιόδους. Μεγάλη της αγάπη ήταν επίσης η ζωγραφική, με έργα της να έχουν παρουσιαστεί σε ατομική έκθεση και να φιλοξενούνται στη συλλογή του Μουσείου Βορρέ.

Με τον θάνατό της ολοκληρώνεται η πορεία μιας αυθεντικής πρωταγωνίστριας που σημάδεψε όσο λίγες τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε μόνο μια μεγάλη σταρ, αλλά μια καλλιτέχνις που έμεινε πιστή στην τέχνη της μέχρι την τελευταία στιγμή, εργαζόμενη αδιάκοπα και αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη που θα συνεχίσει να εμπνέει τις επόμενες γενιές.

 

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του exostis.gr στην Google

Related stories