
Το άλλοτε ιστορικό εργοστάσιο «Αλυσίδα» στη Χαριλάου δεν υπάρχει πια. Το κτίριο, που για χρόνια παρέμενε ετοιμόρροπο και εγκαταλειμμένο, τελικά κατεδαφίστηκε, κλείνοντας οριστικά έναν κύκλο γεμάτο μνήμες, φωνές εργατών και την αδιάλειπτη παραγωγή των πιο αναγνωρίσιμων αθλητικών παπουτσιών στην Ελλάδα – των «ελβιέλων».
Για χρόνια, το κουφάρι του εργοστασίου αποτελούσε πηγή διαμαρτυρίας των κατοίκων, λόγω της επικινδυνότητάς του και της πλήρους εγκατάλειψης. Αν και είχε περάσει στα χέρια του Μασούτη, δεν υπήρξε ουσιαστική εξέλιξη. Με πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποχαρακτηρίστηκε ως χώρος πρασίνου και το οικόπεδο πήρε νέο δρόμο.
Οι ελβιέλες που φόρεσαν γενιές ολόκληρες
Πριν καν ακουστεί η λέξη “sneakers” και πολύ πριν τα Sportex μπουν στα σπίτια των Ελλήνων, υπήρχε μόνο ένα όνομα: Ελβιέλα. Το όνομα αυτό δεν ήταν brand – ήταν ολόκληρη κατηγορία παπουτσιού.
Η ιστορία ξεκινά το 1928 στην Αθήνα, όταν η ΕΛ.ΒΙ.ΕΛΑ (Ελληνική Βιομηχανία Ελαστικού) άρχισε να κατασκευάζει τα πρώτα αθλητικά παπούτσια με λαστιχένια σόλα – αποκλειστικά σε λευκό χρώμα. Τα φορούσαν τα παιδιά στη γυμναστική, οι στρατιώτες στις ασκήσεις, οι μαθητές στις παρελάσεις. Κανείς δεν τα έλεγε «αθλητικά» – ήταν απλώς ελβιέλες.
Τη δεκαετία του ’50, η βιομηχανία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα και το εργοστάσιο αγοράστηκε από την «Αλυσίδα» στη Θεσσαλονίκη. Ένα νέο κεφάλαιο ξεκινούσε, με την παραγωγή να μεταφέρεται στην περιοχή της Χαριλάου, σε ένα εργοστάσιο που ιδρύθηκε το 1934 από μια ομάδα επτά βιοτεχνών. Εκεί, η παραγωγή γιγαντώθηκε: μέχρι και 300 εργαζόμενοι δούλευαν στο εργοστάσιο, ενώ το προϊόν διανεμόταν από τα στρατόπεδα ως τα σχολεία της χώρας.
Τα παπούτσια αυτά, κατασκευασμένα αρχικά από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων, έγιναν το σήμα κατατεθέν της ελληνικής καθημερινότητας – μέχρι τη στιγμή που η μόδα άρχισε να αλλάζει. Η άφιξη των γαλλικών Sportex στα ’70s και των αμερικανικών Converse στις αρχές των ’80s έβαλαν τα ελληνικά λάστιχα στο περιθώριο. Όμως το όνομα «ελβιέλα» είχε ριζώσει τόσο βαθιά, που μέχρι και τα sneakers… έτσι τα έλεγαν.
Στα ‘90s, ένα κομμάτι του εργοστασίου μεταμορφώθηκε σε underground club που θύμιζε Βερολίνο. Ήταν η τελευταία αστική ανάσα σε ένα χώρο που είχε ζήσει βιομηχανικό ιδρώτα και παιδικά βήματα.
Τώρα πια, ούτε οι τοίχοι του δεν υπάρχουν. Μόνο οι αναμνήσεις από εκείνα τα λευκά παπούτσια που κάποτε φόραγαν όλοι.



