
γράφει ο Τάσος Γέροντας
Τζιάννι Σόλλα «Ο κλέφτης των τετραδίων». Μετάφραση Δήμητρα Δότση. Εκδόσεις Πατάκη 2025.
Σεπτέμβριος 1942. Βρισκόμαστε στο χωριό Τόρα ε Πιτσίλλι, βόρεια της Νάπολης. Αφηγείται ο Ντάβιντε, γιός του χοιροτρόφου. Γεννημένος χωλός, δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Μεγαλώνει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Πατέρας φασίστας, ενεργό μέλος του κόμματος του Μουσολίνι. Ο Ντάβιντε, ο γουρουνοφύλακας όπως τον αποκαλούν, αποδιωγμένος απ΄όλους λόγω της χωλότητας και της δουλειάς του. Η Τερέζα, η όμορφη κόρη του τοπικού επιχειρηματία. Η μόνη που κάνει παρέα μαζί του. Ξεκίνησε να του μαθαίνει να γράφει. Η κρυφή αγάπη του.
Η άφιξη Εβραίων εκτοπισμένων. Ο νεαρός Νίκολας. Ο άμετρος θαυμασμός του Ντάβιντε για την ομορφιά του, την ευγένεια των κινήσεων, την ομιλία του συνομηλίκου τους Εβραίου. Ο Εβραίος πατέρας του Νίκολας που μαθαίνει γράμματα στον χωλό γουρουνοφύλακα. Τα μπερδεμένα αισθήματα. Η «προδοσία» της Τερέζας με τον Νίκολας. Η «δραπέτευση» του Ντάβιντε από το χωριό. Η αναζήτηση του παρελθόντος του Νίκολας στη Νάπολη. Η τυχαία πρώτη του συμμετοχή σε θεατρική παράσταση. Τα μαθήματα από περιθωριακό θεατράνθρωπο. Η σκληρή μελέτη της ζωής. Οι παραστάσεις του. Η επιτυχία. Οι πληγές του παρελθόντος. Η Τερέζα και ο Νίκολας, με τα παιδιά τους. Η επιστροφή. Η λύτρωση.
Μέσα σε λιγότερο από 320 σελίδες απλώνεται το δράμα, η δύναμη της ψυχής, η άνοδος, η δύναμη της αγάπης ενός «καταδικασμένου» εφήβου. Ο σιωπηλός Ντάβιντε που μετέτρεψε τη θεατρική σκηνή σε εξομολογητήριο. Η παράλογη έλξη: επιστροφή όχι στην οικογένεια αλλά σ’ αυτόν που του έκλεψε την αγαπημένη.
Ήρωας τραγικός ακόμα και στη μεγάλη του επιτυχία ο Ντάβιντε, που έβλεπε αλλά δεν μιλούσε, που λαχταρούσε αλλά δεν τολμούσε, που ποθούσε αλλά φοβόταν. Κι έκανε την επανάστασή του μέσω της μόρφωσης.
Και στο τέλος έμειναν όλοι μόνοι.

«ζούσε σε μια τόσο βαθιά μοναξιά, που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει.»
«η οικογένεια είναι επικίνδυνο μέρος. Κανείς δεν το παραδέχεται αυτό.»
«Την Κυριακή το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία. Ήταν απαράβατος κανόνας για όλα τα χωριά σαν το δικό μας: εκκλησία και φασισμός. Όπως και να ‘χε, έπρεπε να εξαρτιόμαστε από κάτι ή από κάποιον: άνθρωποι φοβισμένοι, άρα διαχειρίσιμοι.»



