
της Μαρίας Φαρδέλλα
Στην Κατερίνη, δύο φίλοι που μεγάλωσαν με κασέτες, πειρατικά ραδιόφωνα και αμέτρητους δίσκους αποφάσισαν να δώσουν όνομα στο κόλλημά τους. Ο Στάθης (St. Jordan) και ο Νίκος (DJ Seitan) είναι οι Vinylistics – δυο μουσικοί τύποι που κουβαλάνε μαζί τους όχι μόνο χιλιάδες βινύλια (σχεδόν έναν τόνο βάρος, αλήθεια λέμε!) αλλά και δεκάδες ιστορίες από σετ, πάρτι και τρελά live. Και αν ο Στάθης δεν έχει «γούρι» δίσκο, είναι γιατί –όπως λέει– το γούρι του το κουβαλάει πάντα δίπλα του: τον Νίκο. Μαζί, φτιάχνουν το απόλυτο παρεΐστικο vibe πίσω από τα πικάπ, με μουσική που μυρίζει αγάπη, εμπειρία και πολύ μεράκι.
Ποιοι είναι οι Vinylistics;
Στ.: Είμαι ο Στάθης Ιορδανίδης και το ψευδώνυμό μου είναι St. Jordan. Ζω περίπου τα τελευταία 50 χρόνια στην πόλη της Κατερίνης. Είμαι music junkie από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου (5-6 χρονών). Έχω ασχοληθεί επαγγελματικά με το ραδιόφωνο περίπου 15 χρόνια κάνοντας εκπομπές σε τοπικούς σταθμούς της Κατερίνης και με το DJing επαγγελματικά από το 1998 ως και σήμερα, ενώ ερασιτεχνικά το «ντιτζειλίκι» το άρχισα περίπου το 1989 όταν ήμουν 13 χρονών! Σήμερα είμαι μέλος των Vinylistics και επίσης διατηρώ μια επιχείρηση στην Κατερίνη που δραστηριοποιείται στον τομέα της ζαχαροπλαστικής.
Νικ.: Είμαι ο Νίκος Σειτανίδης και κυκλοφορώ με το Dj Seitan. Μεγάλωσα και ωρίμασα μουσικά στην Κατερίνη και το πρώτο μου πάρτι το οργάνωσα στο φροντιστήριο Αγγλικών που πήγαινα, σε ηλικία 13 ετών (1986), όπου κουβάλησα το compact στερεοφωνικό μου, δύο ηχεία, ένα παλιό πικάπ των γονιών μου (που τελικά έβγαζε βόμβο και δεν μου έκανε τη δουλειά), ό,τι δίσκο είχα (καμιά δεκαριά), έναν μίκτη που έβαλα τον πατέρα μου να αγοράσει και το καινούργιο μου Dual πικάπ. Τελικά έπαιξα με κασέτα και δίσκους και φυσικά έκαψα τις κόρνες από τα ηχεία, αφού ήταν για οικιακή χρήση. Πλέον από το 2019 ασχολούμαι μόνο και αποκλειστικά με το DJing και από το 2006 επαγγελματικά με την οργάνωση εκδηλώσεων και γάμων. Φέτος κλείνω 30 χρόνια πίσω από έναν μίκτη.
Πώς ξεκίνησε το «κόλλημα» με το βινύλιο;
Στ.: Παλιότερα οι κασέτες και οι δίσκοι βινυλίου ήταν τα μοναδικά μέσα για να συλλέγεις μουσική και να ακούς στο πικάπ του σπιτιού σου ή στο walkman σου. Οπότε αν ήσουν λάτρης της μουσικής, γινόσουν παράλληλα και συλλέκτης!
Νικ.: Το βασικό είναι το κόλλημα με τη μουσική από μικρή ηλικία. Ραδιόφωνο πειρατικό τα βράδια κάτω από τις κουβέρτες, κασέτες με εγγραφή από εξωτερική ηχογράφηση, και από το γυμνάσιο το χαρτζιλίκι στους δίσκους.

Θυμάστε ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος που βάλατε να παίξει και είπατε «ναι, αυτό είναι»;
Στ.: Φυσικά και θυμάμαι, είναι σαν τον πρώτο σου έρωτα: «Michael Jackson – I just can’t stop loving you» μέσα από τον δίσκο BAD του 1987.
Νικ.: Θυμάμαι ότι τον πρώτο δίσκο μού τον είχε κάνει δώρο ο ξάδερφός μου από το Βέλγιο, ίδια ηλικία, που ερχόταν τα καλοκαίρια Ελλάδα, μια συλλογή με τα καλύτερα της χρονιάς εκείνης (ακόμα τον έχω). Και αν θυμάμαι καλά, ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν το Faith του George Michael.
Τι είναι αυτό που σας τρελαίνει όταν παίζετε με δίσκους και όχι με ψηφιακά μέσα;
Στ.: Η διαδικασία όλη. Από το φόρτωμα και το κουβάλημα 2000 δίσκων και του gear μας (μιλάμε για σχεδόν 1 τόνο βάρος), μέχρι και το πιο απλό mixing (που για εμάς δεν είναι απλό). Το βασικό είναι ότι προσπαθούμε να μεταδώσουμε στους ανθρώπους που έρχονται να μας ακούσουν όλες μας τις εμπειρίες, όλα αυτά που έχουμε ζήσει τα τελευταία 40 χρόνια που συλλέγουμε δίσκους, να τα μοιραστούμε και να περάσουμε καλά. Όταν αυτό λειτουργεί είναι φοβερό συναίσθημα, γιατί κάποιους απ’ αυτούς τους δίσκους τους μαζεύαμε από πολύ μικρά παιδιά (7-8 χρονών) με το χαρτζιλίκι μας και τους περισσότερους τους έχουμε ακόμα και σήμερα που πλησιάζουμε τα 50 – και τους παίζουμε στα μαγαζιά. Και όλο αυτό, που ο κόσμος «relate-άρει» μαζί μας, είναι απίστευτο συναίσθημα!
Νικ.: Βασικά όλα ξεκινάνε και τελειώνουν στη μουσική. Το μέσο αυτό έχει ένα και μοναδικό πλεονέκτημα έναντι όλων. Πληροί σχεδόν όλες τις προϋποθέσεις για να περάσεις καλά σαν DJ. Επιλέγεις μέσα από μια δισκοθήκη που έχεις φτιάξει εσύ προσωπικά, είσαι συνέχεια σε εγρήγορση (αδρεναλίνη φουλ, βλέπε ροή), «παλεύεις» για να βγάλεις μια δύσκολη αλλαγή, «τσιτσιριάζεις» όταν την πετυχαίνεις, κάνεις λάθη που σε κάνουν καλύτερο και εισπράττεις σε πολύ μεγάλο βαθμό το respect για όλη αυτή τη διαδικασία. Είναι ένα «ντοπάρισμα» πολλαπλό.
Έχετε κάποιον δίσκο που κουβαλάτε ΠΑΝΤΑ μαζί σας, λες και είναι γούρι;
Στ.: Μπα, όχι… Εγώ κουβαλάω τον Νίκο πάντα μαζί μου για γούρι (χαχαχα).
Νικ.: Εγώ χωρίς τα δισκάκια μου (45άρια) δεν πάω πουθενά.
Έχει τύχει ποτέ να σας χαλάσει βελόνα ή δίσκος πάνω στο σετ; Πώς το σώσατε;
Στ.: Η αλήθεια είναι πως όχι, δεν μας έχει τύχει να χαλάσει επιτόπου γιατί συντηρούμε αρκετά καλά τον εξοπλισμό μας και έχουμε και back ups σε κεφαλοβελόνες κ.τ.λ. Κανένα κόλλημα δίσκου έχει τύχει αρκετές φορές, αλλά το βαφτίζουμε «old school loop» και κατευθείαν αλλαγή στο επόμενο (οι DJs που θα το διαβάσουν θα καταλάβουν).
Νικ.: Εμένα προσωπικά έτυχε πρόσφατα, σ’ ένα guest που έπαιζα μόνος μου. Παρατήρησα τη μία βελόνα λίγο εκτός κέντρου και με διαφορετική απόσταση από την κεφαλή. Σε κάποια φάση απλά γλιστρούσε πάνω στις γκρουβς (αυλάκια) και δεν έπαιζε ο δίσκος σωστά. Δεν είχα μαζί μου την backup βελόνα. Εκεί πήρα τον ρόλο του Μαγκάιβερ και με μια οδοντογλυφίδα την διόρθωσα και έβγαλα όλο το βράδυ χωρίς πρόβλημα.
Πώς είναι να ξεκινάς από την Κατερίνη και να «σπινιάρεις» βινύλια;
Στ.: Μην υποτιμάτε την επαρχία, το 80% των DJs σήμερα στις μεγάλες πόλεις από πόλεις της επαρχίας ξεκίνησαν. Έχει επαρχιακές πόλεις που είναι «δισκοθετομανούλες», όπως η Λάρισα, τα Γιαννιτσά, η Βέροια και φυσικά η Κατερίνη μας!
Νικ.: Ωραία!

Έχετε κάποιο live ή κάποιο μαγαζί που θα λέγατε «εκεί ζήσαμε τρελή φάση»;
Στ.: Παντού περνάμε καλά και γίνεται «φάση», αλλά μια από τις πιο ωραίες ήταν σε ένα μαγαζί στην Παραλία Κατερίνης που εγώ και ο Νίκος παίζαμε πολλά χρόνια. Το μαγαζί είχε διοργανώσει γενέθλιο πάρτι σε εξωτερικό χώρο, με live γνωστού καλλιτέχνη. Εμείς ήμασταν opening act… μιλάμε για καμιά 2000 κόσμο. Οπότε αρχίζουμε, παίζουμε και γίνεται ένας χαμούλης με αποτέλεσμα κάποιοι φίλοι μας να ανέβουν από τη χαρά τους πάνω στο stage και να αρχίσουν να χοροπηδάνε αυθόρμητα. Και εκεί αρχίζει το bouncing των κεφαλοβελόνων, αλλά ευτυχώς κατέβηκαν γρήγορα και συνεχίσαμε με επιτυχία το υπόλοιπο σετ μας με 2000 κόσμο να χορεύει!
Νικ.: Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα μαγαζί, αλλά θυμάμαι από κάθε live ή μαγαζί μια φάση που έκανε τη διαφορά. Θυμάμαι στην πρώτη ή δεύτερη εμφάνιση που κάναμε στο Υπόγειον/Ολύμπιον το 2018, εκτός του ότι αναγκαζόμασταν να βάζουμε το βάρος μας πάνω στο τραπέζι που είχαμε στήσει τα πικάπ γιατί ο κόσμος χοροπηδούσε και το ξύλινο πάτωμα είχε τα θεματάκια του (για να μην πηδάει η βελόνα), είναι ένα ζευγάρι ακριβώς μπροστά μας και μετά από κάνα 5ωρο (εκείνη την Κυριακή πρέπει να παίξαμε κάπου στις 9 ώρες) γυρνάει και με ρωτάει: «Αυτό πώς το κάνετε;». Ρωτάω: «Τι εννοείς;» (περίεργη ερώτηση). «Παίζετε λέει εναλλάξ τόσες ώρες (B2B), κάνετε προπόνηση; Το έχετε στημένο;» Απαντάω: «Όχι, δεν έχουμε κάνει ποτέ πρόβα, ούτε έχουμε συνεννοηθεί τι θα παίξουμε, ούτε στημένα είναι τα κουτιά, ούτε τίποτα».
Στη Θεσσαλονίκη πότε έρχεστε και πού;
Στ.: Είμαστε στις διαπραγματεύσεις, TBA…
Νικ.: Ναι, είμαστε με ανοιχτά τα κανάλια της επικοινωνίας. Σαν μικρό δεδομένο, είναι μια ξεχωριστή παρουσία σε έναν χώρο που παίζει ηλεκτρονική μουσική κατά βάση, αλλά κάνει ένα open format party εδώ και 2 χρονιές και είχαμε την τύχη να τις ξεκινήσουμε μαζί. Και φαίνεται ότι θα συνεχιστεί και αυτή τη σεζόν. (Βεροίας 2)
Η σκηνή με τα βινύλια στην Ελλάδα, τι vibe βγάζει; Είναι πιο underground, πιο παρεΐστικη;

Στ.: Δεν το λες και «σκηνή», δεν είναι genre! Να το θέσω κάπως έτσι: Όπως κάποιος επιλέγει να κάνει βόλτα στη Λ. Νίκης με ένα 2025 supercar (βλέπε digital DJs), εμείς επιλέγουμε μια κάμπριο Aston Martin DB5 του 1965 (βλέπε βινύλιο). Εσύ τι θα διάλεγες;
Νικ.: Η φάση με τα βινύλια είναι hype και σε 5 χρόνια πιστεύω ότι θα κορυφωθεί στη Θεσσαλονίκη. Η επαρχία θα αργήσει λίγο, αλλά εκτιμώ ότι θα ξεκινήσει από τα πιο «παρεΐστικα» μαγαζιά (όπου ήδη έχει αρχίσει τώρα που το σκέφτομαι).
Αν έπρεπε να περιγράψετε το στυλ σας με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Στ.: Τα Πάντα Όλα.
Νικ.: Με τρεις λέξεις το στυλ… χμ… [Εμπορικό, ανταποκρινόμενο, χορευτικό].
Το όνομα Vinylistics πώς βγήκε;
Στ.: Από μια μπάντα του 1977, τους Romantics. Αυτοί πήραν το romance, εμείς πήραμε το vinyl και το κάναμε Vinylistics!
Νικ.: Ο Στάθης το έβγαλε, εγώ συμφώνησα.
Ποιο είναι το πιο κουλό μέρος που έχετε παίξει μουσική;
Στ.: Κουλό ε; Σαν Vinylistics να σου πω την αλήθεια δεν παίξαμε κάπου περίεργα… Solo και οι δύο μας σίγουρα έχουμε παίξει σε κουλά μέρη, αλλά θα χρειαστούμε πάνω από μία συνέντευξη και ένα μπουκάλι βότκα για να τα εξιστορήσουμε!
Νικ.: Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ σχετικά είναι όταν κλείσαμε μια συμφωνία σ’ ένα πολύ γνωστό μαγαζί της Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε έναν τεράστιο χώρο μπροστά στη θάλασσα. Εμείς παίζαμε νωρίς, μέχρι να βραδιάσει (ηλιοβασίλεμα). Πρακτικά όλοι οι θαμώνες ήταν καθιστοί και μας είχαν οι περισσότεροι πλάτη. Και όμως καταφέραμε να φέρουμε εις πέρας την αποστολή μας, η οποία δεν ήταν φυσικά μόνο ένα ωραίο προσαρμοσμένο soundtrack.

Αν κάποιος πιτσιρικάς σας ρωτούσε «να ξεκινήσω με βινύλια ή με λάπτοπ;», τι θα του λέγατε;
Στ.: Με ό,τι και να ασχοληθείς, κάν’ το με αγάπη για τη μουσική, όχι για το «Δοξάστε με» και το «κοζιλίκι»! Αν αγαπάς τη μουσική πρώτα, όλα τα υπόλοιπα έρχονται σιγά σιγά. Πάνω απ’ όλα να είμαστε και να είσαστε: Music Lovers!
Νικ.: Ξεκίνα με το να ακούς μουσική. Πιθανόν το digging και η επένδυση να σε βοηθήσει στην πορεία.
Τι να περιμένουμε από εσάς τους επόμενους μήνες;
Στ. & Νικ.: Οι επόμενοι μήνες έχουν πολλή δουλειά πάνω στο κομμάτι της εξωστρέφειας. Ετοιμαζόμαστε για τα μεγάλα events στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων του Δήμου Κατερίνης και όχι μόνο. Κρατάμε την επαφή με τον «σκληρό» πυρήνα των φίλων μας με τοπικές εμφανίσεις σε μηνιαία βάση. Συνεχίζουμε να επενδύουμε μεγαλώνοντας τη δισκοθήκη μας. Ετοιμάζουμε side projects με πιο μονοθεματικά πάρτι, όπως “house”, “rock”, “disco”, «μόνο Ελληνικά», με ευρύτερο στόχο να πλησιάσουμε και εταιρικά events σε εναλλακτικούς χώρους. Ένα μακρινό όνειρο είναι να κάνουμε ένα road trip tour με στάση/party ανά δύο μέρες, γιατί το «κάθε μέρα» να σηκώνεις τόσα κιλά και να είσαι και 10 ώρες στο πόδι θέλει και την ξεκούρασή του!
Ό,τι κάνουμε πάντως ανακοινώνεται από τις σελίδες μας στα social media.




