
Γράφει η Φανή Εμμανουήλ
Στη μέση περίπου της διάρκειάς της, η νέα ταινία του Mike Flanagan The Life of Chuck, βασισμένη στη νουβέλα του Stephen King, θέτει το ερώτημα: «Θα έκαναν οι απαντήσεις κάτι καλό ακόμα καλύτερο;». Η φράση αυτή αποτυπώνει την καρδιά της ταινίας: μια στοχαστική, συναισθηματική ματιά πάνω στη ζωή, τον θάνατο και την ομορφιά του μυστηρίου. Πρόκειται για μια τρυφερή και πολυεπίπεδη διαδρομή, που αναζητά όχι τόσο τις εξηγήσεις αλλά τη μαγεία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η δομή είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται σε τρεις πράξεις με αντίστροφη σειρά, μέσα από την αφήγηση του Nick Offerman. Η τρίτη πράξη μας μεταφέρει σε μια μικρή αμερικανική πόλη που βυθίζεται στο χάος: το διαδίκτυο καταρρέει, η κλιματική αλλαγή έχει διαλύσει χώρες, ενώ η απόγνωση αυξάνεται καθημερινά καθώς όλοι παρακολουθούν ανήμποροι τον πλανήτη να καταστρέφετε. Ο εκπαιδευτικός Marty (Chiwetel Ejiofor) και η πρώην γυναίκα του Felicia (Karen Gillan) παλεύουν να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους σε έναν κόσμο που σβήνει. Παρά το σκοτάδι, ο Flanagan βρίσκει χώρο για χιούμορ, τρυφερότητα και στιγμές στοχασμού, μετατρέποντας το τέλος του κόσμου σε αφορμή για να σκεφτούμε την αξία της ίδιας της ζωής.
Μέσα σε αυτή την παρακμή εμφανίζονται μυστηριώδεις πινακίδες που ευχαριστούν τον Chuck «για 39 υπέροχα χρόνια». Η παρουσία του γίνεται ένα αίνιγμα που δίνει ρυθμό και εσωτερική ένταση στην ταινία, καθώς όλοι αναρωτιούνται ποιος είναι και γιατί αξίζει τέτοια τιμή. Η δεύτερη πράξη επικεντρώνεται στον ίδιο τον Chuck και κορυφώνεται με μια σκηνή-σύμβολο: έναν αυθόρμητο χορό στη μέση του δρόμου, μαζί με μια νεαρή κοπέλα που παλεύει με τον πόνο της. Η στιγμή, γεμάτη ρυθμό και ζωντάνια, μοιάζει με έναν καθαρό ύμνο στη χαρά της ζωής και αποδεικνύει ότι η τέχνη μπορεί να φωτίσει ακόμα και τις πιο σκοτεινές εμπειρίες.
Η αφήγηση του Offerman, αν και σε κάποια σημεία υπερβολικά κατευθυντική, λειτουργεί σαν μια σταθερή φωνή που καθοδηγεί τον θεατή μέσα από τις στροφές της ιστορίας. Ο Flanagan, γνωστός για τις διασκευές του Stephen King, παραδίδει μια πιο ήπια και λυρική εκδοχή, λιγότερο τρομακτική αλλά περισσότερο ανθρώπινη. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που, αντί να επιδιώκει το σοκ, επενδύει στη συγκίνηση και στο στοχασμό.
Η πρώτη πράξη μάς μεταφέρει στην παιδική ηλικία του Chuck, με τον παππού του (Mark Hamill) να αναλαμβάνει τον ρόλο του καθοδηγητή μετά τον θάνατο των γονιών του και της γιαγιάς του. Υπερφυσικά στοιχεία, όπως μια μυστική σοφίτα ή προαισθήματα, συνδυάζονται με στιγμές τρυφερότητας, δημιουργώντας έναν κύκλο μνήμης και συμβόλων που αγκαλιάζει ολόκληρη την ταινία.

Δομημένη γύρω από ένα στίχο από το Song of Myself του Walt Whitman — “Do I contradict myself? Very well then I contradict myself, I am large, I contain multitudes” η ταινία προσεγγίζει κοσμικά την ιδέα των εσωτερικών κόσμων. Κάθε μικρή στιγμή που συνθέτει μια ζωή έχει σημασία και καθιστά σαφές ότι όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας πλήθη εμπειριών και ανθρώπων. Η συναισθηματικότητα και η ανθισμένη στιχουργική προσέγγιση του Flanagan συνοδεύονται άριστα από τις ιδέες που εξερευνώνται εδώ δημιουργώντας έναν συνδυασμό λυρισμού, χιούμορ και στοχασμού. Σε αντίθεση με όσα μας έχει συνηθίσει, παραδίδει μια λιγότερο τρομακτική αλλά περισσότερο ανθρώπινη εκδοχή του Stephen King, επενδύοντας στη συγκίνηση και όχι στο σοκ. Οι εναλλαγές ανάμεσα στο δράμα, το χιούμορ και το φανταστικό λειτουργούν σαν υπενθύμιση ότι η ζωή είναι πολύπλευρη, γεμάτη αντιφάσεις αλλά και αμέτρητες μικρές χαρές.
Στο τέλος, το The Life of Chuck δεν είναι απλώς μια ακόμη διασκευή του King. Είναι μια ωδή στη ζωή — στη δύναμή της να μας εκπλήσσει, να μας συγκινεί και να μας ενώνει. Ο Flanagan μάς καλεί να την αγκαλιάσουμε με όλα της τα μυστήρια, χωρίς να περιμένουμε πάντα απαντήσεις. Η αξία της βρίσκεται όχι στο να την εξηγήσουμε, αλλά στο να τη ζήσουμε, συνειδητοποιώντας ότι κάθε στιγμή μετράει και ότι, όπως γράφει ο Whitman, «περιέχουμε πλήθη».


