
Γράφει η Φανή Εμμανουήλ
Λίγους μόλις μήνες πριν από την 24η έκδοση του Primavera Sound Barcelona, η ομάδα του Εξώστη θυμάται τον περσινό Ιούνιο στην κατάμεστη Barcelona: τα acts, το φαγητό, τις μικρές στιγμές ανάμεσα στις σκηνές και τις μεγάλες κάτω από τα λαμπρά φώτα των stages.
Πέρυσι ήταν η πρώτη μας χρονιά στο Primavera Sound Barcelona. Και τι χρονιά ήταν αυτή. Με ένα line-up από εκείνα τα “I was there” moments που ξέρεις ότι θα διηγείσαι για πολλά χρόνια ακόμη, οι τρεις μέρες του βασικού φεστιβάλ —μαζί με δεκάδες μικρότερα acts που είδαμε στο Primavera a la Ciudad αλλά και στο Opening και Closing Day— μετατράπηκαν σε μια εμπειρία γεμάτη μουσική, εικαστική έκφραση, ατελείωτες συζητήσεις, βραχνιασμένες φωνές και αμέτρητες φωτογραφίες.
Το ταξίδι ξεκίνησε νωρίς. Φτάσαμε στη Βαρκελώνη στις 2 Ιουνίου, αργά το απόγευμα. Αφήσαμε τα πράγματά μας στο σπίτι, ετοιμαστήκαμε γρήγορα και τρέξαμε προς το Parallel για να προλάβουμε το εναρκτήριο act του Primavera a la Ciudad. Το πρόγραμμα αυτό —με live σε διάφορα σημεία της πόλης, από κλαμπ μέχρι μικρά venues— δίνει κάθε χρόνο την ευκαιρία στους επισκέπτες να ζήσουν το φεστιβάλ πέρα από τον κεντρικό χώρο του Parc del Fòrum και να γνωρίσουν τη μουσική σκηνή της πόλης μέσα από μια πιο οικεία εμπειρία.
Εμείς ήμασταν εκεί για τον Pete Doherty. Ο αγαπημένος Βρετανός καλλιτέχνης —και celebrity crush χιλιάδων fans που μεγάλωσαν στα 00s με την κρυφή ελπίδα πως κάποτε θα σπουδάζουν τέχνες στο CSM— παρέδωσε ένα απολαυστικό σετ με κομμάτια από το σόλο άλμπουμ του, φροντίζοντας παράλληλα να ικανοποιήσει και τους πιο νοσταλγικούς με τραγούδια όπως το Don’t Look Back Into The Sun και το What Katie Did.

Η πιο σουρεαλιστική στιγμή της βραδιάς όμως ήρθε στο τέλος: βγαίνοντας από το venue τον πετύχαμε έξω από την είσοδο των καλλιτεχνών να μοιράζει σαντουιτσάκια από τα παρασκήνια στους fans που περίμεναν στο stage door και να συζητά μαζί τους σαν να μην είχε μόλις κατέβει από τη σκηνή.
Τις επόμενες ημέρες το Primavera a la Ciudad μας χάρισε αρκετές ακόμη στιγμές που λειτούργησαν σαν ιδανική προθέρμανση για όσα θα ακολουθούσαν στις «μεγάλες ημέρες» του φεστιβάλ. Ανάμεσά τους ξεχώρισε το σετ των Tinariwen. Παρότι τραγουδούν στη γλώσσα Tamashek, είναι σχεδόν αδύνατο να μη νιώσεις τη συναισθηματική φόρτιση της μουσικής τους.
Οι Tinariwen λειτουργούν εδώ και χρόνια σαν άτυποι εκπρόσωποι του λαού των Τουαρέγκ, κουβαλώντας στη μουσική τους την ιστορία της εξορίας και της μετακίνησης. Αν και το συγκρότημα έχει ρίζες στο Μάλι, οι πολιτικές συγκρούσεις στην περιοχή τούς έχουν αναγκάσει κατά καιρούς να μεταφέρουν τη δραστηριότητά τους στην Αλγερία ή τη Λιβύη. Αυτή η αίσθηση περιπλάνησης χαρακτηρίζει κάθε τους live και εκείνο το βράδυ στο Parallel δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Η μεγάλη στιγμή αυτού του section, ωστόσο, ήταν χωρίς αμφιβολία η συναυλία της Cat Power, στο ίδιο venue. Για να καταλάβει κανείς το concept του show, πρέπει να επιστρέψει σε μια σχεδόν μυθική στιγμή της μουσικής ιστορίας: τη συναυλία του Bob Dylan στο Manchester το 1966.
H βραδιά έμεινε στην ιστορία καθώς συμβόλιζε το τεράστιο χάσμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στον Dylan της folk περιόδου —τον καλλιτέχνη που οι fans είχαν αγαπήσει μέσα από τα πρώτα του άλμπουμ— και στον Dylan που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε πλήρη rock’n’roll μεταμόρφωση, περιοδεύοντας με ηλεκτρικό ήχο. Η ένταση κορυφώθηκε όταν ένας θεατής φώναξε από το κοινό τη λέξη που έμελλε να γίνει η πιο διάσημη αποδοκιμασία στην ιστορία της μουσικής: «Judas!».
Γοητευμένη από τον θρύλο εκείνης της βραδιάς, η Chan Marshall αποφάσισε να αναδημιουργήσει πιστά το setlist: μια πρώτη ακουστική ενότητα και μια δεύτερη ηλεκτρική, όπως ακριβώς είχε συμβεί το 1966. Το project ηχογραφήθηκε ζωντανά το 2022 στο Royal Albert Hall και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη σκηνή ως μια ιδιαίτερη μουσική αναπαράσταση.
Και κάπως έτσι, σε ένα γεμάτο Parallel, βρεθήκαμε να παρακολουθούμε μια συναυλία που δεν ήταν απλώς ένα tribute, αλλά μια ζωντανή επανασύνδεση με μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης μουσικής ιστορίας, μια στιγμή που έδωσε τον τόνο για όσα θα ακολουθούσαν.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν με λίγες ώρες ύπνου, πολύ περπάτημα, μπύρες Estrella και τουρισμό. Είδαμε την Casa Batlló, ένα από τα πιο εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά έργα του Gaudí, περάσαμε σχεδόν μια ολόκληρη μέρα στο Fundació Joan Miró, περιπλανώμενοι ανάμεσα σε έργα τέχνης με θέα τους λόφους του Montjuïc, και καήκαμε από τον ήλιο στο Park Güell. Χαθήκαμε για ώρες στο Parc de la Ciutadella, απογοητευτήκαμε από το Moco Museum και σταθήκαμε για ώρες, κάνοντας κύκλους και αναλύοντας την αρχιτεκτονική της Sagrada Família — δυστυχώς μόνο απ’ έξω, αφού δεν είχαμε φροντίσει να κλείσουμε εισιτήρια από τον Απρίλιο.
Η Βαρκελώνη, βέβαια, δεν είναι μόνο τα μουσεία. Αν και πολλοί θεωρούν ότι ο μεγάλος πλούτος της ισπανικής τέχνης συγκεντρώνεται στη Μαδρίτη, η Βαρκελώνη έχει έναν διαφορετικό αέρα πιο εξωστρεφή, πιο ανεπιτήδευτα δημιουργικό. Το Gothic Quarter με τον εντυπωσιακό καθεδρικό ναό, οι λιχουδιές στο Mercat de la Boqueria, η παραμυθένια αρχιτεκτοκινή του Recinte Modernista de Sant Pau στην καρδιά της πόλης: πάντα υπάρχει κάτι νέο να ανακαλύψεις, κάτι που σε κάνει να χαθείς για λίγο στον χαλαρό ρυθμό της.
Ο χρόνος, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ αρκετός. Σύντομα ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στο Parc del Fòrum για την πρώτη μέρα του φεστιβάλ και το line–up μάς υποδέχθηκε χωρίς καμία προειδοποίηση.
Η FKA twigs παρουσίασε ένα εντυπωσιακό set που ένωσε rave στοιχεία από το νέο της άλμπουμ Eusexua με μπαλάντες από το Magdalene και πιο art-pop στιγμές από το Caprisongs. Η στιγμή του “Cellophane” θα ήταν ακόμη πιο μαγική αν δεκάδες θεατές δεν αποφάσιζαν να πιάσουν κουβέντα την ώρα που η καλλιτέχνιδα προσπαθούσε να καθηλώσει το πλήθος — αλλά τέτοιες συμπεριφορές είναι αναπόφευκτες και οριακά, κωμικά αναμενόμενες, σε φεστιβάλ αυτού του μεγέθους.

Χορέψαμε στους IDLES και για λίγο το Primavera έμοιαζε να μετατρέπεται σε ένα τεράστιο punk ξέσπασμα. Γνωστοί για την ωμή ενέργεια των live τους, οι IDLES παρέδωσαν ένα εκρηκτικό, πολιτικά φορτισμένο σετ, με τον frontman Joe Talbot να αφιερώνει τη συναυλία στην Παλαιστίνη και να συνομιλεί ανοιχτά με το κοινό για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ζητώντας το αυτονόητο. Να μη «σιωπα» κανείς σε όσα συμβαίνουν στη Γάζα.
Δοκιμάζοντας κάτι διαφορετικό, περάσαμε και από το live των Spiritualized, οι οποίοι παρουσίασαν ένα set βασισμένο κυρίως στο υλικό του εμβληματικού άλμπουμ Pure Phase. Ο Jason Pierce και η μπάντα του έστησαν στο Parc del Fòrum ένα σχεδόν υπνωτιστικό ηχητικό τοπίο: μια «πνευματική» και ταυτόχρονα ψυχεδελική εμπειρία από ηλεκτρική ένταση, διογκούμενα έγχορδα και πνευστά που απλώνονταν πάνω από τη σκηνή με φόντο τη θάλασσα της Βαρκελώνης. Με laser φώτα, ένα μικρό horn section και κιθάρες που πάλλονταν ασταμάτητα, το σετ τους κινήθηκε κάπου ανάμεσα στον ηλεκτρονικό ήχο και την ορχηστρική μεγαλοπρέπεια.

Η μεγάλη στιγμή της βραδιάς όμως ανήκε στη headliner Charli XCX. Μαζί με τον Troye Sivan —που εκείνο το βράδυ γιόρταζε και τα γενέθλιά του— ανέβηκαν στη σκηνή λίγο μετά τη 1:15 και έφεραν στη Βαρκελώνη το περίφημο SWEAT tour. Το αποτέλεσμα ήταν ένα εκρηκτικό, ιδρωμένο pop spectacle που επιβεβαίωσε τη θέση τους στην κορυφή της σύγχρονης pop.
Το κοινό φαινόταν να διψά κυρίως για το ακατέργαστο, rave-ready σύμπαν της Charli. Οι δύο καλλιτέχνες εναλλάσσονταν μεταξύ σόλο και κοινών εμφανίσεων, όμως οι στιγμές της Charli ήταν εκείνες που εκτόξευαν πραγματικά την ενέργεια του πλήθους. Η σκηνική της παρουσία ήταν οριακά μινιμαλιστική, χωρίς περίπλοκα visuals ή υπερβολική χορογραφία. Η ίδια ήταν το θέαμα, και το κοινό οι χορευτές της. Η μουσική μιλούσε από μόνη της.

Η δεύτερη μέρα του φεστιβάλ μας βρήκε ήδη αρκετά κουρασμένους, αλλά το line-up δεν άφηνε περιθώρια για χαλαρό ρυθμό. Ξεκινήσαμε με τις HAIM, που για ακόμη μία φορά απέδειξαν γιατί θεωρούνται ένα από τα πιο αξιόπιστα live συγκροτήματα της σύγχρονης indie σκηνής. Με φυσική χημεία πάνω στη σκηνή και έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στο soft rock και την pop, οι – αγαπημένες του Paul Thomas Anderson- αδελφές Haim παρέδωσαν ένα σετ γεμάτο ενέργεια αλλά και εκείνη την ανεπιτήδευτη χαλαρότητα που τις χαρακτηρίζει.
Το μεγάλο pop act της βραδιάς ήταν η Sabrina Carpenter. Με μια αισθητική που θύμιζε παλιά τηλεοπτικά variety shows και vintage Americana, το set της ήταν από τις πιο περίτεχνες παραγωγές του φεστιβάλ: χορευτές, θεατρικά στοιχεία και σκηνικά που παρέπεμπαν περισσότερο σε Broadway παρά σε κλασικό pop live.
Η Sabrina κινήθηκε ανάμεσα σε camp χιούμορ και pop αυτοπεποίθηση, παρουσιάζοντας μεταξύ άλλων και το νέο της τραγούδι “Manchild”, ένα σαρκαστικό σχόλιο για έναν ανώριμο πρώην. Παρότι η εμφάνιση ήταν προσεγμένη και καλοστημένη, έδινε την αίσθηση ότι κρατούσε κάτι πίσω σαν να προτιμούσε να μείνει μέσα στα όρια ενός άψογα εκτελεσμένου, αλλά σχετικά ασφαλούς pop show.

Ακολούθησαν οι Wet Leg, που με τον χαρακτηριστικό τους dry βρετανικό χιούμορ και τα κοφτά indie riffs κράτησαν το κοινό σε διαρκή κίνηση. Η αίσθηση ήταν πως το συγκρότημα βρίσκεται ακόμη σε εκείνη τη φάση όπου όλα μοιάζουν να συμβαίνουν πολύ γρήγορα και αυτή η ενέργεια μεταφερόταν άμεσα στο κοινό.
Κάπου εκεί, όμως, η πραγματικότητα των συνεχόμενων ημερών φεστιβάλ μάς χτύπησε την πόρτα. Καθισμένοι λίγο πιο πίσω, με την απαραίτητη μπύρα στο χέρι, παρακολουθήσαμε από απόσταση το εντυπωσιακό live του Floating Points. Ακόμη και έτσι, το show του ένα πυκνό, σχεδόν κινηματογραφικό ταξίδι ανάμεσα στην electronica, την ambient και την techno, κατάφερε να δημιουργήσει μια καθηλωτική ατμόσφαιρα που απλωνόταν σε ολόκληρο το Parc del Fòrum και ας ξεκίνησε στις 3 το βράδυ.
Η τρίτη και τελευταία μέρα του φεστιβάλ έφερε μαζί της μια διαφορετική ένταση. Από νωρίς, οι Fontaines D.C. παρέδωσαν ένα από τα πιο δυναμικά rock sets του τριημέρου, κλείνοντας τη συναυλία τους με ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα υπέρ της Παλαιστίνης που προκάλεσε έντονες θετικές αντιδράσεις αλλά και μεγάλο χειροκρότημα από το κοινό.

Ακολούθησαν οι Turnstile, που μετέτρεψαν τη σκηνή σε ένα εκρηκτικό hardcore πάρτι, με το κοινό να χοροπηδά ασταμάτητα μπροστά από τα κάγκελα.
Η στιγμή όμως που έμεινε πιο έντονα χαραγμένη στη μνήμη μας ήταν το live της Chappell Roan. Με σκηνικό που θύμιζε γοτθικό παραμυθένιο κάστρο και με κοστούμια που κινούνταν ανάμεσα στο camp και στο occult fairytale, η Chappell μετέτρεψε τη σκηνή σε ένα τεράστιο queer πάρτι. Από το πρώτο τραγούδι, το “Super Graphic Ultra Modern Girl”, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν και χόρευαν σαν μια γιγαντιαία χορωδία.
Το set της είχε μια σχεδόν καθαρτική ενέργεια. Ήταν ταυτόχρονα ένα ασφαλές καταφύγιο for the girls, the gays and the theys, αλλά και μια μαζική, εκρηκτική έκφραση χαράς και απελευθέρωσης. Τραγούδια όπως το “Casual” σχολίαζαν τις τοξικές σχέσεις, το “My Kink Is Karma” λειτουργούσε σαν δημόσια εκδίκηση, ενώ το “Good Luck, Babe” —το οποίο τραγουδήθηκε από δεκάδες χιλιάδες φωνές ταυτόχρονα— απέκτησε μια συγκινητική ένταση. Μέχρι και μια δυνατή διασκευή στο “Barracuda” των Heart κατάφερε να χωρέσει στο σετ. Φυσικά το φινάλε έγινε με το μεγάλο της χίτ, “Pink Pony Club” που άφησε χιλιάδες κόσμο να τραγουδάει συγκινημένος.

Το φεστιβάλ έκλεισε για εμάς χορεύοντας στους LCD Soundsystem — ίσως τον ιδανικό τρόπο να ολοκληρωθεί ένα τριήμερο που είχε ήδη ξεπεράσει κάθε προσδοκία.

Καθώς περπατούσαμε έξω από το Parc del Fòrum λίγο πριν χαράξει, με τα πόδια να διαμαρτύρονται και τα αυτιά ακόμη να βουίζουν, είχαμε την αίσθηση ότι είχαμε ζήσει κάτι περισσότερο από ένα φεστιβάλ. Το Primavera δεν είναι απλώς μια σειρά από συναυλίες που απλά διαδέχονται η μια την άλλη. Είναι μια μικρή πόλη που ζει και αναπνέει για τη μουσική για λίγες μέρες κάθε χρόνο. Ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, συναισθηματικής εκτόνωσης και παράλληλα ένα έντονο αίσθημα κοινότητας και ασφάλειας.
Και κάπου ανάμεσα στα stages, στα late-night sets, στις κουβέντες με αγνώστους και στις βόλτες στην πόλη, καταλαβαίνεις γιατί τόσοι άνθρωποι επιστρέφουν ξανά και ξανά, χωρίς να τους ενδιαφέρουν οι headliners και τα set lists. Γιατί το Primavera Sound είναι τελικά κάτι περισσότερο από το line-up του. Είναι μια εμπειρία που σε ακολουθεί πολύ μετά το τελευταίο encore.
Και κάπως έτσι, λίγους μήνες πριν από την επόμενη έκδοση, ήδη μετράμε αντίστροφα για να επιστρέψουμε.


