
One Battle After Another (2025) του Paul Thomas Anderson
Γράφει η Φανή Εμμανουήλ
Το One Battle After Another μας μεταφέρει σε μια Αμερική που έχει μετατραπεί σε φασιστικό αστυνομικό κράτος: μια χώρα όπου οι μετανάστες συλλαμβάνονται μαζικά και στοιβάζονται σε κέντρα κράτησης, όπου αστυνομία και στρατός έχουν συγχωνευθεί σε μια αδυσώπητη αυταρχική δύναμη, και όπου μια μυστική ομάδα χριστιανών εθνικιστών αποφασίζει για το μέλλον της χώρας, προσπαθώντας να την «καθαρίσει» από ό,τι θεωρεί μολυσματικό. Αντιμέτωποι με αυτό το καθεστώς, μια ομάδα ανοργάνωτων επαναστατών προσπαθεί να το αποσταθεροποιήσει με βομβιστικές επιθέσεις και ληστείες τραπεζών.
Σε αυτό το δυστοπικό σκηνικό, ο Paul Thomas Anderson αποδεικνύει περίτρανα την εμβέλεια και το εύρος του ως δημιουργός, παραδίδοντας μια ταινία τεράστιας κλίμακας και σημασίας: μια ταινία για την επανάσταση και τον χριστιανικό εθνικισμό, που ξεκινά από μαύρη κωμωδία και καταλήγει σε ταινία καταδίωξης, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα δράμα για έναν πατέρα που η μοίρα τον χωρίζει από την κόρη του. Όσο αιχμηρά κι αν κριτικάρει την αμερικανική πραγματικότητα του σήμερα —και την εκδοχή της που ίσως σύντομα δούμε να ξεδιπλώνεται— η ταινία διατηρεί τον πυρήνα της: μια κωμωδία του παραλόγου που ξετυλίγεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, χωρίς να θυσιάζει τη σαφήνεια και τον σκοπό της.
Το One Battle After Another είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο έντονες κινηματογραφικές εμπειρίες της τελευταίας δεκαετίας. Μια ταινία που όσο και αν κάνει τον θεατή να γελάει, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως καμπανάκι αφύπνισης, ισορροπώντας με εντυπωσιακή ακρίβεια ανάμεσα στη σάτιρα, το θρίλερ και την τραγικωμωδία, αναδεικνύοντας όχι μόνο το πού βρισκόμαστε σήμερα, αλλά και το δυσοίωνο αύριο που ενδέχεται να μας περιμένει.
Με ένα budget της τάξεως των 150 εκατομμυρίων δολαρίων, ένα ποσό που πλέον δίνεται μόνο σε υπερπαραγωγές με υπερήρωες και σε άλλα ανάλογα franchise, κάθε σπιθαμή του ακριβού φιλμ αξιοποιείται στο έπακρο. Η ταινία γυρίστηκε σε 35mm φιλμ με κάμερες VistaVision από τον Michael Bauman, σημειώνοντας τη δεύτερη συνεργασία του με τον Anderson μετά το Licorice Pizza (2021).
Τα πρώτα είκοσι λεπτά της ταινίας θέτουν τη βάση για τις επόμενες δύο ώρες. Από την πρώτη σκηνή γνωρίζουμε τη ριζοσπαστική ομάδα «French 75», που επιχειρεί να απελευθερώσει μετανάστες από ένα κέντρο κράτησης στα σύνορα Καλιφόρνιας–Μεξικού. Ο νεοσύλλεκτος «Ghetto Pat» (Leonardo DiCaprio) δοκιμάζει την τύχη του ως βομβιστής, ενώ συνάπτει παθιασμένη σχέση με την ορμητική αρχηγό της ομάδας, Perfidia (Teyana Taylor). Μαζί αποκτούν μια κόρη. Και ενώ αφιερώνει πλέον τον χρόνο του περισσότερο στις πατρικές του υποχρεώσεις και λιγότερο στον επαναστατικό αγώνα, η Perfidia πορώνεται ακόμα περισσότερο με αποτέλεσμα να συλληφθεί κατά την διάρκεια μιας επιχείρησης.
Παράλληλα με τη σχέση της με τον Pat, η Perfidia διατηρεί μια σκοτεινή, σαδιστική σχέση με τον συνταγματάρχη Steven Lockjaw (Sean Penn), ο οποίος στο παρελθόν είχε συλληφθεί από τους French 75 αλλά αφέθηκε ελεύθερος χάρη σε εκείνη. Η απόφασή της να του χαρίσει τη ζωή γίνεται πηγή εμμονής για τον Lockjaw, που την καταδιώκει ασταμάτητα, με έναν συνδυασμό απειλής και προσωπικής εμμονής. Όταν τελικά η Perfidia συλλαμβάνεται, η διαρκής του καταδίωξη παίρνει αναπάντεχη τροπή: την προστατεύει, βάζοντάς την σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, δείχνοντας πόσο αμφίσημη και επικίνδυνη είναι η σχέση τους. Χωρίς να θέλει όμως να παγιδευτεί σε μια αστική καθημερινότητα με έναν άνδρα που σιχαίνεται, φεύγει κρυφά για το Μεξικό και τα ίχνη της χάνονται..
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η αφήγηση μεταπηδά σε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Ο Pat που για λόγους ασφάλειας πάει με το όνομα Bob Ferguson, έχει αλλάξει πλέον ταυτότητα και ζωή. Από θρύλος της αντίστασης, έχει καταλήξει να είναι ένας κατεστραμμένος, παρανοϊκός πατέρας που ζει απομονωμένος με την έφηβη κόρη του, Willa και με την βοήθεια των ναρκωτικών προσπαθώντας να ξεχάσει το παρελθόν του. Όταν ο Lockjaw επιστρέφει πιο αδίστακτος από ποτέ με σκοπό να τους καταδιώξει, η ζωή τους ανατρέπεται και το φιλμ μετατρέπεται σε ένα ξέφρενο μείγμα σάτιρας, καταδίωξης και πολιτικής αλληγορίας. Στην καρδιά της όμως βρίσκεται ένα ερώτημα: πώς μπορεί ένας γονιός να προστατεύσει το παιδί του σε έναν κόσμο που φαίνεται να επαναλαμβάνει τις ίδιες βαρβαρότητες;

Ο DiCaprio ενσαρκώνει τον απόλυτο αντί-ήρωα: μια φιγούρα που κινείται στα όρια του γελοίου αλλά ταυτόχρονα είναι βαθιά τρυφερή, εμφανιζόμενος ως πατέρας σε μόνιμο πανικό, θλιβερά αστείος, αλλά εξαιρετικά ανθρώπινος. Αντίθετα, ο Penn δημιουργεί μια γκροτέσκα φιγούρα εξουσίας, ταυτόχρονα τρομακτική και τόσο γελοία που δύσκολα μπορείς να την πάρεις στα σοβαρά, αποτελώντας το κωμικοτραγικό κέντρο της ταινίας και μία από τις πιο απολαυστικές εμφανίσεις της καριέρας του.
Το One Battle After Another δεν είναι μόνο μια σάτιρα της Αμερικής της καταστολής. Είναι και μια ταινία για το γονεϊκό άγχος και τον φόβο ότι κάθε επόμενη γενιά θα πρέπει να δώσει τις ίδιες μάχες, μια αέναη σύγκρουση με τον ίδιο κόσμο που ποτέ δεν αλλάζει. Μέσα από τη συνύπαρξη της κωμωδίας και του συναισθήματος, το έργο παραδίδει ταυτόχρονα πολιτική σάτιρα, κωμωδία χαρακτήρων και υπαρξιακό δράμα για την οικογένεια, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική επανάσταση μπορεί να βρίσκεται στην αφοσίωση ενός γονιού να προστατεύσει το παιδί του, ακόμη και όταν ο κόσμος γύρω καίγεται.
Η ταινία λειτουργεί επίσης ως προειδοποίηση: μια αλληγορία για την πορεία που οδήγησε στην τρέχουσα αυταρχική πραγματικότητα, με τον Lockjaw και την Perfidia να υπενθυμίζουν τις ρίζες της καταπίεσης και τον μύθο της φυλετικής καθαρότητας ως έκφανση της άρνησης ιστορικών αδικιών. Μπορεί ο Bob αφήνει τις επαναστατικές βόμβες πίσω για να σώσει την κόρη του, αλλά η ταινία υπογραμμίζει ότι η πραγματική επανάσταση βρίσκεται στην καθημερινή προσπάθεια του να διατηρείς την ελπίδα ζωντανή και να υπερασπίζεσαι την ανθρωπιά απέναντι σε ένα καθεστώς που επιδιώκει να την καταπνίξει. Παρά τη βία και τη μαυρίλα της εποχής που απεικονίζει, παραμένει αισιόδοξη καθώς έναν κόσμο τόσο διχασμένο, τιμά εκείνους που συνεχίζουν να ελπίζουν και να παλεύουν για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.


