
Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Στη Νέα Υόρκη των αρχών των ’50s, ένας (υπερ)φιλόδοξος νεαρός πωλητής παπουτσιών θα κάνει τα πάντα για να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής πινγκ πονγκ. Και όταν λέμε «τα πάντα», εννοούμε πραγματικά τα ΠΑΝΤΑ.
Ομολογώ ότι βρήκα την ταινία ενός εκ των δύο αδερφών Σαφντί (Good Time, Uncut Gems) καταιγιστική, με τις 2,5 ώρες να κυλούν μονορούφι. Σε πρώτο επίπεδο, δεν ασχολήθηκα με τον αμοραλισμό του ήρωα. Διαβάζοντας, όμως, κάποια σχόλια για το πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι ένα τέτοιο πρότυπο, άρχισα να μπαίνω σε σκέψεις και να προσπαθώ να το αναλύσω.
Θεωρώ ότι ο βασικός λόγος που ο Marty Supreme διχάζει ως προς το πρότυπο που εκπέμπει είναι πως ο μέσος θεατής προσπαθεί — ίσως επειδή το έχει ανάγκη — να ταυτιστεί με έναν κινηματογραφικό ήρωα. Εξ ου και η ίδια η χρήση της λέξης «ήρωας» στο σινεμά: ένας όρος με έντονα θετική χροιά, που λειτουργεί — θεωρητικά τουλάχιστον — παραδειγματικά.
Κι ενώ πολλά από όσα διαδραματίζονται στην ταινία θυμίζουν έντονα τις πράξεις και τα παθήματα πρωταγωνιστών του Σκορσέζε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκεί γνωρίζουμε εξαρχής πως πρόκειται για «κακούς» — ανθρώπους που ανήκουν στη λάθος πλευρά του νόμου. Επομένως, οποιαδήποτε συμπάθεια προς το πρόσωπό τους, με την ασφάλεια πάντα της οθόνης, μοιάζει κάπως απενοχοποιημένη.
Ο Marty, αντιθέτως, θα μπορούσε να είναι ένας από εμάς. Δεν διακινεί ναρκωτικά ή όπλα, δεν κινείται στην παρανομία· απλώς θέλει να διαπρέψει σε ένα — όχι και τόσο δημοφιλές — άθλημα στο οποίο έχει ταλέντο. Το γεγονός όμως ότι ένας τόσο «απλός» νέος δεν φαίνεται να διαθέτει κανέναν ουσιαστικό ηθικό φραγμό και είναι διατεθειμένος να πατήσει επί πτωμάτων για να πετύχει τον στόχο του, είναι αυτό ακριβώς που τον καθιστά, στα μάτια πολλών, πιο επικίνδυνο ακόμη κι από έναν αρχηγό καρτέλ.
Θα μπορούσε βέβαια κανείς να αντιτείνει ότι υπάρχει και η περίπτωση του αντιήρωα — όπως, για παράδειγμα, ο “Ταξιτζής” του προαναφερθέντος Σκορσέζε ή ο πρόσφατος “Joker του Τοντ Φίλιπς. Καλό, όμως, είναι να μην ξεχνάμε τις ειδοποιές διαφορές: ο μεν πρώτος κουβαλά τα τραύματα ενός πολέμου για τα οποία δεν αναγνωρίστηκε ποτέ, ο δε δεύτερος το βάρος μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής. Αντιθέτως, ο Marty έχει μια κανονική δουλειά στο μαγαζί του θείου του — για το οποίο μάλιστα προορίζεται ως manager — και έναν δρόμο στρωμένο προς μια απολύτως «φυσιολογική» ζωή. Η έπαρση, όμως, η αλαζονεία, καθώς και ο στείρος οπορτουνισμός με τη γυναίκα-τρόπαιο, τον ωθούν αναπόφευκτα να κυνηγήσει, σαν άλλος καρχαρίας, το πολυπόθητο αμερικανικό όνειρο.
Στους επικίνδυνους, τραμπικούς καιρούς που ζούμε — όπου ένα πρωί ξυπνάς και διεκδικείται ακόμη και η Γροιλανδία στο όνομα του Make America Great Again — δεν είναι καθόλου απίθανο αρκετοί να θέλουν να γίνουν σαν τον Marty. Κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικό, καλό είναι να θυμόμαστε πως το κοινό απαρτίζεται από άτομα διαφορετικής ηλικίας, διαφορετικής ωριμότητας — άρα και με διαφορετικές προσλαμβάνουσες.
Παρακολουθώντας την ταινία με κοινωνιολογικούς όρους, ο θεατής μπορεί να περάσει υπέροχα, αντιπαθώντας βαθιά τον πρωταγωνιστή. Υπάρχει όμως και εκείνος που, βλέποντάς τον υπό άλλο πρίσμα, θα περάσει εξίσου υπέροχα τρέφοντας συμπάθεια για το πρόσωπό του. Και αυτό ίσως είναι λίγο προβληματικό. Σαν να δικαιώνεται, εν μέρει, ο Μπρεχτ, που ήθελε τους ηθοποιούς εκφραστικά αποστασιοποιημένους, ώστε ο θεατής να αποδίδει όλο το βάρος της προσοχής του στο περιεχόμενο του έργου.
Τελικά, ίσως το πρόβλημα να μην είναι ο Marty. Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι, σε έναν κόσμο που λατρεύει τους νικητές, μας είναι πιο εύκολο να θαυμάζουμε την επιτυχία του παρά να αναρωτηθούμε τι προηγήθηκε αυτής.


