
Από τον Γιώργο Καρακασίδη
Υπάρχει ένα meme που δείχνει μια πολυπληθή προεκλογική συγκέντρωση για τον Barack Obama το 2009, μία άλλη για τον Donald Trump το 2017 και μία τρίτη που τις ξεπερνά όλες: μια τυπική συναυλία των Iron Maiden. Δεν είναι πολλά τα συγκροτήματα που, σε βάθος σχεδόν 50 χρόνων, γεμίζουν τόσο εύκολα στάδια. Πόσο μάλλον όταν παίζουν ένα μουσικό είδος όχι ιδιαίτερα διαδεδομένο στο ευρύ κοινό, όπως είναι το heavy metal. Αλλά τι λέμε; Οι Iron Maiden είναι συνώνυμο του heavy metal. Πώς έφτασαν όμως μέχρι εκεί; Αυτό ακριβώς είναι το θέμα του ντοκιμαντέρ Burning Ambition, που κυκλοφόρησε αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, στο ανατολικό Λονδίνο, ένας μπασίστας που δουλεύει ως οδοκαθαριστής, ο Steve Harris, σχηματίζει μια μπάντα με σκληρό ήχο, δίνοντάς της το όνομα ενός μεσαιωνικού μηχανισμού βασανιστηρίων. Σύντομα, το συγκρότημα αρχίζει να ξεφεύγει από τα στενά όρια του NWOBHM (New Wave of British Heavy Metal), του μουσικού ρεύματος στο οποίο ανήκει, και να επιδεικνύει κάτι ξεχωριστό. Παρά το κυρίαρχο punk κλίμα της εποχής —που βρισκόταν τότε στα φόρτε του— οι Maiden εμμένουν στον αρχικό τους μουσικό προσανατολισμό, διαμορφώνοντας σταδιακά τη δική τους ταυτότητα. Μια ταυτότητα μέρος της οποίας είναι και ο Eddie: μια τρομακτική αλλά ταυτόχρονα cool φιγούρα, που γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι των εξωφύλλων τους — σε μια εποχή όπου αυτά απεικόνιζαν σχεδόν αποκλειστικά τα μέλη ενός συγκροτήματος.
Μετά τα δύο πρώτα άλμπουμ, ο χαρισματικός τραγουδιστής Paul Di’Anno, αδυνατώντας να διαχειριστεί τις καταχρήσεις, αποχωρεί. Κάτι που για τους Maiden αποδεικνύεται κομβικό: το αλήτικο τρίπτυχο sex, drugs and rock ’n’ roll δεν είχε θέση στον τρόπο ζωής τους — και ίσως αυτός να είναι ένας από τους βασικούς λόγους που τους κράτησε ζωντανούς έως σήμερα.

Τη θέση του frontman παίρνει ο πιο αθλητικός και θεατρικός Bruce Dickinson, φίλος τους από τους Samson. Από εκείνο το σημείο και μετά, η μουσική τους διαδρομή μετατρέπεται σε ένα ξέφρενο roller coaster. Παραμερίζοντας τα εγώ τους, Dickinson και Harris —με το μπάσο να βρίσκεται πάντα μπροστά στο ηχητικό σύμπαν των Maiden— συνυπάρχουν επιβλητικά πάνω στη σκηνή και, μαζί με την υπόλοιπη παρέα, αρχίζουν να δίνουν shows που σταδιακά γιγαντώνονται.
Οι αφελείς συσχετίσεις με σατανισμό δεν τους πτοούν. Τα άλμπουμ τους γίνονται πολυπλατινένια σε πολλές χώρες, το ένα πίσω από το άλλο, συνοδευόμενα από sold-out φαραωνικές περιοδείες. Μια υστερία στους κύκλους των πιστών metal φίλων έχει ξεσπάσει.
Έπειτα έρχεται η κούραση. Το 1990, ο κιθαρίστας Adrian Smith δηλώνει ότι δεν μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό και αποχωρεί. Τη θέση του πλάι στον Dave Murray παίρνει ο Janick Gers. Λίγο αργότερα, έρχεται το μεγαλύτερο σοκ: ο Dickinson αποχωρεί κι αυτός, προκειμένου να ακολουθήσει σόλο καριέρα. Η επιτυχία του Fear of the Dark συμπίπτει με την άνοδο του grunge, το οποίο όμως αποδεικνύεται τελικά πολύ βραχύβιο για να απειλήσει σοβαρά τους metal πατέρες. Ο αντικαταστάτης τραγουδιστής Blaze Bayley, παρότι ικανός και με ξεχωριστή παρουσία, δεν καταφέρνει να κερδίσει τις καρδιές των οπαδών. Μετά από δύο σκοτεινά άλμπουμ, οι Dickinson και Smith επιστρέφουν.
Το συγκρότημα καταφέρνει να πορευτεί με τρεις κιθαρίστες (!) και αρχίζει να σαρώνει ξανά. Ο καρκίνος στον λάρυγγα του Bruce ξεπερνιέται χωρίς να αλλοιώσει τη φωνή του, ενώ ο πολυσχιδής καλλιτέχνης αποκτά άδεια πιλότου και αναλαμβάνει ο ίδιος να πιλοτάρει το αεροσκάφος που μεταφέρει το συγκρότημα στις περιοδείες του. Το αντίο του ντράμερ Nicko McBrain από τις περιοδείες, λόγω εγκεφαλικού που επηρέασε το παίξιμό του, είναι συγκινητικό.
Με πλούσιο αρχειακό υλικό, διάσημους καλεσμένους, αλλά και απλούς fans, το Burning Ambition είναι ένα ντοκιμαντέρ που θα ενθουσιάσει τους metalheads — και όχι μόνο. Και ίσως αποτελεί την καλύτερη δυνατή προετοιμασία για το live τους στη χώρα μας στις 23 Μαΐου στο ΟΑΚΑ.


