
της Μαρίας Μπασμπαγιάννη (Instagram: ipolinstinplage)
Ο Ζοσέ Ζιοβανί (José Giovanni) δεν είναι ιδιαίτερα διάσημος ως σκηνοθέτης κινηματογράφου. Είναι κυρίως διάσημος ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστημάτων πολλά από τα οποία διασκεύασαν ανώτεροι από αυτόν τόσο τεχνικά όσο και ιδεολογικά σκηνοθέτες, από τον Ζαν Μπεκέρ μέχρι τον Μελβίλ.
Τα γνωστότερα σενάρια και βιβλία του ασχολούνται με την αντρική φιλία από την “Τελευταία ανάσα”, με τους εγκληματίες με τον κώδικα τιμής, μέχρι την “Τρύπα”, με τους φυλακισμένους και τον δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ αυτών προτού κι ενώ επιχειρούν οι τέσσερις μία απόδραση.
Εγώ, όμως, δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτά, μα με τρία όχι τόσο γνωστά και δημοφιλή του φιλμ. Που αποδεικνύουν πως ο ίδιος, πέρα από υμνητής της ανδρικής φιλίας ήταν κι ένας αρκετά συντηρητικός δημιουργός. Ο οποίος προωθούσε ένα σινεμά που δίπλα στην πολυπλοκότητα των εγκληματιών χαρακτήρων του, είχε σενάρια που υποστήριζαν ή ανέχονταν το όποιο πολιτικό status quo του κόσμου τους.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το “Où est passé Tom?” (“Πού πήγε ο Τομ;”), φιλμ που γύρισε το 1971, με θέμα έναν ειρηνιστή ο οποίος βλέποντας πως οι αγώνες του δεν πετυχαίνουν μέσω της μη βίας, αποφασίζει να αναλάβει ένοπλη δράση προσπαθώντας να δολοφονήσει έναν δικτάτορα. Το καταφέρνει, όμως μετά τον δολοφονηθέντα αντικαθιστά ένας παρόμοιος ηγέτης στη χώρα. Έτσι, ο ήρωας αναρωτιέται: ποιο το νόημα της πράξης του, εφόσον το σύστημα το οποίο πολέμησε μέσω αυτής συνεχίζει να υπάρχει;
Ο Ζιοβανί εδώ πέρα θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα, μα αντί να προτείνει να συνεχιστεί συλλογικά ο αγώνας, ώστε το σύστημα να διαλυθεί όλο αντί μόνο μέρη του (να γίνει, δηλαδή, επανάσταση), επιλέγει απλά να κρίνει τον αγώνα του ήρωα ως μάταιο και την πράξη του περισότερο ως απερίσκεπτη και αφελή. Σε αυτό ο ίδιος προσθέτει πως δεν έχει νόημα να αγωνίζεσαι, εφόσον εφόσον μπορεί να πληγούν μέλη της οικογένειά σου από αντίποινα του καθεστώτος για τις πράξεις σου. Αυτή είναι, τουλάχιστον, μία λογική ανησυχία και σίγουρα πολύ πιο κατανοητή από την προτίμηση της αδράνειας, επειδή ένα σύστημα δεν αλλάζει με μόνο μία ατομική πράξη.
Το χειρότερο μάλλον είναι ότι πέρα από αυτά, ο ίδιος καταδικάζει την πράξη του ήρωα, ως προδοτική των ειρηνιστικών ιδανικών του. Δεν πρόκειται, όμως, για καθαρή ασυνέπεια, αλλά για τη μετάβαση σε άλλο τρόπο δράσης, όταν βλέπουμε πως ο πρώτος απλά δεν έχει αποτέλεσμα.
Όχι απόρριψη, μα εξύμνηση του αγώνα ενός ανθρώπου έχει το φιλμ “Le Ruffian” (“Ο ροφός(!)”)το οποίο γύρισε ο Ζιοβανί το 1983. Σε αυτό, ο Λίνο Βεντούρα κάνει μία ληστεία ώστε να δώσει τα λεφτά στον ανάπηρο φίλο του (Μπερνάρ Ζιροντό), για να καταφέρει ο ίδιος με τα χρήματα αυτά να περπατήσει ξανά.
Όμορφη η πρόθεση, δεν βλέπει ποτέ όμως ο Ζιοβανί ότι με αυτό τον τρόπο στερεί ο ήρωας τόσους άλλους ανθρώπους από την περιουσία τους, την οποία αυτοί χρειάζονταν.
Ο Ζιοβανί δεν πάει ποτέ πιο πέρα, δεν δείχνει ποτέ, δηλαδή, την πράξη του ως μία όχι ιδιαίτερα ωραία αλλά αρκετά κατανοητή, διότι δεν υπάρχει ένα σύστημα το οποίο μπορεί να υποστηρίξει τους ανθρώπους με αναπηρία ή να τους βοηθήσει να ξεφύγουν από την κατάσταση αυτή μέσω ιατρικής βοήθειας. Απλά επαινεί την πράξη του Βεντούρα ως ένα όμορφο δείγμα της παλιάς καλής ανδρικής φιλίας. Ενδιαφερόμαστε μόνο για την προσπάθεια αυτού του άντρα να επηρεάσει θετικά τη ζωή ενός και μόνο ανθρώπου, του καλού του φίλου και δεν ενδιαφερόμαστε καθόλου για όλους τους άλλους που φύλαγαν τα χρήματά τους εκεί, για τους ίδιους, οικογένειες, ή ίσως επίσης φίλους. Οι ατομικές πράξεις έχουν νόημα όταν πρόκειται για το καλό σε ένα μεμονωμένο άτομο κι ας κάνει αυτό περισσότερο κακό στο σύνολο.
Δϊπλα σε αυτά έχουμε ακόμα ένα φιλμ το από τη δεκαετία του ογδόντα, το “Les loups entre eux” (“Οι λύκοι ανάμεσά τους”), του 1985, όπου μία ομάδα μισθοφόρων προσπαθούν να ελεθερώσουν έναν στρατηγό του ΝΑΤΟ, τον οποίο έχει πιάσει αιχμάλωτο μία ιταλική κομμουνιστική τρομοκρατική οργάνωση.

Εδώ πέρα βλέπουμε μια ακόμη συντηρητική πολιτική ιδέα. Νόημα έχει μόνο ο αγώνας μέσω μίας στρατιωτικής υπερδύναμης έναντίον όχι δικτατόρων όσο τρομοκρατών. Που προωθούν με ζημιογόνο για αμάχους και την εικόνα του κινήματός τους τρόπο, μια προοδευτική, όμως, ιδεολογία. Το πρόβλημα δε δείχνεται να είναι είναι μόνο η μέθοδος δράσης των εχθρών του ΝΑΤΟ. Κι απ’την πλευρά αυτού, θέμα δείχνεται να αποτελούν μόνο οι συγκρούσεις μεταξύ των μισθοφόρων, όχι τι βοηθούν να κυριαρχήσει – η κυριαρχία της οργάνωσης με βασικό μέλος μια χώρα που τόσα πραξικοπήματα στήριξε εκείνη την περίοδο. Μην ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια πριν μόνο, στην ίδια χώρα, ο Γαβράς έκανε φιλμ επικριτικά των ΗΠΑ και της εξωτερικής πολιτικής τους.
Ο Ζοσέ Ζιοβανί, ο δωσίλογος επί Β’Παγκοσμίου και μετά safe νατοϊκός, δεν ήταν πολύ ικανοποιητικός, ούτε ιδεολογικά ούτε τεχνικά. Το πρώτο φιλμ είναι αχρείαστα γραφικό, το δεύτερο έχει άμεση και καλά μονταρισμένη δράση μα χάνει στο ανθρώπινο κομμάτι γιατί δεν είναι ανεπτυγμένο σεναριακά, και το τρίτο ούτε καλογραμμένο, ούτε σκηνοθετημένο καλά είναι. Αν είχαμε ένα καλό σκηνοθέτη θα μπορούσαμε να δεχτούμε κάπως την ιδεολογική απογοήτευση, αλλά τι να κάνουμε, μας έτυχε ο Ζοσέ Ζιοβανί…


