Αν και έχουν περάσει περίπου 4 μήνες από το τελευταίο μου άρθρο που αφορούσε κάποια παράσταση, ο Πλούτος σε σκηνοθεσία και διασκευή του Γιώργου Κιμούλη ήρθε να μου ξυπνήσει ξανά την ανάγκη να γράψω κάτι, μια και μου δημιούργησε πλήθος ανάμεικτων συναισθημάτων και εντυπώσεων.
Είναι πανθομολογούμενο πως με τόσες παραστάσεις Αριστοφάνη κάθε χρόνο και επί τόσα χρόνια, έχει δημιουργηθεί ένας κορεσμός. Γιατί ναι, πάντα πουλούσε και θα πουλάει το trademark Αριστοφάνης αλλά όπως είπε κι ο χορός της παράστασης από τις κερκίδες αυτά έχουμε δει και ξαναδεί. Πάλι Πλούτο; .Αν και αυτός ο κορεσμός φαίνεται να ταλανίζει τους δημιουργούς που ψάχνουν (ευτυχώς) νέους τρόπους να μεταφέρουν το κείμενο από το χαρτί στη σκηνή, δεν φαίνεται να ταλανίζει εξίσου και τους θεατές που συρρέουν κατά εκατοντάδες ή και χιλιάδες στα θέατρα – σταθμούς των καλοκαιρινών περιοδειών. Δεν ήταν παρά ελάχιστες οι θέσεις που έμειναν κενές στην πρεμιέρα του Πλούτου στο θέατρο Δάσους.
Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η αρχική συνθήκη δράσης των ηθοποιών τοποθετήθηκε, πολύ έξυπνα κατά τη γνώμη μου, στην ου – τοπία του έργου του Σάμουελ Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό. Δανειζόμενοι το σκηνικό του έργου αυτού (ένα ξεραμένο δέντρο), δανειζόμενοι τα ρούχα των μπεκετικών ηρώων όπως ο ίδιος τα θέλει στο έργο του, και παίρνοντας ακόμη και αυτούσιο κείμενο από το έργο ( τίποτα δεν γίνεται είναι η πρώτη ατάκα της παράστασης ), αλλά και δράσεις (πχ ο Κιμούλης στην αρχή κυκλοφορεί με μια θηλιά για να κρεμαστεί), οι συντελεστές της παράστασης λύνουν τα υπαρξιακά προβλήματα τόσο της παράστασης (πώς μιλάει ο Αριστοφάνης σήμερα σε μας; ) όσο και των πολιτών, επομένως των θεατών. Ταυτίζει τους ήρωες του Μπέκετ με τους πολίτες της Ελλάδας, όπου οι κυβερνήσεις αλλάζουν, δημοψηφίσματα διχάζουν, αλλά τελικά, τίποτα δεν γίνεται. Και τι προβάλλεται ως λύση σε όλο αυτό; Το θέατρο.
Έτσι οι μπεκετικοί ήρωες περιμένουν και όσο περιμένουν παίζουν. Σαν τη ζωή ένα πράγμα. Όσο περιμένεις, (παι)ζεις. Οι συγκεκριμένοι αποφασίζουν να παίξουν τον Πλούτο του Αριστοφάνη γιατί αυτόν θυμούνται, λένε. Ξεπερνώντας κάποια δηκτικά σχόλια που αφορούν τον Γιαν Φαμπρ και την εικοσιτετράωρη παράσταση του, Mount Olympus, τα οποία προσωπικά τα βρήκα μικρόνοα και δεν βοηθούν να αναπτυχθεί το καλλιτεχνικό και αισθητικό ένστικτο των θεατών, αλλά αντιθέτως το επαναπαύουν στην ασφάλεια της επιφανειακής πρόσληψης της κατακερματισμένης εικόνας που προέβαλαν οι τηλεοράσεις, θα ήθελα να σταθώ σε κάποιο πιο καίριο σημείο της παράστασης.
Κι αυτό είναι ο αγώνας αντιλογίας ανάμεσα στον Χρεμύλο και στην Πενία. Στο σημείο αυτό της παράστασης το κοινό χειροκρότησε πάνω από τρεις φορές διακόπτωντας τον μονόλογο του Γιάννη Μπέζου (στον ρόλο του Χρεμύλου), επιβραβεύοντας τα επιχειρήματά του. Και ναι, κινούμενος στα όρια του λαϊκισμού, όπως και το σύνολο της παράστασης βέβαια, δεν είχε άδικο. Έχετε γεμίσει τη ζωή μας με άγνωστες λέξεις: capital controls, swaps, offshores, psi, brexit,esm. Έχετε κάνει τη ζωή μας χρηματιστήριο. Στον μονόλογο του Χρεμύλου απέναντι στην Πενία – Λαγκάρντ (la guard de tresor, το λογοπαίγνιο), ένιωθες να ενώνονται όλες οι φωνές των θεατών, όλες οι φωνές των πολιτών. Όλος ο θυμός και το άχτι και το δεν πάει άλλο. Κι αυτό ονομάζεται λαϊκισμός. Και ερωτώ: και τι το άσχημο υπάρχει στο να βρίσκεις στο θέατρο κάποιον να εκφράζει αυτό που θες κι εσύ να πεις; Άλλωστε, ο Αριστοφάνης δεν μιλούσε έτσι; Τα παραγέμιζε τα λόγια του με φρου φρου κι αρώματα ο Αριστοφάνης; Σ' αυτόν τον τόπο ή θα λαϊκίζεις, ή θα είσαι εστέτ, ή θα είσαι αδιάφορος. Και ναι, κακά τα ψέματα, πήξαμε σε παραστάσεις αδιάφορες. Σε παραστάσεις που γίνονται για να παίξουμε κάπου, για να σκηνοθετήσουμε κάτι, για να ακουστούμε, χωρίς να θέλουμε να βγάλουμε κάτι από μέσα μας μ' αυτές. Επιτέλους, μου έλειψαν οι παραστάσεις που μπορώ, αν όχι να τις λατρέψω, τότε τουλάχιστον να εκνευριστώ μαζί τους, να συζητήσω γι' αυτές, ν΄ακούσω άλλες απόψεις.
Παρόμοιο το σκηνικό και στην παράβαση που πρόσθεσαν οι συντελεστές στο έργο, καθώς ο Πλούτος, το τελευταίο έργο του Αριστοφάνη γραμμένο το 338 πΧ, είναι και το μόνο δικό του χωρίς παράβαση, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή για την Αττική Κωμωδία. Εκεί, λοιπόν, ο ηθοποιός, διασκευαστής και σκηνοθέτης της παράστασης Γιώργος Κιμούλης βγήκε από το ρόλο του και μίλησε στα νέα παιδιά του Χορού για το τι θέλουν να πουν οι ίδιοι μέσα απ' αυτό το έργο. Τους είπε ότι αυτό που είναι φτώχεια είναι η μοναξιά κι η απομόνωση, πως οι άνθρωποι πρέπει να παλεύουν και να δημιουργούν όλοι μαζί. Το σημαντικότερο: τους είπε να μην ακούνε τις συμβουλές των μεγάλων ότι δεν θα καταφέρουνε να αλλάξουνε τον κόσμο. Να προχωρούν μπροστά χωρίς να ακολουθούν τις γενιές που περπάτησαν πριν απ' αυτούς. Συμβολικά, έδωσε ένα κόκκινο μαντήλι σε μια κοπέλα του χορού. Σαφές.
Ίσως, όμως, για να είναι πιο ολοκληρωμένο το έργο τέχνης θα έπρεπε να ταυτίζεται η φόρμα με το περιεχόμενο κι αφού το περιεχόμενο λέει όλοι μαζί και χώρος στους νέους, μήπως και στην φόρμα της παράστασης να βλέπαμε να δίνεται περισσότερος χώρος στους νέους; Έστω στον Αλμπέρτο Φαϊς, ο οποίος ήταν στους βασικούς ηθοποιούς κι όχι στον χορό;
Δεν θα ήθελα να μπω σε περαιτέρω λεπτομέρειες για την παράσταση. Πρέπει να ομολογήσω πως μέχρι την μέση, μέχρι το σημείο που άρχισε ο Καρίων τα τραγούδια, είχε πολύ καλό ρυθμό η παράσταση. Κατά τα άλλα, είχε όσα περιμένει κανείς να δει όταν βλέπει μια τέτοια παράσταση, με τα θετικά και τα αρνητικά που αυτό συνεπάγεται.
Οι θεατές πάντως, έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην παράσταση και αυτό οφείλεται κατά μεγάλο ποσοστό, στο ότι πρόκειται για ηθοποιούς οι οποίοι είναι – το λιγότερο- εξαιρετικά αναγνωρίσιμοι από την τηλεόραση. Παντού γύρω σου άκουγες τους θεατές να αποκαλούν τους ηθοποιούς με ονόματα ρόλων που είχαν στα σίριαλ κλπ. Και μέχρι εδώ πάει καλά. Με γεια τους με χαρά τους, οι άνθρωποι κάνανε τηλεόραση, ήταν επιτυχημένοι σ' αυτό που κάνανε κι ας δρέψουν τις όποιες δάφνες τους. Όμως οι θεατές έχουν κι αυτοί κατά την γνώμη μου κάποιες υποχρεώσεις. Όταν ο ηθοποιός βρίσκεται δύο ώρες στη σκηνή προσφέροντας σου κάτι (οτιδήποτε), είναι το λιγότερο αγενές να σηκώνεσαι και να φεύγεις προτού τελειώσει η παράσταση. Κι ακόμη περισσότερο να περνάς μπροστά περιμετρικά της σκηνής την ώρα που τα νέα παιδιά του Χορού τραγουδούν και χορεύουν και παίζουν κάνοντας τα πρώτα τους θεατρικά βήματα. Ας υπολογίσουμε στον χρόνο της παράστασης και την, ομολογουμένως πανδύσκολη, είσοδο κι έξοδο από το πάρκινγκ. Πολιτισμός δεν είναι μόνο το να πας θέατρο.
Κι αφού τα έβαλα με όλους και με όλα, καταλήγω στο ότι αν μη τι άλλο, η παράσταση αυτή σε βάζει σε κάποιου είδους κινητοποίηση και εγρήγορση – συμφωνώντας ή διαφωνώντας, οι παραστάσεις δεν είναι για να συμφωνούμε πάντα, πολύ περισσότερο μάλιστα σε σχέσεις με άλλες παραστάσεις που προβάλλουν δήθεν διλήμματα τραγικών προσώπων.
Γεννήθηκα σε μια χώρα που δεν μετράει, αλλά μιλάει.


