
Από το Γιώργο Καρακασίδη
Πώς γίνεται ένα τραγούδι του 1975 να συνεχίζει να μας βασανίζει με το «τι στο καλό σημαίνει;». Το Bohemian Rhapsody είναι κάτι σαν το Finnegans Wake της ροκ: το ακούς, το ζεις, αλλά ποτέ δεν το καταλαβαίνεις πλήρως. Και ίσως αυτό να είναι το νόημά του.
Το ίδιο το όνομα λέει πολλά. «Ραψωδία»: μια μουσική φόρμα χωρίς σταθερή δομή, μια συρραφή από αντιφατικά κομμάτια που υποτίθεται πως δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, κι όμως δένουν με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό. «Μποέμικη»: όχι για τη γεωγραφία της Βοημίας, αλλά για τον άνθρωπο που ζει έξω από κανόνες, που καίει τον εαυτό του για την τέχνη, που φτιάχνει ταυτότητες και τις πετά σαν παλιά κοστούμια. Αν το σκεφτεί κανείς, η ζωή του Freddie Mercury ήταν μια ραψωδία — αλλόκοτη, θεατρική, ελευθεριακή.
Γιατί 5 λεπτά και 55 δευτερόλεπτα; Όχι, δεν υπάρχει κάποιο κρυφό μήνυμα. Είναι ο χρόνος που απαιτούσε η δομή του. Οι δισκογραφικές ήθελαν ψαλίδι. Ο Mercury είπε «ή έτσι ή καθόλου». Και έτσι το τραγούδι-μαμούθ βγήκε ατόφιο, ξεφεύγοντας ακόμα και σήμερα από το καλούπι του single.
Το κομμάτι διαβάζεται με δύο τρόπους. Η «φαουστιανή» ανάγνωση: ένας νέος κάνει συμφωνία με τον διάβολο, σκοτώνει τον παλιό εαυτό του, μπλέκεται σε κοσμική δίκη, με χορωδίες αγγέλων, μεθυσμένα καμπαρέ και θεούς που μιλούν αραβικά και λατινικά. Η πιο προσωπική: ο Freddie σκοτώνει τον Farrokh Bulsara, το παιδί από τη Ζανζιβάρη, τον «καλό γιο» και «πιστό σύζυγο», για να γεννηθεί ο Freddie Mercury — ροκ σταρ που τολμά να ζήσει τη σεξουαλικότητά του ανοιχτά. Στην πρώτη ανάγνωση έχουμε τον Γκαίτε και τον διάβολο, στη δεύτερη την Mary Austin, τους γονείς του και την προσωπική του ταυτότητα.
Και στις δύο, η σκηνή είναι ίδια: πρώτα η υπαρξιακή ερώτηση, «είναι αυτή η πραγματικότητα ή μια φαντασία;». Μετά το «έγκλημα»: «Mama, just killed a man…» — ο Mercury σκοτώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Έπειτα η όπερα: Scaramouche, Galileo, Figaro, Bismillah. Λέξεις που μοιάζουν τυχαίες, αλλά στήνουν μάχη ανάμεσα στον Θεό και τον διάβολο για την ψυχή του. Ακολουθεί το ξέσπασμα του ροκ, η εξέγερση απέναντι σε όσους τον έκριναν, και στο τέλος η παραίτηση: «Nothing really matters».
Σήμερα, σχεδόν 50 χρόνια μετά, το ακούμε σε διαφημίσεις, talent shows, γάμους και κηδείες. Έχει γίνει «εθνικός ύμνος» του πλανήτη, η πιο σίγουρη συνταγή για sing along. Και όμως, πίσω από τα καραόκε και τις μιμήσεις του Rami Malek, το κομμάτι παραμένει σκοτεινό. Μιλάει για το πώς σκοτώνεις τον παλιό σου εαυτό για να φτιάξεις έναν άλλον. Μια εμπειρία που γνωρίζει καλά η γενιά μας, που αλλάζει avatars, usernames και identities με την ίδια ευκολία που αλλάζει story στο Instagram.
Δεν είναι τυχαίο που τελειώνει με την παραίτηση: «Nothing really matters». Είναι η πιο γλυκιά, ανακουφιστική αποδοχή ότι, τελικά, τίποτα δεν έχει σημασία αν δεν ζήσεις όπως θες. Νιχιλισμός ή απελευθέρωση; Στην περίπτωση του Freddie ήταν και τα δύο.



