HomeΘέματαΤο "χθες" και η "άνεργη" Θεσσαλονίκη του...

Το "χθες" και η "άνεργη" Θεσσαλονίκη του "σήμερα"

Είσαι άνεργος. Ψάχνεις
ολημερίς και οληνυχτίς δουλειά
αλλά…κανένα νέο από το μέτωπο.
Και να σου όλη μέρα στα site ευρέσεως
εργασίας και να σου κάθε Κυριακή να
αγοράζεις τις κυριακάτικες φυλλάδες
μήπως έχουν κανένα ένθετο Εργασία
και ας μην αναφερθώ και στη δόλια τη
μάνα σου που έχει βάλει λιτούς και
δεμένους μήπως βρεθεί κάτι από στόμα
σε στόμα. Το αποτέλεσμα; Μηδέν εις
το πηλίκον.

Είσαι σκασμένος.
Χρειάζεσαι καθαρό αέρα. Μια βόλτα στους
δρόμους της Θεσσαλονίκης θα σε κάνει
αν μη τη άλλο να αισθανθείς λίγο καλύτερα.
Νομίζεις. Δεν σε κάνει. Και εκείνη την
ώρα, σαν απο μηχανής Θεός, περνάει από
μπροστά σου ένας λατερνατζής. Δεν ξέρεις
εάν είσαι έτοιμος να συγκινηθείς ή να
μελαγχολήσεις. Ο παππούς σου συνήθιζε
να σου λέει για αυτούς. Τους αποκαλούσε
γνήσιους λαϊκούς καλλιτέχνες. Τους
έβρισκες στην αγορά, στα πανηγύρια, στις
χαρές. Μύριζε η γειτονιά μελωδιές,
σου είχαν πει. Η μεταφορά της λατέρνας
δεν ήταν ευκολάκι, όπως θα έλεγε
κάποιος συνομίληκός σου. Συνήθως,
μάλιστα, πήγαιναν δυο-δυο σαν τους Χιώτες
οι λατερνατζήδες. Είχαν κι εκείνο το
πτυσσόμενο σκαμνάκι για να ακουμπάνε
τη λατέρνα τους, όταν πια έβρισκαν μέρος
που γινόταν…η περατζάδα. Τόσο όμορφο
όργανο η λατέρνα. Τότε. Παλιά. Η λατέρνα
που βρέθηκε τώρα μπροστά σου ήταν
ταλαιπωρημένη. Φάλτσος ήχος. Φάλτσο
παίξιμο. Η παράδοσή σου σε χέρια ξένων.
Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο.
Πόσο καιρό είχες να δεις, άραγε, αυτήν
την ταινία;

Πόσα επαγγέλματα,
σκέφτεσαι, έβρισκες στη Θεσσαλονίκη
του τότε και απαξιώθηκαν στην
άνεργη συμπρωτεύουσα του σήμερα;
Οι γιάπηδες θα σου είχαν έτοιμη
την απάντηση: Ο πολιτισμός, οι νέες
συνθήκες ζωής, παραγωγής και εργασίας,
η τεχνολογική εξέλιξη… Η “ΑΝΕΡΓΙΑ
θα απαντούσες εσύ αλλά ποιός θα σε
άκουγε;

Επιστρέφεις σπίτι σου,
λίγο πιο απελπισμένος από ό,τι ήσουν
πριν. Μπαίνεις στο google, ψάχνεις βιβλία,
αναζητάς παλιές φωτογραφίες, ίσως και
κανένα παραπεταμένο cart postal
στο…χρονοντούλαπο που σας άφησε
ο παππούς κληρονομιά. Και ένας νέος
κόσμος ξεδιπλώνεται εμπρός σου: Ο
παγοπώλης, ο λούστρος, ο νερουλάς, ο
σαγματοποιός, ο αιτησιογράφος, ο
μπακιρτζής, η καπελού και χίλιοι άλλοι
δυο. Δεν τους πρόλαβες. Δεν γνώρισες
παγωτατζή στα νιάτα σου. Μόνο τον
περιπτερά της γειτονιάς σου για κανά
ξυλάκι παγωτό και πολύ σου είναι. Δεν
ήξερες καν τί ήταν ο γαλατάς, τί το
γκιούμι του, ούτε είχες ακούσει ποτέ
εκείνο το ξακουστό φρέσκο γάλα, εδώ
ο καλός ο γαλατάς'. Για να μην σου πω και
για τον γιαουρτσή.

Κλείνεις τα μάτια σου
και φαντάζεσαι τη Θεσσαλονίκη της
φτώχειας, η οποία όμως δεν κρυβόταν πίσω
από το δάχτυλό της, όπως κάνει σήμερα.
Τη Προσφυγομάνα με τους πλανόδιούς της,
με τον καρβουνιάρη της, με τον τσαγκάρη
της, με τον στιλβωτή της, με τον πλανόδιο
φωτογράφο της…

Επαγγελματίες που δεν
υπάρχουν σήμερα στη γειτονιά σου, κι αν
υπάρχουν είναι ξεχασμένοι στο χθες,
είναι ρετρό, είναι γραφικοί όπως ίσως
σκέφτεσαι.

Επαγγελματίες που δε θα
γνωρίσει το παιδί σου, ούτε αν κάποτε
αφήσεις αυτά τα στοιχεία στο δικό
σου…χρονοντούλαπο, κι εσύ με τη σειρά
σου. Μα πως να τους αναγνωρίσει; Δεν
άκουσε ποτέ τον γανωτή να φωνάζει:
«Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωωωω!
Γανωωωτής», δεν συνάντησε ποτέ τον
εφημεριδοπώλη να διαλαλεί την πραμάτεια
του, ούτε είχε την ευκαιρία να δει πώς
έφτιαχνε ο καρεκλάς τις καρέκλες του,
για να γίνονται αναπαυτικές και ανθεκτικές
στο χρόνο. Πρώτα ο ξύλινος σκελετός και
μετά πλέξιμο με ψάθα στη βάση της
καρέκλας.

Βλέπετε, η Θεσσαλονίκη,
η Ελλάδα, μεγάλωσε. Σπούδασε. Μορφώθηκε.
Ωρίμασε. Δεν καταδέχεται να βάζει στην
αγκαλιά της ποδηλατάδες, καροποιούς,
σανοπώληδες και βαρκάρηδες. Μόνο ο δοσάς
της απόμεινε. Σταθερή αξία. Επαγγελματίας
και τότε. Επαγγελματίας και σήμερα. Τότε
πουλούσε είδη στις νοικοκυρές και μετά
περνούσε για να εισπράξει τη δόση. Μη
μου πεις ότι δε θυμάσαι από τις ταινίες
εκείνο το κλασικό Στις τάδε του μηνός
πέρνα, κυρ Αντώνη μου, δεν βγαίνω τώρα.
Τότε έδινε και βερεσέ ο δοσάς και τις
τιμές φούσκωνε. Σήμερα ο δοσάς φοράει
κοστούμι. Και μη διανοηθείς να τον πεις
δοσά. Για τους φίλους, τράπεζα, κράτος,
εφορία, χαράτσι. Για εσένα; Μαχαίρι. Στο
λαιμό.

σαγματοποιός=κατασκευαστής
σαμαριών και σελών.

Αιτησιογράφος=
Επαγγελματίας που είχε το τραπεζάκι
του έξω από τράπεζες, εφορίες και δημόσια
καταστήματα και έγραφε τις αιτήσεις
για λογαριασμό των συναλλασσόμενων.


Μπακιρτζής= γανωματής=
αυτός που μάζευε από τις οικοκυρές τα
κουζινικά και άλλα σκεύη που ήθελα
κασσιτέρωμα.


Στιλβωτής= αυτός που
καθάριζε καπέλα, γυάλιζε παπούτσια,
έβαφε τσάντες και άλλα δερμάτινα είδη.

Related stories

Χαλαρό απόγευμα καλοκαιριού στην Πλατεία Ναυαρίνου

Χαλαρό απόγευμα καλοκαιριού στην Πλατεία Ναυαρίνου της Βιολέτας Λεμόνα Μήνας: Ιούλιος Μέρος:...

«Λάφυρο η ζωή» Ένα ντοκιμαντέρ για τους πλημμυροπαθείς της Θεσσαλίας

Μια ζεστή ματιά στους πλημμυροπαθείς της Θεσσαλίας μετά το...

Hit Man. Η ‘ανυπόκριτη’ γοητεία του Εκτελεστή.

Από το Γιώργο Καρακασίδη Ο Richard Linklater είναι ένας αυτοδημιούργητος...

Σήμερα η ανοιχτή εκδήλωση για τα 50 χρόνια αποκατάστασης της Δημοκρατίας στο Δημαρχείο

Εκδήλωση με ελεύθερη είσοδο διοργανώνει απόψε στις 21:00 στο...

Η πολυβραβευμένη ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη “ΟΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΕΣ” σε ελεύθερη προβολή

«ΟΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΕΣ» μια ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη Μόνο αγάπη και...