HomeMind the artΒιβλίο“Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια” & “Πόλη Παιδιών”

“Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια” & “Πόλη Παιδιών”

Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης γράφει για το μοναδικό μυθιστόρημα της Χάρπερ Λη “Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια”


Το «Όταν σκοτώνουν τα Κοτσύφια» της Χάρπερ Λη έχει ασφαλώς γεράσει. Η ισονομία έχει κατακτηθεί πια από τον (Δυτικό) πολιτισμό. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως ο Τομ Ρόμπινσον είναι αθώος –κανείς δεν κρίνει τον ανθρώπινο νου, τις αξίες και τα δικαιώματα με γνώμονα τη φυλή. Με τον χρόνο, όλα τα μυθιστορήματα φθείρονται· πιο πολύ εκείνα που προσπαθούν να καθρεφτίσουν τη συγχρονία. 

Είναι φυσικό ότι το «Όταν σκοτώνουν τα Κοτσύφια» διαβάζεται με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Το μέρος για το οποίο σήμερα το μυθιστόρημα θεωρείται κλασικό είναι το μέρος που, όταν πρωτοεκδόθηκε, θα θεωρούνταν το πιο αδύναμο, ένα δείγμα περιττού λογοτεχνισμού, ίσως ένα υπόλειμμα αστισμού: είναι η ιστορία ενηλικίωσης της Σκάουτ Φιντς.

Ωστόσο όποιος έχει ζήσει λίγες μέρες στις Ηνωμένες Πολιτείες του 21ου αιώνα, μπορεί να κοιτάξει το μυθιστόρημα υπό άλλο πρίσμα. Την εποχή της Χάρπερ Λη οι διακρίσεις γίνονταν σε βάρος των μαύρων –σήμερα, τα πράγματα έχουν περίπου αντιστραφεί. Η Αμερική καταδικάζει με ζήλο τη βία των λευκών κατά των μαύρων ή των ισπανόφωνων, σπανίως όμως επιδεικνύει την ίδια δριμύτητα στην καταστολή της ρατσιστικής βίας όταν αυτή ακολουθεί ανάποδη πορεία. Και όταν ο διευθυντής προσωπικού χρειαστεί να διαλέξει ανάμεσα σε λευκό και μαύρο υποψήφιο, θα προτιμήσει τον μαύρο, φοβούμενος ότι διαφορετικά θα στιγματιστεί ως ρατσιστής ή ελιτιστής: στις Η.Π.Α. αποτελούν τους χειρότερους χαρακτηρισμούς που μπορούν να αποδοθούν σε άνθρωπο.

Οι λευκοί αντιμετωπίζονται ως δυνητικοί ρατσιστές και οι μαύροι ως ευάλωτα θύματα που χρήζουν συνταγματικών εξαιρέσεων και ευνοϊκής μεταχείρισης. Όπως είναι φυσικό, όταν κάποιος ευνοείται, κάποιος άλλος αδικείται. Συνέπεια αυτής της ηθικής διαστροφής είναι το γενικευμένο αίσθημα αδικίας που υπονομεύει τη νηφαλιότητα και τη σταθερότητα.



Ο Γιώργος Στόγιας γράφει για το μυθιστόρημα του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου “Πόλη Παιδιών”.


Η αθωότητα είναι ένας υπαρκτός παράδεισος – σε μια «φυσιολογική» οικογένεια, εκεί όπου ένα παιδί μεγαλώνει «κανονικά» (εδώ τα εισαγωγικά δεν χρησιμοποιούνται για να απαξιώσουν, αλλά για να τονίσουν τη σχετικότητα). Μερικοί άνθρωποι όμως δεν έζησαν ποτέ κάτι ανάλογο, δεν ήταν ποτέ παιδιά. Δεν είχαν γονείς επαρκείς έτσι ώστε, μέσω της εξιδανίκευσής τους, να πιστέψουν αντανακλαστικά ότι οι ίδιοι είναι όμορφοι, έξυπνοι και ασφαλείς. Διαπερνώντας λοιπόν τα σύνορα των ηλικιών, η «Πόλη Παιδιών» μιλάει γι’ αυτούς, αντηχεί τον εξωπραγματικό πόνο τους. 

Η επιτυχία του Κουτσιαμπασάκου ως συγγραφέα είναι ότι τρύπωσε μέσα από τα αχρηστευμένα συρματοπλέγματα και στάθηκε δίπλα στους ήρωές του, έγινε ένα αγόρι στη σειρά, ακίνητο κατά την επιθεώρηση. Έπαιξε μαζί τους μπάλα στο γήπεδο, αγόρασε τον Μπλεκ από το περίπτερο του κοντινού χωριού, βγήκε να εξερευνήσει την αθέατη πλευρά του απέναντι βουνού.

Η «Πόλη Παιδιών» είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να απευθύνεται στους εγκαταλελειμμένους μικρούς ανθρώπους, μια συμβολική χειρονομία επανόρθωσης για την παιδική ηλικία που δεν έζησαν. Να λιπάνει τα μάτια τους, μήπως και βρουν κανένα δάκρυ να κλάψουν, από αυτά που έχουν στερέψει. Να λιώσουν μέσα τους την παγωμένη απορία (να μην σε θέλουν οι γονείς σου και να μην καταλαβαίνεις το γιατί). Ένα μάταιο βοήθημα για να αντικαταστήσουν φαντασιακά την αποξένωση, για πολλοστή φορά, με ένα αντι-λογοτεχνικό όραμα: την υποτιμημένη από τους προνομιούχους κανονικότητα.

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, αυτούς που, όπως εγώ, είχαν μια, λίγο πολύ, υποφερτή παιδική ηλικία, η γνωριμία με τη μυθιστορηματική Παιδόπολη θα αποβεί, πιστεύω, διδακτική. Με θαυμαστό τρόπο και δομή αριστοτεχνική, δίχως ηθικολογίες και μελοδραματισμούς, ο Κουτσιαμπασάκος στήνει έναν εφιάλτη χιλίων πυλών που βγάζουν σε όμοιες μέρες διαφορετικών χρόνων (και συγχρόνως, πάντα υποβόσκουσα, την κραυγή για έξοδο, για ελευθερία από τον «Πύργο» του πόνου). Μόνο που, όταν ολοκληρωθεί το διάβασμα της τελευταίας σελίδας, θα έχει λήξει το επισκεπτήριο. Ακόμη κι αν η τελευταία Παιδούπολη έκλεισε το 1998, οι «εκτός» θα πρέπει να αποχωρήσουν για να συνεχιστεί το πρόγραμμα.

Related stories

Ο πρώτος ηλεκτρικός ανεμιστήρας που εμφανίστηκε στην Eλλάδα

Αργύρης Τσιάπος Όταν η πολλή ζέστη καθιστά το σπίτι δύσκολα...

Τέσσερις ιστορίες Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους

Αργύρης Τσιάπος Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς...

Τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Καλλικράτεια: Στα κεραμίδια της κυρίας Κωνσταντίας

Θυμάται και γράφει ο Χρήστος Σατανίδης Τα παιδικά μου καλοκαίρια,...

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν “Νόμπερ”

Βιβλιοπρόταση: Όσιν Φέιγκαν "Νόμπερ" (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) , Eκδόσεις:...