AH HA

Η λύση.[ 1 ] Η χρεοκοπία (του κράτους, όχι της χώρας: η χώρα πάσχει από συγγενή ηθική και πνευματική χρεοκοπία έτσι κι αλλιώς, και φυσικά δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά: από παιδίσκη υπήρξε ανοϊκή — συμπτώματα, δε, όπως της κατάληψης των υπερτροφικών υπουργείων για να μη μας δανείσουν αυτοί που μας κρατούν με τα οξυγόνα είναι δευτερεύοντα, έχουμε κάνει και πολύ χειρότερα), όταν και όπως και να μας ανακοινωθεί (ελεγχόμενη ή ανεξέλεγκτη, οργανωμένη ή μη, επιβεβλημένη ή αναπόφευκτη, φέτος, από χρόνου ή το ’13) έχει κλειδώσει — δυστυχώς, δυστυχέστατα. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, είναι μία πραγματικότητα που οφείλουμε να την παραδεχτούμε άμεσα (το αντίθετο δε θα ’ναι στο χέρι μας όταν πρωτοδιαβάσουμε τα μαντάτα στο Twitter), να τη γνωρίσουμε (όπως έναν συγγενή που δε μπορούμε να διώξουμε από το σπίτι) και να την καλωσορίσουμε (γιατί ήρθε για να μείνει — και θα μείνει): η χρεοκοπία του κράτους και τα όσα κομίζει είναι τα αναμενόμενα επίχειρα της ασύγγνωστης τρυφηλότητας ενός άσωτου, ανάδελφου, ανεπρόκοπου και ανερμάτιστου πάτσγουορκ, όχι λαών ή τάξεων ή καστών, αλλά ανθρώπινων μονάδων, εγωπαθών και ιδιοτελών υποκειμένων, εχθρών του κοινοτισμού και της όποιας σύμπραξης, πολέμιων του εκσυγχρονισμού και της δουλειάς με όραμα (ή και της δουλειάς γενικώς), ορθοδόξων οπαδών του μοσχομυρωδάτου λιανοκεριού, του άβολου στασιδιού και της καθ’ ημάς Ανατολής (και κάθε κατιμά) και (δυστυχώς, δυστυχέστατα) όχι προτεσταντών, όχι Δυτικών, όχι ελλόγων αστών: ναι, αυτά που κοροϊδεύαμε, και που σκίζαμε τα τζάκετ μας, και
θεωρούν τον ευδαιμονισμό, τον επικουρισμό, την κατανάλωση και την ιδιοκτησία κακοδαιμονία και πράγματα σατανικά και που φταιν, ας στρέψουν και την άλλη παρειά στο χέρι τους που τους ραπίζει, δε με κόφτουν οι απόψεις τους: απλώς η ζωή τους με τρομάζει, και με φτωχαίνει, και την εχθρεύομαι. [ 3 ] Ωστόσο, και καθώς βαρέθηκα τα words, words, words, έχω και μία λύση να καταθέσω εδώ, που ελπίζω να την πάρουν στα σοβαρά οι υπεύθυνοι και να την υλοποιήσουν — προτείνω η Ελλάδα να γίνει αυτό που κατά βάθος, χρόνια τώρα (ακκιζόμενη, φωνασκούσα, επαιτώντας και κομψευάμενη), επιζητεί: να γίνει ριάλιτι — το μεγαλύτερο ριάλιτι της ιστορίας. Χρειάζεται ασφαλώς μία σοβαρή και διόλου ευκαταφρόνητη αρχική επένδυση, αλλά ένα διεθνές κονσόρτσιουμ θα μπορούσε να το αναλάβει άφοβα: τα κέρδη του (φέρ’ ειπείν, ένα 50% για τα πρώτα δέκα έτη) θα ήταν δελεαστικά για κάθε σοβαρό επενδυτικό όμιλο. Χρειάζονται κάμερες, πολλές κάμερες, καθώς και 10.000.000 φορητές, ψείρες, ίσως προσαρμοσμένες σε καπέλα (στα καπέλα μας, που υποχρεωτικά θα φοράμε), καθώς και ένα πελώριο σύστημα που θα τις υποστηρίζει, και που θα κατανέμει και θα «πακετάρει» έξυπνα την λάιβ εκπεμπόμενη εικόνα σε εικοσιτετράωρη βάση. Οι συνδρομητές τού The Greek Reality Show θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν εύκολα τόπο και ανθρώπους, από έναν ψηφιακό ονλάιν κατάλογο χωρισμένο σε κατηγορίες — φέρ’ ειπείν: Ancient Politicians, Cab Drivers, Slave Drivers, Unionists, Suicide Admirers, GENOP-DEI Honchos (Parents Strongly Cautioned), Tsipras’s Enthusiasts (Adults Only — Graphic

που κλαίγαν οι εικόνες τού Τσε στον τοίχο μας, και που μάτωνε το «Why?» στο πόστερ, αυτά λουζόμαστε — και θα τα λουζόμαστε για πάντα. Οπότε, υπομονή. Ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Έληξε η περίοδος της Μεταπολίτευσης (του Όθωνος εννοώ, όχι του ’74) και πλέον έρχεται και εγκαθίσταται το μ.Χ: η μετά Χρεοκοπίαν εποχή. Η προ Χρεοκοπίας είχε μια κάποια πλάκα, ένα γούστο (για όσους χαίρονταν και αγαλλιούσαν με τα εθνικά αθλητικά κατορθώματα, με τις αναλήψεις των Ολυμπιακών, με τις σημαίες και την αλεξία των προεκλογικών μεγασυγκεντρώσεων, με τις επιδοτήσεις των Παρατηρητών Στρουθοκαμήλου, των Αποστράτων Βουλγαροκτόνων Κομάντος και των ΔΗΠΕΘΕ, με την πανηγυρική από τηλεοράσεως αποθέωση της εν τω βάθει κατάντιας μας). Το μετά δε θα έχει. Δε θα ’χει πλάκα και γούστο το μετά. [ 2 ] Διαβάζω για τα μ.Χ. «καλά», και οργίζομαι. Μου ’χουν ξεφύγει κι εμένα κάτι βιαστικά φληναφήματα του στυλ, «Τα φιλιά θα ’χουν άλλη γλύκα πια» (και λοιπές ανοησίες που με κάνουν να ντρέπομαι). Δε θα ’χουν άλλη γλύκα τα φιλιά — κάθε άλλο. (Η γλύκα τους είναι ευθέως ανάλογη με το συνδυασμό κουλτούρας και πλούτου αυτών που φιλιούνται). Ούτε η φακή θα νοστιμίσει ξαφνικά. Ούτε η φασολάδα με την καπνιστή ρέγκα και το στουμπισμένο κρεμμύδι και τις βούτες είναι φαΐ της προκοπής — είναι απλώς τροφή επιβίωσης: αλφάλφα ανθρώπων. Ούτε θα «επιστρέψουμε» σε έναν αγαθό πρωτογονισμό αλά Καντίντ: οι ευγενείς βολταιρικοί άγριοι τελειώσανε, μερέψανε, σπούδασαν — πάνε. (Άσε δε που είναι τύποι αφηγηματικοί, πλαστοί). Μείναμε μόνοι άγριοι εμείς. Και φτωχοί. Κι αν κάποιοι
Violence), Antonis’s_the_Great Followers for the Pride of the Holy Homeland (funny), Bennie’s Friends ’n’ Fans (very funny!), Priests (Dark Ages), Protesters (ex Indignants: lol), κλπ. κλπ. Υπολογίζω σε μισό δισεκατομμύριο συνδρομητές τον πρώτο χρόνο, και σε άνω τού ενός δισεκατομμυρίου συμβόλαια από τον δεύτερο και μετά. Δε χρειάζεται να είναι ακριβή η συνδρομή, σίγουρα όχι παραπάνω από 10 ευρώ το μήνα. Και πάλι, τα ποσά που θα εισρεύσουν στα ταμεία θα είναι τεράστια. (Κάντε τον υπολογισμό). Έτσι, και το έλλειμμα θα εξαφανιστεί, και (επιτέλους!) πρωτογενές πλεόνασμα θα παρουσιάσουμε, και στις αγορές θα μας ξαναδεχτούν με χαρά και αξιοπρεπώς. Ακόμη, θα μπορούμε να διορίσουμε κι άλλους δημοσίους υπαλλήλους (ή, για την ακρίβεια, όλους: κι εμένα — δε χρειάζεται ο passé ιδιωτικός τομέας), να χρηματοδοτήσουμε και άλλες ΜΚΟ, να δώσουμε τσουβάλια και τσουβάλια με ζεστό χρήμα στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, να βγαίνουμε άπαντες στη σύνταξη στα σαρανταπέντε, βία στα πενήντα μας, και να ραίνουμε ο ένας τον άλλο με μισομαραμένα γαρίφαλα — όλα όσα τέλος πάντων συνιστούν το Ελληνικό Όνειρο. — Είμαι περισσότερο από σίγουρος πως όλος ο κόσμος θα παρακολουθούσε απευθείας και με κομμένη την ανάσα τη Σύγχρονη Τραγωδία που θα ανεβάσουμε. [ 4 ] (Ωστόσο: τι ωραίο αίσθημα να έρχονται τακτικά στο γραμματοκιβώτιό σου τα περιοδικά των οποίων είσαι συνδρομητής — από αμέλεια, χάνεις τεύχη αλλιώς. Πόσο δε μάλλον όταν μιλάμε για το «Book’s Journal» και το «Athens Review of Books»). — Κυριάκος Αθανασιάδης.

Related stories