
Την 1η Ιουνίου 1999, ένας 18χρονος φοιτητής ονόματι Shawn Fanning κυκλοφόρησε ένα πρόγραμμα που έμοιαζε αρχικά με ακόμη ένα πείραμα της πρώιμης εποχής του ίντερνετ. Το Napster, που δημιούργησε μαζί με τον Sean Parker και άλλους νεαρούς συνεργάτες, θα άλλαζε μέσα σε λίγους μήνες τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά άκουγε και αποκτούσε μουσική.
Η ιδέα του Fanning ήταν απλή: να μπορεί κάποιος να γράφει το όνομα ενός τραγουδιού ή ενός καλλιτέχνη και να βρίσκει τα αντίστοιχα αρχεία MP3 στους υπολογιστές άλλων χρηστών. Το Napster δεν φιλοξενούσε τα ίδια τα τραγούδια στους διακομιστές του. Λειτουργούσε σαν ένα τεράστιο ψηφιακό σημείο συνάντησης, το οποίο εντόπιζε τα αρχεία και επέτρεπε την απευθείας μεταφορά τους από υπολογιστή σε υπολογιστή.
Για τους μουσικόφιλους, η εμπειρία ήταν σχεδόν μαγική. Ξαφνικά, δεν χρειαζόταν να αγοράσεις ολόκληρο CD για ένα τραγούδι, να περιμένεις να το παίξει το ραδιόφωνο ή να γράψεις κασέτα από κάποιον φίλο. Μπορούσες να βρεις σπάνιες ηχογραφήσεις, παλιούς δίσκους, ακυκλοφόρητα κομμάτια και ολόκληρες δισκογραφίες — συνήθως δωρεάν. Στις αρχές του 2000, το Napster είχε ήδη περίπου 20 εκατομμύρια χρήστες.
Η μουσική βιομηχανία, όμως, είδε το φαινόμενο ως μαζική παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Ήδη από το φθινόπωρο του 1999, η RIAA υποστήριζε ότι σχεδόν όλη η διακίνηση αρχείων στην πλατφόρμα ήταν μη εξουσιοδοτημένη. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς κατατέθηκε αγωγή εναντίον του Napster, ανοίγοντας μία δικαστική σύγκρουση που έθεσε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί μια εταιρεία να θεωρηθεί υπεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν οι άνθρωποι την τεχνολογία της;
Το αρχικό Napster έκλεισε το 2001, αλλά η αλλαγή ήταν πλέον μη αναστρέψιμη. Οι χρήστες είχαν μάθει ότι η μουσική μπορούσε να βρίσκεται άμεσα, ψηφιακά και χωρίς φυσικό δίσκο. Η βιομηχανία κέρδισε τη δικαστική μάχη, αλλά το Napster είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο για το iTunes, τα νόμιμα downloads και, αργότερα, το Spotify.



