
Την Κυριακή το πρωί, ο Χάνι Φαρίντ άνοιξε το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο και βρέθηκε μπροστά σε ένα ακόμη δύσκολο ερώτημα. Ένα βίντεο που είχε γίνει viral φαινόταν να δείχνει έναν αμερικανικό πύραυλο να χτυπά δημοτικό σχολείο στο Ιράν, προκαλώντας τον θάνατο περισσότερων από 150 ανθρώπων. Δημοσιογράφοι και οργανώσεις ζητούσαν τη βοήθειά του για να εξακριβώσουν αν επρόκειτο για πραγματικό ντοκουμέντο ή για μία ακόμη ψηφιακή απάτη. Για τον Φαρίντ, έναν από τους σημαντικότερους ειδικούς παγκοσμίως στην ψηφιακή εγκληματολογία, η απάντηση δεν ήταν πλέον τόσο εύκολη όσο παλιά.
Παρακολουθώντας το βίντεο ξανά και ξανά, σταματώντας το καρέ-καρέ, προσπάθησε να εντοπίσει σημάδια παραποίησης. Οι σκιές έμοιαζαν φυσικές, η κίνηση της κάμερας θύμιζε ερασιτεχνική λήψη κινητού τηλεφώνου και ο συγχρονισμός της έκρηξης με τον ήχο φαινόταν ρεαλιστικός. Ωστόσο, τις προηγούμενες ημέρες είχε εξετάσει δεκάδες βίντεο που είχαν δημιουργηθεί από τεχνητή νοημοσύνη και απεικόνιζαν ψεύτικους βομβαρδισμούς, αεροπορικά δυστυχήματα και άλλες καταστροφές. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να αμφισβητήσει ό,τι έβλεπε. Κι όμως, όσο περισσότερο το ανέλυε, τόσο δυσκολότερο γινόταν να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.
Ο 60χρονος επιστήμονας αφιέρωσε περισσότερες από δύο δεκαετίες στην ανάπτυξη μεθόδων που ξεχωρίζουν την πραγματικότητα από την ψηφιακή παραποίηση. Σήμερα, όμως, παραδέχεται ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει φτάσει σε σημείο όπου ακόμη και οι ειδικοί δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τι είναι αληθινό και τι κατασκευασμένο. Οι έρευνές του έχουν δείξει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον να διακρίνουν μια πραγματική φωτογραφία από μία που δημιουργήθηκε από υπολογιστή, ούτε μια αυθεντική φωνή από ένα ψηφιακό αντίγραφό της. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι πλέον αποτυγχάνει συχνά ακόμη και ο ίδιος στα τεστ που σχεδίασε.
Ο Φαρίντ φοβάται ότι η νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης απειλεί να θολώσει τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, επηρεάζοντας τη δημόσια συζήτηση, τη δημοκρατία και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πληροφορία. Όπως λέει χαρακτηριστικά, αισθάνεται ότι «χάνει την όρασή του», όχι κυριολεκτικά, αλλά επειδή η πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αναγνωριστεί. Η πίεση είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο ίδιος και η σύζυγός του σκέφτονται να εγκαταλείψουν τη Σίλικον Βάλεϊ και να μετακομίσουν σε μια αγροτική περιοχή του Βερμόντ, αναζητώντας μια ζωή πιο μακριά από τον κόσμο της τεχνολογίας που ο ίδιος βοήθησε να κατανοήσουμε.
από το άρθρο των NEW YORK TIMES



