
Όπως κάθε χρονο, οι συντάκτες του Εξώστη επιλέγουν τις αγαπημένες τους ταινίας από την χρονιά που πέρασε
γράφει η Φανή Εμμανουήλ
Το 2025 έμοιαζε με υπενθύμιση του γιατί αγαπάμε το σινεμά: η πιο πλούσια κινηματογραφική χρονιά μετά το 2019, γεμάτη ενέργεια, ποικιλία και φιλοδοξία. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, δεν έλειψαν οι καλές ταινίες — όμως αυτή τη φορά ξεπήδησαν και μερικά έργα που θα συζητιούνται για καιρό. Ιδιαίτερα δυναμικό ήταν το αποτύπωμα του σινεμά των ειδών, το οποίο όχι μόνο άντεξε, αλλά ανανεώθηκε και διεκδίκησε ξανά τον χώρο του στο κέντρο της κινηματογραφικής συζήτησης. Ταινίες όπως τα Weapons, The Ugly Stepsister και The Woman in the Yard απέδειξαν ότι το genre του τρόμου μπορεί ακόμη να είναι ζωντανό και ευρηματικό.
Παράλληλα, η μονογαμία τέθηκε υπό συνεχή δοκιμασία στα Materialists, The Threesome, Eternity, Together, Splitsville και Oh, Hi! το ζευγάρι αποδομείται, αποσταθεροποιείται προσωρινά και τελικά επανέρχεται καθησυχαστικά στη θέση του, με τις ταινίες να καταλήγουν να επαναβεβαιώνουν το παραδοσιακό μοντέλο της δυάδας.
Η μητρική οργή είχε τη δική της στιγμή μέσα στη χρονιά (Nightbitch, Die My Love, If I Had Legs I’d Kick You), όμως το κυρίαρχο θεματικό νήμα του 2025 ήταν η ανδρική φιλία — και η ανδρική μοναξιά. Στον πυρήνα του The Smashing Machine του Benny Safdie βρίσκεται μια τραυματισμένη bromance ανάμεσα στον Dwayne Johnson και τον πραγματικό MMA fighter Mark Kerr. Στα Lurker, Friendship, Twinless ακόμα και στο Anniversary, οι άντρες δεν μοιάζουν απλώς προβληματισμένοι αλλά ξεκάθαρα χαμένοι και εύθραυστοι.
Φυσικά, δεν έλειψαν και οι heavy hitters που φιγουράρουν σχεδόν σε κάθε top 5 της χρονιάς. Η επιστροφή του Paul Thomas Anderson με το One Battle After Another, το Sinners του Ryan Coogler που μέχρι στιγμής έχει σαρώσει τα βραβεία, ο νέος Λάνθιμος με το Bugonia, ο Ari Aster με το Eddington (που δυστυχώς εξαφανίστηκε από την ελληνική διανομή), καθώς και ο Richard Linklater με δύο διαμάντια — Blue Moon και Nouvelle Vague — ανάμεσα σε πολλά ακόμη.
Το 2025 ξεχώρισε επίσης ως μια χρονιά έντονα σημαδεμένη από διεθνείς παραγωγές. Το It Was Just an Accident του Jafar Panahi απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, το The Voice of Hind Rajab της Kaouther Ben Hania θεωρείται από πολλούς η ταινία που άξιζε τον Χρυσό Λέοντα αντί για το Father Mother Sister Brother του Jarmusch, ενώ το No Other Choice, η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Park Chan-wook, καθήλωσε κοινό και κριτικούς. Το Sentimental Value του Joachim Trier αποτέλεσε μια ώριμη, βαθιά ανθρώπινη στιγμή στη φιλμογραφία του που επιβεβαιώνει τη θέση του ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής. Τέλος, αναμένουμε το βραζιλιάνικο The Secret Agent του Kleber Mendonça Filho, καθώς και το τρίτο feauture film του Bi Gan, Ressurection, τα οποίο θα κυκλοφορήσουν στις ελληνικές αίθουσες μέσα στο πρώτο μισό της χρονιάς,
Μέσα σε αυτή την κινηματογραφικά πλούσια χρονιά, ξεχώρισα τις παρακάτω 20 ταινίες, και αν δεν υπήρχε νοητό όριο, θα είχα προσθέσει τουλάχιστον άλλες πέντε.
-
- Wicked: For Good του Jon Chu
Το πολυαναμενόμενο δεύτερο μέρος του μιούζικαλ του Stephen Schwartz μπορεί να είναι, ομολογουμένως, αφηγηματικά πιο αδύναμο από το πρώτο· ωστόσο αποζημίωσε και με το παραπάνω, theater kids και όχι μόνο, μεταφέροντας το επικό φινάλε από τη σκηνή του Broadway στη μεγάλη οθόνη. Μετά από έναν χρόνο αναμονής, ακούσαμε επιτέλους το Thank Goodness από την Ariana Grande, το No Good Deed από τη Cynthia Erivo, ερμηνείες που δικαιώνουν απόλυτα τον μύθο τους, καθώς και δύο ολοκαίνουργια τραγούδια που όχι μόνο ενσωματώνονται οργανικά στο σύνολο, αλλά κατά την εκτίμησή μου θα βρεθούν σίγουρα ανάμεσα στις υποψηφιότητες των ερχόμενων Όσκαρ.
- Eternity του David Freyne
Το Eternity ξεκινά από ένα απλό κλασικό romcom δίλημμα, την επιλογή ανάμεσα σε δύο έρωτες και το μετατρέπει σε μια ευρηματική, συναισθηματικά φορτισμένη αισθηματική φαντασία, μέσα από ένα απολαυστικά δομημένο μεταθανάτιο σύμπαν. Ο Larry (Miles Teller) ξυπνά μετά τον θάνατό του σε έναν σταθμό τρένου που μοιάζει με καθαρτήριο, με ένα ξενοδοχείο από πάνω και έναν ατελείωτο συνεδριακό χώρο γεμάτο μεταθανάτιους συμβούλους, οι οποίοι βοηθούν τους νεοφερμένους να διαλέξουν πού θα περάσουν την αιωνιότητά τους. Outdoor World, Wine World, Museum World, Queer World ή ακόμα και Man-free World, τοποθεσίες που κάνουν την αιωνιότητα να μοιάζει με οργανωμένο πακέτο διακοπών.
Σύντομα καταφθάνει και η σύζυγός του, Joan (Elizabeth Olsen), όμως η επανένωσή τους περιπλέκεται από την εμφάνιση του Luke (Callum Turner), του πρώτου της συζύγου, που σκοτώθηκε στον πόλεμο και περίμενε δεκαετίες για να τη συναντήσει ξανά. Η Joan καλείται τώρα να αποφασίσει με ποιον από τους δύο θα περάσει το για πάντα. Ο Ιρλανδός σεναριογράφος και σκηνοθέτης αντλεί ξεκάθαρη έμπνευση από το Ζήτημα Ζωής και Θανάτου των Powell και Pressburger, διατηρώντας όμως ένα ανάλαφρο, παιχνιδιάρικο ύφος και μια σχεδόν screwball ενέργεια που θυμίζει ρομαντικές κομεντί των ’40s και ’50s. Το χάος του ξενοδοχείου, που λειτουργεί σαν συνεδριακός κόμβος ετερόκλητων ψυχών, γίνεται το ιδανικό σκηνικό για να ξεδιπλωθεί ένα ερωτικό τρίγωνο γεμάτο παρεξηγήσεις, αμηχανία και κωμικοτραγικές αποκαλύψεις.
Η Olsen ενσαρκώνει τη Joan ως μια γυναίκα παγιδευμένη ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, αποφασισμένη αυτή τη φορά να μη θυσιάσει τη δική της ευτυχία για κανέναν, μια συνειδητοποίηση που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν σκεφτεί κανείς τον ρόλο της στη γήινη ζωή ως σύζυγος και μητέρα. Ο Teller παίζει τον Larry σαν έναν άνθρωπο που, μόνο μετά τον θάνατό του, μαθαίνει να βλέπει πραγματικά τη σύντροφό του και να μην θεωρεί την αφοσίωσή της δεδομένη. Αντίθετα, ο Turner υποδύεται τον Luke σε πιο ήπιους τόνους, με μια σιωπηλή αυτοπεποίθηση που έχει σμιλευτεί από την αναμονή και την επιμονή του να βρεθεί ξανά με την αγαπημένη του.
Παρότι η εσωτερική λογική του κόσμου που χτίζει η ταινία δεν είναι πάντα απόλυτα συνεπής, παραμένει μια ειλικρινής ρομαντική κομεντί. Το μεταθανάτιο σύμπαν που οραματίζεται ο Freyne είναι τόσο πλούσιο και διαρκώς εξελισσόμενο, που το ανακαλύπτουμε μαζί με τους χαρακτήρες, την ώρα που προσπαθούν να προσανατολιστούν μέσα σε αυτό. Χάρη σε αυτή τη φαντασιακή εξερεύνηση της ζωής, του έρωτα και των επιλογών μας, η ταινία πετυχαίνει να είναι ταυτόχρονα ανάλαφρη, αστεία αλλά και απροσδόκητα συγκινητική.
- The Black Bag του Steven Soderbergh
Το The Black Bag του Steven Soderbergh αποτελεί μια εξαιρετικά καλογραμμένη, άψογα παιγμένη και σκηνοθετικά ακριβείας ανατροπή στο σινεμά της κατασκοπείας, παντρεύοντας το spy thriller με το μυστήριο και απρόσμενα με μια ιστορία αγάπης. Κάθε χαρακτήρας είναι πλήρως ανεπτυγμένος, οι ανατροπές ξεδιπλώνονται με φυσική ροή και μαθηματική ακρίβεια, ενώ στο κέντρο του φιλμ βρίσκεται μια σπάνια, σχεδόν ριζοσπαστική για το είδος, θετική απεικόνιση του γάμου ως σχέσης εμπιστοσύνης και αντοχής.
Πρόκειται για ένα κατασκοπικό θρίλερ που μοιάζει με σύγχρονη αναβάθμιση των ψυχροπολεμικών αφηγήσεων τύπου Bridge of Spies και The Hunt for Red October, ενσωματώνοντας τις σημερινές τεχνολογικές και ηθικές πολυπλοκότητες: επιθέσεις με drones, δορυφορική επιτήρηση, υποκλοπές με τη βοήθεια AI. Ο σεναριογράφος David Koepp συνδυάζει τις δοκιμασμένες φόρμες του σασπένς με μια πινακοθήκη χαοτικών προσωπικοτήτων, τελειομανών πρακτόρων και μια συνωμοσία που απειλεί να τινάξει στον αέρα όχι μόνο τις αποστολές τους, αλλά και τις ίδιες τους τις καριέρες. Μεγάλο μέρος της μαγείας της ταινίας οφείλεται στις εξαιρετικές επιλογές κάστινγκ της Carmen Cuba και στις εντυπωσιακά μετρημένες ερμηνείες του συνόλου του καστ, που προσδίδουν ανθρώπινο βάθος και συναισθηματικό βάρος σε ένα κατά τα άλλα ψυχρά υπολογισμένο παιχνίδι πληροφοριών, μυστικών και εμπιστοσύνης.
- Magic Farm τηςAmalia Ulman
Μια ταινία που δεν προβλήθηκε ποτέ στην ελληνική αγορά, αλλά είχα την τύχη να δω φέτος τον Φεβρουάριο στη Berlinale, το Magic Farm της Amalia Ulman αποτελεί μια ριζοσπαστική absurdist κωμωδία και ταυτόχρονα μια καυστική σάτιρα. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ομάδα δημιουργών που εργάζεται σε μια media εταιρεία τύπου Vice, αφιερωμένη στην εξόρυξη παράξενων ιστοριών απ’ όλο τον κόσμο, με σκοπό να τις μετατρέψει σε sensationalist video content. Η κλειστή αυτή ομάδα καταγράφει εκκεντρικές υποκουλτούρες διεθνώς από Μεξικανούς χορευτές με υπερβολικά μακριές, μυτερές μπότες μέχρι Βολιβιανούς εφήβους-εξορκιστές πάντα με το βλέμμα του προνομιούχους που εκμεταλλεύεται τρίτες χώρες με σκοπό την δημιουργία content.
Ο επόμενος στόχος τους είναι ο Super Carlitos, ένας παράξενος τραγουδιστής με αυτιά λαγού που ζει στην πόλη San Cristobal. Αυτό που αγνοεί ο παραγωγός τους είναι πως ένα μέρος με αυτό το όνομα θα μπορούσε να βρίσκεται σχεδόν οπουδήποτε στη Λατινική Αμερική. Όταν λοιπόν η ομάδα συνειδητοποιεί πως έχει ταξιδέψει στο λάθος San Cristobal, αποφασίζουν να κατασκευάσουν πλήρως μια νέα ιστορία γύρω από μια υποτιθέμενη θρησκευτική σέκτα, επιστρατεύοντας πρόθυμα τους ντόπιους.
Το Magic Farm λειτουργεί μέσα από μια αναζωογονητική οπτική αναρχία, με έντονο κορεσμό χρωμάτων, nauseating editing και ένα άβολα στεγνό χιούμορ που εντείνει τη σάτιρα. Η Ulman τοποθετεί ένα σχετικά αναγνωρίσιμο καστ (Alex Wolff, Chloe Sevigny, Simon Rex) σε ένα περιβάλλον όπου φαίνονται εντελώς εκτός τόπου, δημιουργώντας μια γόνιμη, σχεδόν ενοχλητική δυσαρμονία. Το αποτέλεσμα είναι ένα καυστικό πορτρέτο της συμπεριφοράς των clueless και συχνά ανυπόφορων gringos στη Λατινική Αμερική, αλλά και μια ευφυής αποδόμηση της σύγχρονης media-αποικιοκρατίας.
- No Other Choice του Park Chan-wook
Με το No Other Choice, ο Park Chan-wook επιστρέφει με τη γνώριμη, αβίαστη σκηνοθετική του αυτοπεποίθηση και μια αφήγηση που κυλά με χειρουργική ακρίβεια, ικανή να χωρέσει παρεκκλίσεις, ευρηματικά set-pieces και στιγμές σχεδόν υπνωτιστικής παράδοσης σε ανεξήγητα οράματα. Η ταινία ξεκινά σαν μια μαύρη, σχεδόν ealing style comedy, για να μεταμορφωθεί σταδιακά σε κάτι πολύ πιο σύνθετο: ένα πορτρέτο οικογενειακής δυσλειτουργίας, εύθραυστης ανδρικής ταυτότητας, της κρίσης του breadwinner και, τελικά, της ίδιας της κατάστασης του έθνους.
Βασισμένο στο σατιρικό horror-thriller The Ax του Donald E. Westlake (1997) και αφιερωμένο στον Costa-Gavras, που το είχε διασκευάσει κινηματογραφικά το 2005, το φιλμ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο σημερινό πλαίσιο. Σε μια εποχή όπου η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και η αντικατάσταση του ανθρώπου από την A.I. κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο, ο Park αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που φτάνει στα άκρα για να εξαλείψει τον ανταγωνισμό του. Δεν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά για ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην ανασφάλεια και τον τρόμο της επαγγελματικής εξαφάνισης.
Το No Other Choice είναι μια deceptively έξυπνη, pitch-black κωμωδία που συχνά μοιάζει με να δανίζετε στοιχεία από το σλαπστικ σωματικό χιούμορ αλλά και την μελαγχολία της silent εποχής. Παράλληλα κρύβει κάτω από το γέλιο μια βαθιά απαισιόδοξη διαπίστωση: όταν το σύστημα αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως αναλώσιμους, τους σπρώχνει σε ακραίες επιλογές για να επιβιώσουν. Ο Park Chan-wook ισορροπεί ιδανικά το θλιμμένο με το ξεκαρδιστικό, το γελοίο με το τρομακτικά οικείο, παραδίδοντας ένα φιλμ απολαυστικό αλλά και ανησυχητικά επίκαιρο. Γελάς, αλλά με μια πικρή επίγνωση γιατί κάπου στο βάθος ξέρεις πως, σε μια παγκόσμια αγορά που δεν συγχωρεί, ίσως να είσαι εσύ ο επόμενος, κάνοντας το κοινό – αναπόφευκτα- να αναλογιστεί το τι θα έκανε αν πραγματικά δεν είχε άλλη επιλογή;
- Nouvelle Vague του Richard Linklater
Το Nouvelle Vague του Richard Linklater ακολουθεί τον νεαρό Jean-Luc Godard στα χρόνια πριν περάσει πίσω από την κάμερα, τότε που ήταν ακόμη κριτικός στα Cahiers du Cinéma και έβλεπε τους φίλους και συναδέλφους του (Truffaut, Chabrol, Rohmer, Rivette) να κάνουν πρεμιέρες στις Κάννες, ενώ ο ίδιος έμενε απ’ έξω. Μέσα από μια ταινία εμφανώς πολυεπίπεδη, ο Linklater πιάνει το άγχος της σύγκρισης, την αγωνία του «είμαι ήδη πίσω», και το γνώριμο δίπολο του «είναι αργά – δεν είναι ποτέ αργά». Χωρίς να απαιτεί από το κοινό εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τη γαλλική Nouvelle Vague, μας μεταφέρει αβίαστα σε έναν κόσμο γεμάτο φιλοδοξία, ανασφάλεια και δημιουργικό πείσμα.
Πέρα από biopic όμως, to its core είναι ξεκάθαρα ένα movie about movies. Ακόμα κι αν δεν αγαπάς τον Godard και το μυθολογημένο του status, η ταινία μιλάει κατευθείαν σε όποιον έχει αγαπήσει ποτέ το σινεμά ή έχει νιώσει ανεπαρκής μπροστά στα όνειρά του. Το casual namedropping (Wyler, Hawks, Rossellini) και τα inside jokes για τον Citizen Kane λειτουργούν περισσότερο σαν παιχνιδιάρικα κλεισίματα ματιού παρά σαν ακαδημαϊκή επίδειξη, κάνοντάς όσους τα καταλαβαίνουν να χαμογελούν και να νιώθουν μέρος της συζήτησης. Είναι μια ταινία για τους φανατικούς της γαλλικής πρωτοπορίας, για τους filmbros, τους σινεφίλ, και γενικά για όποιον έχει φοβηθεί πως άργησε. Είναι αναζωογονητικό να βλέπεις έναν από τους πιο influential δημιουργούς όλων των εποχών να αμφιβάλλει για τον εαυτό του, χωρίς να ξέρει τι τον περιμένει. It’s never too late και αυτή είναι ίσως η πιο απλή, αλλά και η πιο συγκινητική αλήθεια που αφήνει η ταινία.
- Mickey 17 του Bong Joon Ho
Το Mickey 17 του Bong Joon Ho είναι μια sci-fi μαύρη κωμωδία με ιδιαίτερα απλό premise που πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε μια καυστική workplace satire για την αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ζωής. Ο Mickey (Robert Pattinson), ένας χαμηλής αυτοπεποίθησης τύπος που προσπαθεί απλώς να ξεφύγει από τα χρέη του, καταλήγει σε μια διαστημική αποστολή ως “expendable”, ένας άνθρωπος του οποίου η δουλειά είναι, κυριολεκτικά, να πεθαίνει. Κάθε φορά που το σώμα του καταστρέφεται, ένα νέο αντίγραφο εκτυπώνεται, με τις αναμνήσεις του ανέπαφες, έτοιμο να επιστρέψει στη δουλειά σαν να μη συνέβη τίποτα.
Ο Bong χρησιμοποιεί αυτή την ιδέα ως αλληγορία των τάξεων, σατιρίζοντας έναν καπιταλισμό που δικαιολογεί κάθε μορφή βίας όταν αυτή βαφτίζεται «καθήκον». Οι σκηνές όπου ο Mickey εκτίθεται σε θανατηφόρα περιβάλλοντα αντιμετωπίζονται από το πλήρωμα με όλο και μεγαλύτερη αδιαφορία, αποτυπώνοντας με μαύρο χιούμορ τη σταδιακή αποανθρωποποίηση της εργασίας. Στο κέντρο αυτής της δυστοπίας βρίσκεται ο Marshall του Mark Ruffalo, μια φιγούρα πολιτικής ματαιοδοξίας και αυταρχισμού, πλαισιωμένος από ethically numb επιστήμονες που δεν αμφισβητούν ποτέ το σύστημα που υπηρετούν.
Παρά τη σκοτεινή θεματική του, η ταινία παραμένει ανάλαφροη, ευφυής και συχνά ξεκαρδιστική, χάρη κυρίως στην ερμηνεία του Pattinson. Όταν δύο Mickeys με διαφορετικές προσωπικότητες συνυπάρχουν, η ταινία αποκτά απρόσμενο υπαρξιακό βάθος, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την πολιτική σάτιρα στην ίδια την έννοια της ταυτότητας. Όπως και στα Snowpiercer και Okja, ο Bong Joon Ho αποδεικνύει ότι μπορεί να μιλήσει για τον καπιταλισμό με χιούμορ, φαντασία και οργή χωρίς όμως να χάνει την ανθρωπιά του.
- Companion του Drew Hancock
Το Companion του Drew Hancock λειτουργεί σαν ηχηρή απάντηση σε όσα έλειπαν από πολλές από τις περσινές “yas queen” απόπειρες, όπως το Strange Darling. Απρόσμενα φρέσκο και γνήσια πρωτότυπο, μοιάζει με μια εκρηκτική συνάντηση του Revenge της Fargeat με έναν Terminator αν αυτός είχε επίγνωση του camp και του σαδιστικό χιούμορ. Η ταινία ελίσσεται με αξιοθαύμαστη άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά είδη όπως rom-com, crime thriller και slasher παρωδία, και καταφέρνει να συνθέσει μια ευρεία και αιχμηρή σάτιρα γύρω από τις έμφυλες δυναμικές. Τυλιγμένο σε ένα απολαυστικά τεχνητό περίβλημα από retro-pop και έντονα χρώματα (που οφείλονται κατά κύριο λόγο στην εξαιρετική φωτογραφία του Eli Born), το Companion στοχεύει κατευθείαν στην ανδρική επιθυμία για έλεγχο και κυριαρχία. Η λογική αυστηρότητα του σεναρίου της προσδίδει βάρος ακόμη και στις πιο ανάλαφρες, camp στιγμές. Η σάτιρα είναι σκόπιμα πλατιά, το χιούμορ πλάγιο και αρκετά κοφτερό ώστε να εξουδετερώνει την ωμότητα της βίας. Παράλληλα, σχεδόν σαν υποσημειώσεις, παρελαύνουν ανησυχητικά σχόλια για τον πραγματικό κόσμο: η αυξανόμενη εξάρτησή μας από τις εφαρμογές, αλλά και από την ψευδαίσθηση της συναισθηματικής υποστήριξης τεχνητών συντρόφων. Με πανέξυπνο σενάριο, πρωτότυπο concept και έναν βιτριολικό, αμείλικτα κυνικό σχολιασμό της σύγχρονης κοινωνίας, το φιλμ καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα απολαυστικό, προκλητικό και καυστικά επίκαιρο.
- Pillion του Harry Lighton
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Harry Lighton έκανε την πρώτη του εμφάνιση στις Κάννες και προσγειώθηκε στο Ολύμπιον, αφήνοντας το κοινό του 66ου ΦΚΘ άναυδο – και την ηλικιωμένη κυρία δίπλα μου να διερωτάται φωναχτά επί μία ώρα: «μα καλά, τι βλέπουμε;».
Μπορεί να συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής βρετανικής ρομαντικής κομεντί, από το χριστουγεννιάτικο meet-cute μέχρι την αμήχανη πρώτη συνάντηση με την οικογένεια , στην τρυφερή και ανατρεπτική μεγαλοπρέπειά του όμως, το Pillion αποδεικνύεται κάτι πολύ σημαντικότερο καθώς αποτελεί μια προσεκτική και ειλικρινής εξερεύνηση της οικειότητας μέσα σε μια υποκουλτούρα που σπάνια βλέπει τέτοιου είδους απεικόνιση στη μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνιστούν ο Harry Melling ως ένας διστακτικός, ομοφυλόφιλος άνδρας και ο Alexander Skarsgård ως ένας μυστηριώδης μοτοσικλετιστής, με τον οποίο ξεκινά μια σχέση BDSM. Η ταινία ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα graphic ερωτικές σκηνές και συμβάλλοντας στην απενοχοποίηση του full frontal ανδρικού γυμνού στη μεγάλη οθόνη. Aποτυπώνει την πολυπλοκότητα μιας σχέσης dom/sub, την αναζήτηση του εαυτού και τα συναισθηματικά τείχη που οι άνθρωποι στήνουν γύρω τους για να προστατευθούν. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές και οι ρόλοι φαίνονται να έχουν γραφτεί πάνω τους. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ κανέναν άλλον στην θέση τους. Η φωτογραφία του Nick Morris ντύνει την κάθε στιγμή με συγκλονιστική λεπτομέρεια. Το Pillion γιορτάζει το πόσο ζωντανή και μεταμορφωτική μπορεί να γίνει η εμπειρία της αυτογνωσίας και της έντονης συναισθηματικής σύνδεσης, αφήνοντας τον θεατή ταυτόχρονα σοκαρισμένο αλλά και συγκινημένο.
- Caught Stealing του Darren Aronofsky
Μετά τη σύγχυση που προκάλεσε παγκοσμίως το Mother! και τη βαριά, λυτρωτική συναισθηματικότητα του The Whale, ο Darren Aronofsky επιστρέφει με το Caught Stealing, την πιο ανάλαφρη και easy to digest ταινία της φιλμογραφίας του εδώ και χρόνια. Πρόκειται για μια βίαιη, ρυθμική crime περιπέτεια, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Charlie Huston το οποίο διασκευάζει ο ίδιος ο συγγραφέας για τη μεγάλη οθόνη. Από τα πρώτα λεπτά, η ταινία δεν χάνει χρόνο καθώς η πλοκή κινείται ασταμάτητα, προσφέροντας ανατροπές, προδοσίες και φόνους με σχεδόν μαθηματική συχνότητα, θυμίζοντας έντονα το μετα-Tarantino σινεμά των late ’90s.
Ο Austin Butler υποδύεται τον Hank, έναν ξεπεσμένο πρώην σταρ του baseball και αλκοολικό μπάρμαν στη Νέα Υόρκη. Το τραυματικό παρελθόν του, και η απότομη πτώση από μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, αποκαλύπτονται σταδιακά μέσα από flashbacks. Η ιστορία παίρνει ανεξέλεγκτη τροπή όταν ο Hank, επιστρέφοντας χαράματα στο διαμέρισμά του με τη σύντροφό του Yvonne (Zoë Kravitz), συμφωνεί απρόθυμα να προσέχει τη γάτα του γείτονά του Russ (ένας αγνώριστος Matt Smith), ενός Βρετανού punk που φεύγει εσπευσμένα για το αεροδρόμιο γιατί ο πατέρας του είναι άρρωστος. Στην πραγματικότητα όμως φεύγει να κρυφτεί καθώς τον κηνυγάνε ρώσοι μαφιόζους και Hasidic gangsters. Όλοι πιστεύουν πως ο Hank ξέρει πού βρίσκεται αυτό που τους έκλεψε ο Russ, κι έτσι ξεκινά μια αλυσίδα από ανελέητους ξυλοδαρμούς, δολοφονίες και απελπισμένες προσπάθειες διαφυγής.
Ο Aronofsky εκμεταλλεύεται ιδανικά το late ’90s setting, όχι μόνο μέσα από το soundtrack αλλά και αφηγηματικά, σε έναν κόσμο πριν τα smartphones όπου η πληροφορία δεν είναι άμεση, η επικοινωνία περιορισμένη και τα λάθη πληρώνονται ακριβά, στοιχεία που τροφοδοτούν ιδανικά την ένταση και τις παρεξηγήσεις της πλοκής. Παρότι η φιλμογραφία του χαρακτηρίζεται συνήθως από υπαρξιακό βάρος, τραύμα και αναπόφευκτη μοίρα, το Caught Stealing λειτουργεί ως μια ευχάριστη αλλαγή ταχύτητας. Μπορεί να είναι γεμάτο βία, αλλά αντιμετωπίζει το υλικό του ως καθαρό entertainment, ως ένα γρήγορο, νευρικό caper που σπάνια επιτρέπει στη σοβαρότητα να κατασταλάξει θυμίζοντας το σινεμά του Tarantino και του Guy Richie. Είναι μια ταινία που αποδεικνύει ότι ο Aronofsky μπορεί να χαλαρώσει, χωρίς να χάνει τον έλεγχο και ίσως γι’ αυτό να είναι μία από τις πιο διασκεδαστικές δουλειές του.
- Weapons του Zach Cregger
Μετά το Barbarian, ο Zach Cregger επιστρέφει με το Weapons σε ένα σινεμά σκληρό, απρόβλεπτο και καυστικά κωμικό με μια ταινία που αποπνέει μια αίσθηση ανησυχητικής δυσφορίας από το πρώτο μέχρι το τελευταίο της καρέ. Η μεγάλη διαφορά είναι πως εδώ η αφήγηση είναι αισθητά πιο δεμένη. Εκεί που το Barbarian έμοιαζε με τρεις διαφορετικές ταινίες ενωμένες μεταξύ τους, το Weapons λειτουργεί ως ένα ενιαίο, συμπαγές σύνολο. Παρόλο που βασίζεται σε μια πολυεστιακή δομή με διακριτά κεφάλαια, τη χειρίζεται με πλήρη έλεγχο, χρησιμοποιώντας τη για να ενισχύσει σταδιακά την ένταση και όχι ως απλό αφηγηματικό κόλπο.
Η ταινία χτίζεται γύρω από ένα ανατριχιαστικό κεντρικό μυστήριο, την εξαφάνιση 17 παιδιών σε μια ήσυχη αμερικανική πόλη, τα οποία σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους την ίδια ακριβώς ώρα, στις 2:17 π.μ. Αντλώντας αφηγηματικές επιρροές από το Magnolia και το Prisoners, και αισθητικές αναφορές από κλασικά έργα όπως το The Shining, το Weapons ξεδιπλώνει μια ιστορία πολλαπλών οπτικών, όπου διαφορετικοί χαρακτήρες και φαινομενικά ασύνδετες διαδρομές αρχίζουν σταδιακά να συγκλίνουν. Καθώς το πένθος, η καχυποψία και η συλλογική παράνοια απλώνονται στην κοινότητα, η αίσθηση του τρόμου γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική.
Με κάθε νέο κεφάλαιο, η ταινία βαθαίνει θεματικά και συναισθηματικά, οδηγώντας σε μια κλιμάκωση που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα όρια του horror. Το φινάλε είναι τολμηρό, σοκαριστικό και απρόβλεπτο, επιβεβαιώνοντας πως ο Cregger δεν ενδιαφέρεται απλώς να τρομάξει, αλλά να αποσυντονίσει πλήρως τον θεατή. Το Weapons χρησιμοποιεί τη δομή του με ακρίβεια για να χτίσει έναν ενιαίο, αμείλικτο εφιάλτη σε μια από τις πιο ξεκάθαρες και ταυτόχρονα πιο ανησυχητικές προτάσεις τρόμου της χρονιάς.
- Frankenstein του Guillermo del Toro
Το Frankenstein του Guillermo del Toro αποτελεί έναν μικρό θρίαμβο, μια εντυπωσιακή απάντηση στην καχυποψία που συχνά συνοδεύει τα λεγόμενα “dream projects”. Ο del Toro, ο οποίος έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις πως ήθελε να κάνει αυτή την ταινία για πάνω από είκοσι χρόνια, καταφέρνει να κάνει κάτι σχεδόν καινούργιο και σίγουρα πλούσιο και αλλόκοτο, με μια ιστορία που νομίζαμε πως γνωρίζαμε απ’ έξω κι ανακατωτά. Η διασκευή του αντλεί ουσιαστικά από το πρωτότυπο μυθιστόρημα της Mary Shelley, ξεκινώντας κοντά στο τέλος του, στην Αρκτική, εκεί όπου δημιουργός και δημιούργημα εναλλάσσουν τους ρόλους του κυνηγού και του θηράματος. Από εκεί και έπειτα, ο del Toro αναπτύσσει την αφήγηση με τρόπο που ξεπερνά τον συμβατικό τρόμο αλλά μετατρέποντας το horror σε όχημα που αγγίζει κάτι ουσιαστικά ανθρώπινο και συναισθηματικά φορτισμένο.
Χωρίς ίχνος ειρωνικής απόστασης ή «κλεισίματος του ματιού», η ταινία πιστεύει απόλυτα στον μύθο της και βυθίζεται με σοβαρότητα στις φιλοσοφικές και πνευματικές του προεκτάσεις. Ο σκηνοθέτης αντλεί έμπνευση απο την ανθρωπιά που είχε ήδη χαρίσει ο James Whale στις κλασικές ταινίες του ’30 (Frankenstein και Bride of Frankenstein), αλλά το πηγαίνει και ένα βήμα παραπέρα, μετατρέποντας το φιλμ σε ένα μελόδραμα σωματικό, έντονο και συναισθηματικά εκτεθειμένο. Είναι ένα έργο ατελές αλλά μεγαλειώδες, που δεν φοβάται ούτε την υπερβολή ούτε την ευαλωτότητα.
Στον πυρήνα του, το Frankenstein εδώ αντιμετωπίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι, μια προειδοποιητική ιστορία για την καταστροφική γονεϊκότητα. Ο Victor παρουσιάζεται ως ένας πατέρας τραγικά ανίκανος, που εξαντλεί όλη του την ενέργεια στη δημιουργία ζωής και δεν του απομένει τίποτα για να τη φροντίσει. Την ευθύνη της ενσυναίσθησης και της αποδοχής αναλαμβάνει η βασική γυναικεία φιγούρα της ταινίας, η μόνη που αναγνωρίζει το πλάσμα ως έλλογο, συναισθανόμενο και άξιο αγάπης. Με αυτόν τον τρόπο, ο del Toro τοποθετείται δικαιωματικά ψηλά στο «κανόνα» του Frankenstein, προσφέροντας μια σκοτεινή αλλά βαθιά ανθρώπινη ανάγνωση ενός μύθου που εξακολουθεί να μας στοιχειώνει.
- The Life of Chuck του Mike Flanagan
Το The Life of Chuck του Mike Flanagan, βασισμένο στη νουβέλα του Stephen King, είναι μια ταινία που δεν βιάζεται να εξηγήσει τον εαυτό της. Στη μέση περίπου της διάρκειάς της θέτει το ερώτημα «Would the answers make anything better?», μια φράση που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία της: πρόκειται για ένα φιλμ που ενδιαφέρεται λιγότερο για το why και περισσότερο για το what it feels like to exist. Με μια αφηγηματική δομή που ξετυλίγεται αντίστροφα, σε τρεις πράξεις, ο Flanagan μετατρέπει μια φαινομενικά απλή ιστορία ζωής σε ένα στοχαστικό meditation πάνω στη θνητότητα, τη μνήμη και τη σημασία των μικρών, φευγαλέων στιγμών.
Η πρώτη πράξη που συναντά ο θεατής (χρονικά το τέλος) τοποθετείται σε έναν κόσμο που καταρρέει: κοινωνικά, περιβαλλοντικά, υπαρξιακά. Μέσα σε αυτή την αργή αποκάλυψη του τέλους, εμφανίζεται το αίνιγμα του Chuck καθώς γιγάντιες πινακίδες που τον ευχαριστούν για «39 wonderful years» έχουν στηθεί παντού, χωρίς κανείς να ξέρει ποιος είναι. Η δεύτερη πράξη, με επίκεντρο τον ίδιο τον Chuck, κορυφώνεται σε μια από τις πιο καθαρτικές σκηνές που είδαμε φέτος με έναν αυθόρμητο χορό στον δρόμο, μια στιγμή pure cinematic joy που λειτουργεί ως affirmation of life απέναντι στον πόνο και την απώλεια. Είναι εκεί που η ταινία αποκαλύπτει τον πυρήνα της: η τέχνη, το σώμα, η κίνηση και η χαρά μπορούν να υπάρξουν ακόμη και μέσα στη θλίψη, όχι ως άρνησή της, αλλά ως συνύπαρξη.
Στην τελευταία πράξη, επιστρέφοντας στην παιδική ηλικία του Chuck, ο Flanagan συνθέτει έναν κύκλο μνήμης γεμάτο magical realism, όπου το υπερφυσικό δεν τρομάζει αλλά παρηγορεί. Εμπνευσμένος από τον στίχο του Walt Whitman,“I contain multitudes” το φιλμ προσεγγίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ως ένα σύνολο εσωτερικών κόσμων, αντιφάσεων και εμπειριών που συνυπάρχουν. Παρά την κάπως υπερβολικά καθοδηγητική αφήγηση του Nick Offerman, το The Life of Chuck καταλήγει να είναι η πιο ήπια, λυρική και ανθρώπινη διασκευή King που έχει παραδώσει ο Flanagan. Όχι ένα horror film, αλλά ένα existential love letter to being alive, μια υπενθύμιση ότι η αξία της ζωής δεν βρίσκεται στις απαντήσεις, αλλά στο γεγονός ότι, έστω και για λίγο, τη ζούμε.
- Flow του Gints Zilbalodis
Ο Flow του Gints Zilbalodis, το μοναδικό animation της φετινής λίστας μου και βραβευμένο με όσκαρ στην κατηγορία Best Animated Feature Film (ενώ ήταν ήδη υποψήφιο ως Best International Feature Film), είναι μια σπάνια επίδειξη οπτικοακουστικής αφήγησης, που εμπιστεύεται απόλυτα τη δύναμη της εικόνας και του ήχου. Χωρίς ούτε μία γραμμή διαλόγου, η ταινία πλαισιώνεται από δύο σχεδόν συμμετρικές στιγμές: ζώα που αντικρίζουν το είδωλό τους στο νερό, σαν να αναζητούν ταυτότητα και νόημα μέσα σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει ριζικά. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες εκτυλίσσεται μια διαδρομή από τον ατομισμό προς την κοινότητα, με πρωταγωνιστή μια εκφραστική μαύρη γάτα, σε έναν οριακά apocalyptic, μετα-ανθρώπινο τόπο όπου η φύση φαίνεται να ανακτά τον χώρο της, αφήνοντας πίσω μόνο σιωπηλά απομεινάρια ανθρώπινης παρουσίας.
Ο Zilbalodis αποφεύγει συνειδητά κάθε επεξηγηματική πληροφορία για το τι συνέβη στους ανθρώπους, επιτρέποντας στο περιβάλλον να μιλήσει από μόνο του. Ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, γεμάτο γλυπτά γατών και μισοτελειωμένα έργα, υπαινίσσεται μια παλιά ζωή χωρίς να την ορίζει. Πάνω σε ένα αυτοσχέδιο πλεούμενο, τα ζώα σχηματίζουν μια μικρή, εύθραυστη κοινωνία, όπου κάθε επιλογή από την αποδοχή ενός ξένου ως την παραβίαση της ισορροπίας, έχει άμεσες συνέπειες για όλους. Η προσεκτική παρατήρηση της συμπεριφοράς τους δημιουργεί ένα ζωντανό οικοσύστημα, μια αλληγορία συλλογικής ύπαρξης που λειτουργεί με απλούς αλλά αυστηρούς κανόνες.
Χωρίς διδακτισμό ή εύκολες απαντήσεις, το Flow μετατρέπεται σε μια ήσυχη αλλά βαθιά πολιτική και υπαρξιακή εμπειρία. Τα ζώα, μέσα από τη σιωπηλή τους σοφία και τους αυθεντικούς φυσικούς ήχους τους, μοιάζουν να καθρεφτίζουν τις πιο γενναιόδωρες εκδοχές του ανθρώπου, υπενθυμίζοντας ότι η επιβίωση απέναντι στην κλιματική κρίση και κάθε συλλογική καταστροφή δεν μπορεί να είναι ατομικό εγχείρημα. Παρά τη μελαγχολία που διαπερνά την ταινία, το βλέμμα της παραμένει ελπιδοφόρο: οι καταιγίδες δεν είναι μόνιμες, το δάσος θα ξαναγεμίσει ζωή και, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, η ύπαρξη, με όλη την εύθραυστη ομορφιά και την αναπόφευκτη απώλειά της, θα συνεχίσει να ρέει.
- Bugonia του Γιώργου Λάνθιμου
H πιο ώριμη και ολοκληρωμένη δουλειά του Γιώργου Λάνθιμου μέχρι σήμερα. Αν και θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη διεθνή επιτυχία του Poor Things για ένα πιο εμπορικό αποτέλεσμα, ο Λάνθιμος επέλεξε να επιστρέψει σε ένα προσωπικό, ιδιόρρυθμο ύφος, διατηρώντας την ένταση ανάμεσα στο πραγματικό και το ανοίκειο. Η ταινία περιορίζει τον κόσμο της σε λίγους χαρακτήρες και ένα σχεδόν θεατρικό περιβάλλον, ενώ η χρήση της κάμερας είναι κλειστοφοβική και παρατηρητική, υπογραμμίζοντας την ωριμότητα της κινηματογραφικής του γλώσσας.
Η ιστορία ξεκινά με την αντιπαράθεση δύο κόσμων: από τη μια ο Teddy και ο ξάδερφός του Don, με μια παράξενη θεωρία για εξωγήινους Ανδρομεδιανούς, και από την άλλη η Michelle, CEO σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον. Η απαγωγή της Michelle από τους δύο άνδρες δημιουργεί ένα μικρόκοσμο με δικούς του κανόνες, όπου η πίστη στις συνωμοσίες αντικαθιστά την απουσία θεσμικής εμπιστοσύνης και κοινωνικής σταθερότητας. Η ταινία εξερευνά τη λογική αυτών των κλειστών συστημάτων και αναδεικνύει πώς η ανθρώπινη πίστη και η επιβίωση διαμορφώνουν τις σχέσεις εξουσίας και συναίνεσης.
Το φινάλε της Bugonia μετατοπίζει την προσοχή από τον ρεαλισμό στην αλληγορία, παρουσιάζοντας την ανθρωπότητα ως αποτυχημένο πείραμα. Η Michelle, ως αυτοκράτειρα της Ανδρομέδας, καταστρέφει τον πλανήτη με ένα τολμηρό και αιφνιδιαστικό τρόπο, ενώ η φύση μένει ανέπαφη, υπογραμμίζοντας την ειρωνική αποκατάσταση της τάξης μετά την ανθρώπινη ύβρη. Η ταινία λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα ως σάτιρα, ψυχολογικό δράμα, πολιτική αλληγορία ακόμα και ως υπαρξιακό θρίλερ, και επιβεβαιώνει τη συνέπεια του Λάνθιμου στο όραμα της καλλιτεχνικής του πορείας έναντι της εύκολης επιτυχίας.
- Blue Moon του Richard Linklater
Η νέα ταινία του Richard Linklater, Blue Moon, μοιάζει με θεατρικό έργο σε μικρή σκηνή, απλή στην ιδέα αλλά σύνθετη στα συναισθήματα και τη δομή. Τοποθετημένη στη Νέα Υόρκη του 1943, τη νύχτα της θριαμβευτικής πρεμιέρας του Oklahoma!, η ταινία αποτυπώνει μια καθοριστική στιγμή για το μουσικό θέατρο, που σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής αλλά και το τέλος μιας άλλης. Η συνεργασία του Richard Rodgers με τον Lorenz Hart, δημιουργούς κλασικών τραγουδιών, επισκιάζεται από την επιτυχία του Oklahoma!, γεγονός που υπογραμμίζει τη σταδιακή επαγγελματική παρακμή του Hart.
Αντί να ακολουθήσει τη λάμψη της πρεμιέρας, η ταινία επικεντρώνεται στον Lorenz Hart στο μπαρ Sardi’s, όπου πνίγει τις αναμνήσεις και τις απογοητεύσεις του στο ποτό. Ο Ethan Hawke προσφέρει μια ώριμη και λεπτομερή ερμηνεία, αποδίδοντας έναν άνθρωπο ευφυή αλλά αυτοκαταστροφικό, παγιδευμένο ανάμεσα στην παλιά του δόξα και στη σιωπηλή συνειδητοποίηση της επικείμενης κατάρρευσης. Η ταινία αναδεικνύει την εύθραυστη και αιχμηρή φύση του Hart, καθώς αγωνίζεται να παραμείνει σημαντικός ενώ η ζωή του πλησιάζει στο τέλος της.
Συναισθηματικό επίκεντρο είναι η σχέση του Hart με την νεαρή μαθήτριά του, Elizabeth Wieland, όπου αναδύεται ένας πλατωνικός έρωτας και η αίσθηση θαλπωρής. Η χρήση περιορισμένου χώρου και στατικών πλάνων, σε συνδυασμό με τη ζεστή φωτογραφία του Shane F. Kelly, αναδεικνύει την παρουσία και το βάθος του χαρακτήρα. Το Blue Moon είναι μια γλυκόπικρη μελέτη για τα χρόνια που περνάνε, τον ανεκπλήρωτο έρωτα και την καλλιτεχνική κληρονομιά, παρουσιάζοντας έναν δημιουργό να παρακολουθεί τη νέα εποχή ενώ αντιμετωπίζει τη φθορά του.
- Eddington του Ari Aster
Το Eddington του Ari Aster τοποθετείται συνειδητά στον Μάιο του 2020, φέρνοντας την πανδημία στο κέντρο της αφήγησης όχι ως φόντο, αλλά ως καταλύτη. Η ταινία λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύγχρονο αμερικανικό γουέστερν, πολιτική σάτιρα και σχόλιο πάνω στη συνωμοσιολογία, την παραπληροφόρηση, τον performative ακτιβισμό και τις κοινωνικές εντάσεις που κορυφώθηκαν μετά τη δολοφονία του George Floyd. Το Eddington παρουσιάζεται ως μικρογραφία μιας χώρας σε απορρύθμιση, όπου η πληροφορία κατακερματίζεται, οι αφηγήσεις συγκρούονται και ο καθένας ζει εγκλωβισμένος στη δική του «πραγματικότητα», με την τεχνολογία να λειτουργεί ως επιταχυντής του χάσματος και όχι ως γέφυρα.
Στο κέντρο βρίσκεται ο Joe (Joaquin Phoenix), μια φιγούρα που χάνει σταδιακά τον έλεγχο — επαγγελματικά, πολιτικά και οικογενειακά. Η άρνησή του απέναντι στη μάσκα, την πανδημία και τη δομική ανισότητα συνδέεται άμεσα με τον φόβο του για απώλεια εξουσίας. Γύρω του, η ταινία υφαίνει ένα πολυεστιακό σύμπαν χαρακτήρων, σε altman-ικό ύφος, όπου το διαγενεακό τραύμα (μέσω της Louise), η συνωμοσιολογία (μέσω της Dawn), η πολιτική φιλοδοξία και η cult δυναμική (μέσω του Vernon ως αλληγορία του ίντερνετ) αλληλοτροφοδοτούνται. Κανένας δεν παρουσιάζεται μονοδιάστατα· οι πολιτικές τους στάσεις προκύπτουν από προσωπικές ρωγμές, φόβους και ανεκπλήρωτες ανάγκες.
Καθώς η ταινία προχωρά, το Eddington εγκαταλείπει κάθε ψευδαίσθηση ελέγχου και βυθίζεται στην παράνοια, οδηγώντας σε ένα εκρηκτικό, σουρεαλιστικό τρίτο μέρος που συμπυκνώνει όλη τη θυμωμένη ενέργεια της σύγχρονης Αμερικής. Με deadpan ύφος και μαύρο χιούμορ, ο Aster δεν σατιρίζει μόνο την πανδημία, αλλά και τη μετατόπιση του πολιτικού λόγου σε έναν νέο ηθικό απολυταρχισμό, όπου η καχυποψία και η «αντίσταση» μετατρέπονται σε αυταρχικά αντανακλαστικά. Παρά την υπερβολή του, το φιλμ παραμένει αυστηρά ελεγχόμενο και βαθιά στοχαστικό, καταγράφοντας όχι απλώς μια ιστορική περίοδο, αλλά τον τρόπο που η διάλυση της συλλογικής πραγματικότητας διαβρώνει και τις πιο προσωπικές ανθρώπινες σχέσεις.
- The Brutalist του Brady Corbet
Το The Brutalist του Brady Corbet χρησιμοποιεί την αρχιτεκτονική όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως όχημα για μια ευρύτερη, επική αφήγηση γύρω από τη μετανάστευση, την ταυτότητα και τη σύγκρουση ιδεαλισμού και εξουσίας. Μακριά από το στερεότυπο του «ηρωικού αρχιτέκτονα», η ταινία θυμίζει σε κλίμακα και δομή έργα όπως There Will Be Blood ή Once Upon a Time in America: ένα φιλμ μεγάλης διάρκειας και φιλοδοξίας, που ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό δράμα και τη μεγάλη αλληγορία. Από την εμβληματική άφιξη του László Tóth (Adrien Brody) στη Νέα Υόρκη, γίνεται σαφές ότι το αμερικανικό όνειρο θα αποδειχθεί ασφυκτικό· η εμπειρία του μετανάστη αποτυπώνεται με ένταση, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα της αφομοίωσης.
Η ταινία αναπτύσσει έναν κόσμο χαρακτήρων που ενσαρκώνουν διαφορετικές εκδοχές αυτού του ονείρου. Ο Attila, ο ξάδερφος του László, αντιπροσωπεύει την πλήρη προσαρμογή και αλλοίωση της ταυτότητας ως μέσο επιβίωσης, σε αντίθεση με την ακαμψία και την επιμονή του László στις αξίες, την τέχνη και την πίστη του. Παράλληλα, η φιγούρα του Harrison (Guy Pearce), πλούσιου μεγιστάνα και μελλοντικού προστάτη-δυνάστη, αποκαλύπτει τη βαθιά πατερναλιστική φύση του καπιταλισμού: μια φαινομενική γενναιοδωρία που κρύβει την ανάγκη για απόλυτο έλεγχο. Η σχέση των δύο λειτουργεί ως πυρήνας της σύγκρουσης ανάμεσα στη δημιουργία και την ιδιοκτησία, την καλλιτεχνική ακεραιότητα και τη συναλλαγή.
Ο μπρουταλισμός δεν είναι απλώς αισθητικό πλαίσιο αλλά η ίδια η ιδεολογική ραχοκοκαλιά του φιλμ. Με τη διάρκεια, τη δομή, το κοφτό μοντάζ και τη βαριά μουσική του, το The Brutalist μιμείται την ωμότητα και την αδιαπραγμάτευτη φύση του αρχιτεκτονικού ρεύματος, συνδέοντάς το με τη μεταπολεμική ψυχολογία και το όραμα για ένα πιο ίσο μέλλον. Ο Corbet σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου ο ιδεαλισμός συγκρούεται βίαια με την απληστία, και όπου η τέχνη καλείται να επιβιώσει μέσα σε δομές που την εκμεταλλεύονται. Το αποτέλεσμα είναι μια απαιτητική, κλειστοφοβική αλλά βαθιά στοχαστική ταινία, που χρησιμοποιεί την αρχιτεκτονική ως αλληγορία για την ανθρώπινη αντοχή, την απώλεια και την πολιτική φύση της δημιουργίας.
- Sinners του Ryan Coogler
Είναι μια πυκνή, ατμοσφαιρική και στιλιστικά τολμηρή ταινία, που ξεκινά σαν κοινωνικό δράμα εποχής και μεταλλάσσεται σταδιακά σε αιματοβαμμένο vampire horror, σε έναν ξεκάθαρο διάλογο με το From Dusk Till Dawn, μόνο που εδώ το είδος λειτουργεί ως όχημα για κάτι πολύ πιο πολιτικό και συναισθηματικά φορτισμένο. Τοποθετημένο στον Μισισιπή του 1932, το φιλμ σκιαγραφεί τον Αμερικανικού Νότου, χτίζοντας έναν κόσμο όπου η μουσική, η πίστη, η βία και το υπερφυσικό συνυπάρχουν σε μια διαρκή, υπόγεια ένταση.
Ο Coogler παίρνει τον χρόνο του και το κάνει συνειδητά. Το πρώτο μέρος εξελίσσεται αργά, με εμμονή στη λεπτομέρεια και μια σχεδόν εμβυθιστική σκηνοθετική προσέγγιση, ώστε όταν έρθει η βίαιη στροφή, η έκρηξη να είναι πραγματικά αποτελεσματική. Η απότομη μετάβαση από το δράμα και την κωμική παρατήρηση στο καθαρόαιμο vampire horror δεν εξομαλύνεται αλλά αντίθετα, αγκαλιάζεται με τόλμη, δίνοντας στην ταινία τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Το Sinners δεν προσπαθεί να σε καθησυχάσει, ούτε να χωρέσει εύκολα σε είδος, είναι τρόμος, δράμα, πολιτισμικό και πολιτικό σχόλιο και σχεδόν μιούζικαλ, όλα μαζί, δεμένα με έναν ρυθμό που κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο.
Εκεί όμως που το Sinners αποκτά πραγματικό βάρος είναι στον τρόπο που μετατρέπει το είδος σε cultural metaphor. Ο Coogler χρησιμοποιεί τον μύθο του βρικόλακα για να μιλήσει για την εκμετάλλευση, την πολιτισμική οικειοποίηση και τη βία που έχει εγγραφεί ιστορικά πάνω στα μαύρα σώματα και στη μουσική τους κληρονομιά. Παρά το ελαφρώς υπερφορτωμένο φινάλε, η after-credit σκηνή λειτουργεί ως ουσιαστικός επίλογος γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν και επεκτείνοντας το πολιτικό αποτύπωμα της ταινίας στο σήμερα. Με καθηλωτική φωτογραφία, υποβλητική πρωτότυπη μουσική και έναν Michael B. Jordan σε διπλό ρόλο γεμάτο εσωτερική ένταση, το Sinners δεν είναι απλώς ένα φιλόδοξο είδος-υβρίδιο, αλλά μια απόδειξη ότι το σύγχρονο mainstream σινεμά μπορεί ακόμη να ρισκάρει, να προκαλεί και να έχει κάτι ουσιαστικό να πει.
- One Battle After Another του Paul Thomas Anderson
Είναι πλέον κοινή παραδοχή πως μιλάμε για την καλύτερη ταινία της χρονιάς, έτσι το One Battle After Another δεν θα μπορούσε να λείπει από την πρώτη θέση. Τοποθετημένη σε μια Αμερική που έχει γίνει φασιστικό αστυνομικό κράτος, η ταινία απεικονίζει μια κοινωνία διαμορφωμένη από μαζική επιτήρηση, όπου αστυνομία και στρατός έχουν συγχωνευθεί σε μια αδυσώπητη αυταρχική δύναμη και μια μυστική ομάδα χριστιανών εθνικιστών αποφασίζει για το μέλλον της χώρας, προσπαθώντας να την «καθαρίσει» από ό,τι θεωρεί μολυσματικό. Είναι μια οπτική που στην επιφάνεια φαίνεται υπερβολική, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται ανησυχητικά κοντά στην τρέχουσα κατάσταση.
Ο Paul Thomas Anderson παραδίδει ένα από τα πιο φιλόδοξα και ώριμα έργα του, συνδυάζοντας πολιτική σάτιρα, κωμωδία του παραλόγου, στοιχεία θρίλερ και προσωπικό δράμα με αξιοσημείωτο έλεγχο. Η ταινία κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ισορροπώντας χιούμορ και τρόμο χωρίς ποτέ να χάνει τον προσανατολισμό της, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως σκοτεινή ψυχαγωγία και σαφές προειδοποιητικό μήνυμα. Η ικανότητά της να κριτικάρει το παρόν ενώ φαντάζεται ένα πιθανό κοντινό μέλλον της δίνει σπάνια αίσθηση επείγοντος. Το One Battle After Another δεν είναι όμως μόνο μια σάτιρα της Αμερικής της καταστολής. Είναι και μια ταινία για το γονεϊκό άγχος και τον φόβο ότι κάθε επόμενη γενιά θα πρέπει να δώσει τις ίδιες μάχες, μια αέναη σύγκρουση με τον ίδιο κόσμο που ποτέ δεν αλλάζει. Μέσα από τη συνύπαρξη της κωμωδίας και του συναισθήματος, το έργο παραδίδει ταυτόχρονα πολιτική σάτιρα, κωμωδία χαρακτήρων και υπαρξιακό δράμα για την οικογένεια, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική επανάσταση μπορεί να βρίσκεται στην αφοσίωση ενός γονιού να προστατεύσει το παιδί του, ακόμη και όταν ο κόσμος γύρω καίγεται.
Η κλίμακα της παραγωγής είναι εξίσου εντυπωσιακή. Με προϋπολογισμό 150 εκατομμυρίων δολαρίων η ταινία αξιοποιεί κάθε πόρο για να υπηρετήσει το όραμά της. Γυρισμένη σε 35mm VistaVision από τον Michael Bauman, οι εικόνες νιώθουν μεγαλειώδεις αλλά ταυτόχρονα απτές. Ο Leonardo DiCaprio προσφέρει μια ερμηνεία ταυτόχρονα γελοία, εύθραυστη και βαθιά ανθρώπινη, ενώ ο Sean Penn ενσαρκώνει ένα γκροτέσκο, σκοτεινά κωμικό σύμβολο αυταρχικής εξουσίας. Πέρα από την πολιτική της διάσταση, η ταινία αντηχεί τελικά ως στοχασμός πάνω στο άγχος των γονέων, την επαναληψιμότητα των γενεών και την ήσυχη, πεισματική προσπάθεια να διατηρηθεί η ανθρωπιά σε έναν κόσμο που μοιάζει αποφασισμένος να την εξαλείψει.



