
Το artwashing είναι ένας όρος που ακούγεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στις συζητήσεις γύρω από την αστική ανάπτυξη, την τέχνη και τον εξευγενισμό των πόλεων. Πρόκειται για τη σύνθεση των λέξεων «art» (τέχνη) και «whitewashing» (ωραιοποίηση ή συγκάλυψη) και περιγράφει την πρακτική κατά την οποία η τέχνη χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να βελτιωθεί η εικόνα μιας περιοχής, ενός οργανισμού ή μιας επένδυσης, συχνά αποκρύπτοντας τις κοινωνικές επιπτώσεις που τη συνοδεύουν.
Η έννοια συνδέεται στενά με το φαινόμενο του gentrification, δηλαδή τη μεταμόρφωση υποβαθμισμένων ή εργατικών γειτονιών σε πιο ελκυστικές περιοχές για επενδύσεις και εύπορους κατοίκους. Σε πολλές περιπτώσεις, γκαλερί, πολιτιστικά κέντρα και καλλιτεχνικές δράσεις εγκαθίστανται σε τέτοιες περιοχές, δημιουργώντας ένα νέο πολιτιστικό προφίλ που αυξάνει την εμπορική τους αξία. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη συχνά οδηγεί σε αύξηση των ενοικίων και στην απομάκρυνση των κατοίκων που ζούσαν εκεί για δεκαετίες.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνοικία Boyle Heights στο Λος Άντζελες, όπου κάτοικοι και ακτιβιστές αντέδρασαν έντονα στην εγκατάσταση γκαλερί τέχνης, θεωρώντας ότι αποτελούσαν το πρώτο βήμα για την αλλοίωση της ταυτότητας της γειτονιάς τους. Οι διαμαρτυρίες ανέδειξαν τον φόβο ότι η τέχνη χρησιμοποιούνταν ως μέσο προσέλκυσης επενδυτών και όχι ως εργαλείο ενδυνάμωσης της τοπικής κοινότητας.
Το artwashing δεν περιορίζεται μόνο σε ιδιώτες επενδυτές. Εταιρείες, κατασκευαστές ακινήτων αλλά και δημόσιοι φορείς έχουν κατηγορηθεί ότι αξιοποιούν καλλιτεχνικά έργα, φεστιβάλ ή πολιτιστικές πρωτοβουλίες για να παρουσιάσουν ένα πιο θετικό πρόσωπο ή να προωθήσουν αναπλάσεις που προκαλούν κοινωνικές ανισότητες. Oι Financial Times έγραψαν “Γιατί να το λέμε artwashing και όχι coffeewashing; Μπορούμε να είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι τα καφέ, τα εστιατόρια και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις που αναπτύσσονται γύρω από μια πολιτιστική δραστηριότητα βγάζουν πολύ περισσότερα χρήματα από μια μικρή γκαλερί τέχνης που παλεύει να επιβιώσει. Άλλωστε, οι γκαλερί κάνουν αυτό που έκανε η τέχνη εδώ και αιώνες: μετακινούνται σε περιοχές όπου τα ενοίκια και οι τιμές των ακινήτων είναι χαμηλά”. Το επιχείρημα θέτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: μήπως η τέχνη χρησιμοποιείται ως εύκολος «αποδιοπομπαίος τράγος» για πολύ πιο σύνθετες οικονομικές και πολεοδομικές διαδικασίες; Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης θεωρούν ότι η παρουσία καλλιτεχνών και γκαλερί δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει μια γειτονιά. Αντίθετα, οι μεγάλες επενδύσεις, οι αλλαγές στις πολιτικές ανάπτυξης και η κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων είναι οι βασικοί παράγοντες που οδηγούν στον εκτοπισμό των κατοίκων.
Οι επικριτές του φαινομένου υποστηρίζουν ότι οι καλλιτέχνες συχνά γίνονται άθελά τους μέρος ενός μηχανισμού που εξυπηρετεί οικονομικά συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές τέτοιων πρωτοβουλιών θεωρούν ότι η τέχνη μπορεί να αναζωογονήσει εγκαταλελειμμένες περιοχές και να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τις τοπικές κοινωνίες.
Η συζήτηση γύρω από το artwashing παραμένει ανοιχτή. Το βασικό ερώτημα είναι ποιος ωφελείται τελικά περισσότερο: οι κάτοικοι και οι καλλιτέχνες ή οι επενδυτές και οι εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων. Αυτός ακριβώς ο προβληματισμός συνεχίζει να τροφοδοτεί έναν διάλογο που διαρκεί εδώ και δεκαετίες.



