
(Να’ταν και τα δύο) ξεχασμένα, (αφού δεν είναι) διαμάντια: “Unsere tollen Tanten in der Südsee” και “Stella”
της Μαρίας Μπασμπαγιάννη (Instagram: ipolinstinplage)
Σ’ένα άρθρο στο MAXMAG, το φιλμ του Τόνι Ρίτσαρντσον, “Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων”, αποκαλείται”ξεχασμένο διαμάντι”. Ο χαρακτηρισμός, θεωρώ, ισχύει εντελώς. Η ταινία είναι ένα αριστούργημα, ένα υπέροχο πορτρέτο της Βρετανίας των αρχών της δεκαετίας του εξήντα, δυνατό και στην τεχνική και στην κοινωνική κριτική του. Άλλα ευρωπαϊκά φιλμ, όμως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι. Ορίστε δύο τέτοια παραδείγματα, άγνωστα εδώ, καθότι δεν προβλήθηκαν ποτέ στην Ελλάδα. Το ένα δυστυχώς κλασικό στη χώρα του, το άλλο δικαίως ξεχασμένο.
“Unsere tolle Tanten in der Südsee” (1964)

Γερμανικός εμπορικός κινηματογράφος του εξήντα, μ’όλο το “χιούμορ” της εποχής: Οι γυναίκες που ταξιδεύουν στο εξωτερικό – την τιτλική “Ανατολική θάλασσα”, δηλαδή την Πολυνησία -, το κάνουν μόνο προς αναζήτηση του συντρόφου τους, οι άντρες ντυμένοι με “γυναικεία” ρούχα είναι αστείοι, οι μη-Ευρωπαίοι ιθαγενείς ζουν σε καλύβες, επιθυμούν να θυσιάσουν τις λευκές γυναίκες, ντύνονται με παραδοσιακές ενδυμασίες και εξαπατώνται εύκολα με… χορευτικά νούμερα των Ευρωπαίων. Οι “πολιτισμένοι”, σύγχρονοι Ευρωπαίοι, και οι “πρωτόγονοι”, τόσο ως προς τη διαβίωση, όσο και ως προς τα έθιμα, αυτόχθονες άλλης ηπείρου, (δεν) συνυπάρχουν σε μια κωμωδία, που, μη θέλοντας να γίνει κοινωνικοκριτική, αγγίζοντας την μειωτική αντιμετώπιση άλλων λαών από τους Δυτικούς, προτιμά να αντιπαραθέσει αυτούς και τους ιθαγενείς, θέτοντας ως βάση των αστείων τις διαφορές τους, με αντικείμενο γέλιου να είναι πάντα οι τελευταίοι (εκτός απ’τις στιγμές διαλόγου μεταξύ των Δυτικών – προσέξτε, δε, πως αυτοί είναι ξεχωριστές προσωπικότητες, ενώ οι άλλοι μια ομογενής ομάδα). Μερικά πιασάρικα τραγούδια Schlager (η κεντροευρωπαϊκή εμπορική ποπ), μία (!) διασκεδαστική, αν και απλοϊκή σεκάνς μιας ταραγμένης πτήσης, και ιδίως ένα εξαιρετικό μοντάζ, που εξασφαλίζει έναν ζωηρό ρυθμό στην ταινία, ο οποίος την κάνει ευχάριστη, τη σώζουν απ’την αποτυχία.
“Stella” (1983)

Όχι αυτή του Κακογιάννη, μα μια ιστορία δωσιλογισμού και αγάπης επί γερμανικής κατοχής της Γαλλίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο, το “Stella”, προσπαθεί να δείξει το πώς η αγάπη μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε ανήθικες πράξεις, εξετάζοντας και τις διώξεις των Εβραίων, αφού τέτοια είναι η γυναίκα για την οποία γίνονται όλα. Παρά τις καλές ερμηνείες από μεγάλα ονόματα του γαλλικού σινεμά της εποχής, και την υπέροχη μουσική του Φιλίπ Σαρντ, που τονίζει την τραγικότητα του ήρωα, ενός ανθρώπου που γίνεται συνεργός της Γκεστάπο για να σώσει την αγαπημένη του, το φιλμ μένει επιφανειακό, μην εξετάζοντας ιδιαίτερα τις εναλλακτικές που είχαν για να γλιτώσουν οι αγαπημένοι. Το φιλμ δείχνει πως υπήρχε η δυνατότητα της ένταξης σε αντιστασιακές ομάδες, ή της φυγής στο εξωτερικό, αλλά δεν εξηγεί γιατί αποφάσισαν οι ήρωες να κάνουν κάτι από τα δύο, μόνο αφότου η ηρωίδα κινδύνεψε να απελαθεί. Τι τους εμπόδιζε πριν; Τι οδήγησε τον ήρωα στην καταδίκη της δωσίλογικής του στάσης, αργότερα; Η καταδίκη της από την αγαπημένη του – της οποίας η απόφαση αυτή εξηγείται από τον σκηνοθέτη -; Τα όσα είδε να κάνουν οι ναζί, ενώ τελούσε το “καθήκον” του; Ο Λοράν Αϊνεμάν αφήνει αυτό το σεναριακό κενό ορθάνοιχτο, η κάμερά του κάνει αρκετά καλή δουλειά, μα δεν εντυπωσιάζει, κάτι που ισχύει και για τη φωτογραφία. Το έργο του δεν έχει την ποιητικότητα της προσέγγισης του Ολοκαυτώματος δια χειρός Αλέν Ρενέ (“Νύχτα και ομίχλη”), τη συναισθηματική δύναμη αυτής δια χειρός Στίβεν Σπίλμπεργκ (“Η λίστα του Σίντλερ”), το βάθος αυτής δια χειρός Κλοντ Λανζμάν (“Shoah”). Είναι ένα πολεμικό δράμα με σεναριακά κενά και τεχνική που το βοηθάει να σταθεί στα πόδια του μεν, όχι σε πλήρως όρθια στάση δε. Η αναφορά της αφίσας του φιλμ στο “Όσα παίρνει ο άνεμος”, μόνο ξεγελάει τον θεατή. Εδώ, πολυπλοκότητα κι αισθητική ποιότητα, δε βρίσκεται ιδιαίτερα.



