
Το 1971, ο Rod Stewart ηχογράφησε το “Reason To Believe”, ένα τραγούδι που τελικά έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για την ερμηνεία του, αλλά και για ένα μεγάλο λάθος που… δεν διορθώθηκε ποτέ. Στη σημερινή εποχή, όπου όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες ηχογραφούν από το σπίτι με έναν υπολογιστή και λίγα εργαλεία, τέτοιες στιγμές μοιάζουν σπάνιες. Στο στούντιο όμως συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Υπάρχει μια ακατέργαστη ενέργεια, μια αίσθηση ότι η μουσική γεννιέται εκείνη τη στιγμή, και αυτό δεν αντιγράφεται εύκολα.
Το “Reason To Believe” γράφτηκε αρχικά από τον Tim Hardin το 1965, αλλά η εκδοχή του Stewart έγινε πιο γνωστή — έστω κι αν τελικά επισκιάστηκε από το “Maggie May”, που βρέθηκε στην άλλη πλευρά του ίδιου single και κατέληξε να γίνει τεράστια επιτυχία. Ένα από τα στοιχεία που δυσκόλεψαν το κοινό να «πιαστεί» από το τραγούδι ήταν η πολυπλοκότητά του. Όργανα όπως όργανο, κιθάρα, μπάσο, τύμπανα και πιάνο κινούνται σχεδόν ανεξάρτητα, δημιουργώντας ένα πλούσιο αλλά κάπως χαοτικό αποτέλεσμα.
Αυτό το «χαλαρό» παίξιμο αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή της ροκ στις αρχές των ‘70s, όπου το συναίσθημα άρχισε να μετράει περισσότερο από την τεχνική τελειότητα. Ο Stewart και η μπάντα του δεν κυνηγούσαν το άψογο. Κυνηγούσαν κάτι ζωντανό. Και αυτό σήμαινε ότι άφηναν χώρο για αυθορμητισμό, ακόμη κι αν κάποιες στιγμές τα πράγματα ξέφευγαν λίγο. Υπάρχει μια ένταση στο κομμάτι, σαν να μπορεί να διαλυθεί ανά πάσα στιγμή, και αυτό τελικά του δίνει χαρακτήρα.
Κάπου στη μέση του τραγουδιού, συμβαίνει το απρόοπτο. Η μουσική σταματάει απότομα, χωρίς προφανή λόγο. Ο ίδιος ο Stewart το παραδέχτηκε αργότερα: ήταν ένα “μεγάλο μπέρδεμα” όπου όλοι σταμάτησαν να παίζουν. Κι όμως, αντί να το πετάξουν, το κράτησαν. Αυτό το μικρό κενό δίνει χώρο μόνο στη φωνή του, δημιουργώντας μια απρόσμενα τρυφερή και οικεία στιγμή. Ένα λάθος που τελικά έγινε το πιο αξέχαστο σημείο του τραγουδιού.


