
Μια εξωφρενική «μόδα» των τελευταίων ετών τείνει να περιβάλλει με ιδιότυπο φωτοστέφανο τους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου 1967!
Απόρροια του αναπόφευκτου θυμού, αναμεμειγμένου όμως με άγνοια ή και σκοπιμότητα, η πολιτική (;) αυτή «μόδα» παράγει τη θεωρία ότι κατά την επταετή δικτατορία τέθηκε σε γύψο και… η διαφθορά. Ότι η χούντα φρουρούσε, σαν κέρβερος, το δημόσιο χρήμα και τις αρχές της «χριστής διοίκησης».
Οι ίδιοι οι συνταγματάρχες δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι στον 21ο αιώνα έμελλε να μνημονεύονται με … επαίνους. «Εκείνοι τουλάχιστον δεν έκλεψαν», «δεν έκαναν περιουσίες», «ε, ρε Παπαδόπουλο που χρειάζονται τα σημερινά λαμόγια»… Από το 2010 κι εντεύθεν οι έπαινοι επεκτάθηκαν και στα της οικονομίας: «Επί χούντας ο κόσμος έτρωγε ψωμάκι», «αν δεν μιλούσες ζούσες καλά», «τότε δεν υπήρχε οικονομική κρίση στην Ελλάδα, όπως σήμερα». Λες και γνώρισε η μεταπολεμική Ευρώπη γενική κρίση ανάλογη
της σημερινής, μέχρι το 1973.
Θα ασχοληθούμε με τον πρώτο μύθο, αυτόν που σχετίζεται με τη διαφθορά. Για το δεύτερο επιφυλασσόμαστε – όλο και κάποια επέτειος θα μας δώσει αφορμή.
Εν αρχή μια παρατήρηση: Οι ισχυρισμοί περί «λιτού» βίου των δικτατόρων και περί «αδιάφθορης» χούντας βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην εικόνα παρακμής που εξέπεμπαν αυτοί οι άνθρωποι έπειτα από την αποκαθήλωσή τους. Δεν είναι αυτό επιτομή των εννοιών «αφέλεια» ή «υποκρισία» – κατά περίπτωση;
Παρατήρηση δεύτερη: Όντως, «τα λαμόγια χρειάζονται έναν Παπαδόπουλο»- τουλάχιστον τα εκκολαπτόμενα. Χρειάζονται, για να πάρουν μαθήματα ταχύτητας, τόσο στη λήψη αποφάσεων, όσο και στη σύναψη καλών «κοινωνικών σχέσεων». Προτού καλά- καλά προλάβουν να ζεστάνουν τις καρέκλες των πολιτικών αξιωμάτων που κατέλαβαν, οι συνταγματάρχες νομοθέτησαν την αύξηση των αποδοχών τους. Σχεδόν διπλασίασαν τον πρωθυπουργικό μισθό: Από τις 23.600 τον ανέβασαν στις 45.000 δρχ, προς μεγάλη χαρά του πρώτου χουντικού πρωθυπουργού, του Κωνσταντίνου Κόλλια. Ο ίδιος ο Γιώργος Παπαδόπουλος ανέλαβε πρωθυπουργικά καθήκοντα αργότερα, το Δεκέμβριο του 1967.
Με την ίδια ρύθμιση αυξήθηκαν οι αποδοχές των υπουργών και υφυπουργών, από τις 22.400 στις 35.000 δρχ. Θεσπίστηκαν επίσης και ημερήσια «εκτός έδρας»- χίλιες δρχ για τον πρωθυπουργό και 850 για υπουργούς και υφυπουργούς.
Ομολογίες δια στόματος Σάββα Κωσταντόπουλου
Είναι γνωστό ότι ο Παπαδόπουλος είχε στη διάθεσή του βίλα στο Λαγονήσι, στην οποία διέμενε αντί αστείου ενοικίου. Η βίλα ανήκε στον Αριστοτέλη Ωνάση. «Σύμπτωση»: Ο
Παπαδόπουλος στήριζε τον Ωνάση στη διαμάχη που είχε με άλλους «Κροίσους» της εποχής, με «μήλο της έριδος» το περιβόητο τρίτο διυλιστήριο της χώρας. Επειδή όμως σε θέματα διαπλοκής είναι αναγκαίος κάποιος … πλουραλισμός, το άλλο «πρωτοπαλίκαρο» του καθεστώτος, ο Νίκος Μακαρέζος, τάχθηκε στο πλευρό του Νιάρχου.
Τσάμπα οι – ενίοτε άγριες – διαμάχες που μαίνονταν επί χρόνια, για το θέμα αυτό, στο εσωτερικό της «αδιάφθορης» χούντας: Τελικά, το 1972, ο Ωνάσης αποσύρθηκε και το τρίτο
διυλιστήριο ανέλαβαν οι Ανδρεάδης – Λάτσης. Ένα ακόμη δόθηκε στο Βαρδινογιάννη.
Προτού «μιλήσουν» τα αποδεδειγμένα στοιχεία, ας δοθεί ο λόγος στον ίδιο τον προπαγανδιστικό στυλοβάτη της χούντας: Τον εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος», Σάββα Κωσταντόπουλο. Η δικτατορία είχε συμπληρώσει μισό έτος ζωής, όταν ο Κωσταντόπουλος γνωστοποίησε – με επιστολή- στον Κωνσταντίνο Καραμανλή
ορισμένες διαπιστώσεις του:
«Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νέο-φαυλοκρατία. Ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή και ούτω κάθε εξής)»
(«Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος).
Τα ίδια και χειρότερα τόνιζε στον Κ. Καραμανλή ο ακραιφνής χουντικός Κωσταντόπουλος, το Δεκέμβριο του ’73. Αναφερόταν στην περίοδο Παπαδόπουλου, τον οποίο είχε ήδη ανατρέψει
(25 Νοεμβρίου ’73) ο λεγόμενος «αόρατος δικτάτορας», Δημήτρης Ιωαννίδης. Τόνιζε
λοιπόν: «Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων δια την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» («Αρχείο Καραμανλή», τ.7ος)
Η αλήθεια είναι ότι για πολλά από αυτά τα σκάνδαλα δυνάμεθα μια χαρά να «γνωρίζωμεν» λεπτομέρειες, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ας προτάξουμε όμως τα πιο «light» κρούσματα, προτού παραδοθούμε στον ίλιγγο τον οποίο «εγγυώνται» τα οικονομικά μεγέθη ορισμένων ιστορικών ξαφρισμάτων.
«Ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών». Πολλά μπορεί να εννοούσε ο Κωσταντόπουλος, αλλά ας περιοριστούμε στην οικογενειοκρατία, όπως την τίμησε η κορυφαία «τριανδρία» της χούντας. Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος.
Ο βολέψας, του βολέψαντος – αδέλφια, γαμπροί, κουνιάδοι

Ο αρχηγός Παπαδόπουλος έκανε τον έναν αδελφό του, τον Κωνσταντίνο, στρατιωτικό ακόλουθο, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής και «υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ». Ο άλλος αδελφός, ο Χαράλαμπος, προφανώς ανεχόταν λιγότερες σκοτούρες. Αρκέστηκε στη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, στην οποία αναρριχήθηκε σε χρόνο ρεκόρ. Τέτοια άλματα στην υπαλληλική ιεραρχία, θα τα ζήλευε και ο φημισμένος αθλητής του επί κοντώ, ο Χρήστος Παπανικολάου, o οποίος – ειρήσθω εν παρόδω- το 1967 κέρδισε χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες, στην Τύνιδα.
Τοn Στέλιο Παττακό, πάλι, τον ενθουσίαζαν οι κατασκευές- όπως δείχνει και η ψύχωσή του με το μυστρί. Αποφάσισε λοιπόν να αναθέσει στο γαμπρό του, τον Αντρέα Μεϊντάση, διάφορες επικερδείς δουλειές με το Δήμο Αθηναίων. Κατασκευή υπόγειου γκαράζ στην πλατεία Κλαυθμώνος, τεχνικές μελέτες, κλπ. Πρακτικά πράγματα, πολλά χρήματα.
Ο Μακαρέζος διόρισε τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου, υπουργό Γεωργίας και αργότερα- Βόρειας Ελλάδας. «Αι βέβαιοι μικρολοβιτούραι του Ματθαίου» συμπεριλαμβάνονταν στα πολλά συμπτώματα διαφθοράς του καθεστώτος, που διέγνωσε και κοινοποίησε με επιστολή του στον Κ. Καραμανλή ο γνωστός «γεφυροποιός», Ευάγγελος Αβέρωφ (Οκτώβριος 1968). Κατά τα φαινόμενα, όμως, ο Ματθαίου ήταν … περιστεράκι εν
συγκρίσει προς δυο άλλους «εθνοσωτήρες». Τον Ιωάννη Λαδά και το Μιχάλη Ρουφογάλη.
Ο Λαδάς απέκτησε το σκωπτικό προσωνύμιο «κύριος καθαρά χέρια», χάρη στη ροπή του προς τα θαλασσοδάνεια. Ο Ρουφογάλης, αρχηγός της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών,
έγινε διάσημος για δυο βασικές συνήθειές του. Η πρώτη: Με τη γυναίκα του Ντέλλα,
φωτομοντέλο που νυμφεύθηκε το ’73, επιδόθηκαν σε «θορυβώδεις δεξιώσεις, δημοσίας εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξιν πλούτου» (εκφράσεις του Σάββα Κωσταντόπουλου). Η άλλη συνήθεια: Η εξασφάλιση δανειοδοτήσεων σε «ημετέρους», φυσικά με επιβάρυνση των κρατικών τραπεζών. Στην πρώιμη μεταπολιτευτική περίοδο, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1974, το περιοδικό «Ταχυδρόμος» αποκάλυψε δυο σχετικά έγγραφα του Ρουφογάλη. Μια κατηγορία δανείων αναφερόταν ως «χαριστικά και επισφαλή».
Στα «χορηγηθέντα» δάνεια καταγραφόταν ποσό άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου και στα «υπό έγκρισιν» πάνω του 1,6 δισεκατομμυρίου δρχ.
Προτού καν κλείσουν ένα μήνα στην εξουσία.
Ας δούμε όμως, με κάποια χρονική σειρά, μερικά από τα χουντικά … κατορθώματα. Προτάσσουμε επτά κινήσεις τους- όλες, σκέτα …ορόσημα.
Πρώτο «ορόσημο»: Σαν … έτοιμοι από καιρό, οι «εθνοσωτήρες» υπέγραψαν την πρώτη τους τερατώδη σύμβαση, προτού καν συμπληρωθεί μήνας από το πραξικόπημα – ναι, τέτοια αδημονία είχαν! Τη Δευτέρα, 15 Μαΐου 1967 ανέθεσαν στην αμερικανική εταιρεία Litton το
ακαθόριστο έργο της παροχής «υπηρεσιών οργανώσεως και διεκπεραιώσεως της οικονομικής αναπτύξεως», κάπου στην Κρήτη και τη Δυτική Πελοπόννησο.
Υποτίθεται ότι η εταιρεία θα φρόντιζε να γίνουν επενδύσεις ύψους 840 εκατομμυρίων δολαρίων για 12 χρόνια. Το ελληνικό δημόσιο της έδωσε ως προκαταβολή 1,2 εκ. δολάρια και ανέλαβε τις εξής υποχρεώσεις: Να καλύψει όσα έξοδα θα έκανε η Litton για να «αναπτυξιακό της έργο» συν 11% ως ποσοστό κέρδους, αλλά να εξασφαλίσει και προμήθεια 2% επί της αξίας κάθε επένδυσης, από αυτές που θα «έφερνε» η εταιρεία.
Ίδια, περίπου, ρύθμιση για τη Litton είχε προωθήσει στη Βουλή το 1966 μια από τις «κυβερνήσεις των αποστατών» – εκείνη του Στεφανόπουλου. Οι αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων, όμως, ακύρωσαν το εγχείρημα, το Σεπτέμβριο του έτους εκείνου. Για την ακρίβεια, το ανέβαλαν για οκτώ μήνες.
Τι έκανε στην ουσία η Litton, αξιοποιώντας την προσφορά της χούντας προς αυτήν; Δεν προσέλκυε επενδυτές, δήλωνε όμως έξοδα και πληρωνόταν από το ελληνικό κράτος!
Εμπράκτως η ίδια η χούντα αναγνώρισε το φιάσκο της ανάθεσης, τερματίζοντας την ισχύ της σύμβασης, την Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 1969 (ΦΕΚ 1969/Α/268). Όμως – όλα κι όλα- η Litton πήρε και το επιπρόσθετο 11% επί των δηλωθέντων εξόδων της!
Η επίσημη εξήγηση του καθεστώτος για λύση της σύμβασης; «Αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής βοηθείας τας προσπαθείας δια την ανάπτυξιν».Αυτό
που η χούντα ομολόγησε εμπράκτως, νωρίτερα το είχε δηλώσει ευθαρσώς στο περιοδικό «Ramparts» ο Ρόμπερτ Αλαν, υπεύθυνος του γραφείου της εταιρείας στην Αθήνα: «Τα κέρδη μας είναι ασφαλώς μεγάλα, διότι ουσιαστικά δεν κάνουμε εμείς επενδύσεις».
Ο Αλαν είχε κάθε λόγο να συμπαθεί το δικτατορικό καθεστώς και ουδέποτε έκρυψε αυτή του την αγάπη. Όταν κάποτε κλήθηκε να σχολιάσει τα βασανιστήρια και τις διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων, είπε: «Οι περισσότεροι εξόριστοι και φυλακισμένοι ζουν σε νησιά, όπως είναι η Καταλίνα (σ.σ. θέρετρο στην Καλιφόρνιας). Είναι ελεύθεροι να πηγαίνουν και να έρχονται. Αναπνέουν καθαρό αέρα, βρίσκονται κάθε μέρα σε ωραίο ηλιόλουστο περιβάλλον και απλώς δεν έχουν επικοινωνία με τον έξω κόσμο».
Αυτό δεν ήταν «Τάμα», ήταν … θάμα

Δεύτερο «ορόσημο»:
Στις 14 Δεκεμβρίου 1968, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ανακοίνωσε ότι είχε φτάσει η στιγμή να εκπληρωθεί μια παλιά «υπόσχεση» προς τον Θεό, που –σύμφωνα με το καθεστώς– είχε δοθεί από τη Δ΄ Εθνοσυνέλευση στο Άργος το 1829: η ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς ναού του Σωτήρος. Ως τοποθεσία επιλέχθηκαν τα Τουρκοβούνια.
Το λεγόμενο «Τάμα» έγινε σύμβολο της μεγαλομανίας της χούντας. Προβαλλόταν ως έργο που θα αποτελούσε το τρίτο σημαντικό αρχιτεκτονικό μνημείο της Αθήνας, μετά τον Παρθενώνας και τον Λυκαβηττός. Στην πράξη όμως, ούτε καν οριστικά σχέδια δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.
Από τα τέλη του 1968 ξεκίνησε έντονη προπαγάνδα για συγκέντρωση χρημάτων, με πολίτες να καλούνται να συνεισφέρουν. Το 1969 συστάθηκε «Ανώτατη Επιτροπή» με επικεφαλής τον Παπαδόπουλο, μέλη τον αρχιεπίσκοπο και βασικούς υπουργούς, όπως ο Στυλιανός Παττακός και ο Νικόλαος Μακαρέζος. Δημιουργήθηκε επίσης «Ειδικό Ταμείο» για τη διαχείριση των χρημάτων.
Η εικόνα ξεκαθάρισε το 1974, όταν δημοσιεύτηκε απολογισμός: από τα 453,3 εκατομμύρια δραχμές που συγκεντρώθηκαν, τα 406 είχαν δαπανηθεί χωρίς ουσιαστικό έργο. Τα χρήματα αποδόθηκαν σε απαλλοτριώσεις, μελέτες και διοικητικά έξοδα, χωρίς να έχει χτιστεί τίποτα.
Σημαντικό μέρος των χρημάτων προερχόταν από δάνεια και εισφορές, ακόμη και από δημόσιους φορείς. Παράλληλα, προκηρύχθηκαν διαγωνισμοί για αρχιτεκτονικά σχέδια, που απέτυχαν, παρότι μοιράστηκαν μεγάλα χρηματικά βραβεία.
Η υπόθεση του «Τάματος» ανέδειξε εκτεταμένη κακοδιαχείριση δημόσιου χρήματος. Τα στοιχεία έγιναν γνωστά όταν ο Παπαδόπουλος είχε ήδη ανατραπεί και ο Δημήτριος Ιωαννίδης δεν είχε λόγο να καλύψει τις πρακτικές του προηγούμενου καθεστώτος.
Τρίτο «ορόσημο»:
Το 1969 υπογράφηκε σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατία Οδός από τον Νικόλαος Μακαρέζος με τον Αμερικανό εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ.
Η συμφωνία αποδείχθηκε εξαιρετικά επιβαρυντική για το ελληνικό Δημόσιο. Το έργο κοστολογήθηκε στα 150 εκατομμύρια δολάρια, με το κράτος να καλύπτει μεγάλο μέρος. Επιπλέον, παρείχε εγγυήσεις δανείων, προκαταβολές και ομόλογα στον εργολάβο.
Το παράδοξο ήταν ότι το έργο θα υλοποιούνταν κυρίως από ελληνικές εταιρείες, ενώ ο Μακντόναλντ θα είχε ρόλο μελετητή και διαμεσολαβητή χρηματοδότησης. Η σύμβαση προέβλεπε ακόμη και τη δυνατότητα αποχώρησής του αφού θα είχε απορροφήσει το προβλεπόμενο ποσό.
Τελικά, ο εργολάβος αποχώρησε χωρίς να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, έχοντας ήδη λάβει σημαντικά ποσά σε μετρητά και ομόλογα. Το έργο δεν προχώρησε και το Δημόσιο επιβαρύνθηκε σημαντικά.

Τέταρτο «ορόσημο»:
Το 1970, η δικτατορία προχώρησε στη θεσμοθέτηση στεγαστικής αποκατάστασης για «αξιωματικούς που διαδραμάτισαν εξέχοντα ρόλο» στο πραξικόπημα. Γιατί, μπορεί να υπήρχαν καλοί μισθοί, αξιώματα και ρουσφέτια, όμως χωρίς ένα εξασφαλισμένο σπίτι πάνω από το κεφάλι σου, υπήρχε –υποτίθεται– κίνδυνος. Ο «αναρχοκομμουνισμός» θα μπορούσε να σε βρει… άστεγο και να σε πλήξει.
Πέμπτο «ορόσημο»:
Κατά την εορταστική περίοδο, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, οι «εθνοσωτήρες» αποφάσισαν να κάνουν ένα ακόμη «δώρο» στον εαυτό τους – ένα δώρο με προοπτική μονιμότητας. Στις 30 Δεκεμβρίου 1970, ψήφισαν διάταξη «περί ευθύνης υπουργών». Σύμφωνα με μεταβατική διάταξη, δεν μπορούσε να ασκηθεί δίωξη κατά υπουργού ή υφυπουργού της χούντας, εκτός αν το αποφάσιζαν οι ίδιοι οι συνάδελφοί του.
Παράλληλα, φρόντισαν να «καλύψουν» πλήρως το παρελθόν τους: όλα τα αδικήματα για τα οποία δεν είχε ασκηθεί δίωξη μέχρι τη σύγκληση μιας μελλοντικής Βουλής θεωρούνταν παραγεγραμμένα. Αν η προσπάθεια «φιλελευθεροποίησης» με τον Μαρκεζίνη και τις ελεγχόμενες εκλογές είχε πετύχει, αυτή η ασυλία πιθανότατα θα είχε διατηρηθεί. Ωστόσο, η εξέγερση του Πολυτεχνείου ματαίωσε τέτοια σχέδια.
Έκτο «ορόσημο»:
Τον Μάιο του 1972, η χούντα απάλλαξε τον ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τομ Πάππας από αντισταθμιστικές υποχρεώσεις για έξι αγροτοβιομηχανικές μονάδες.
Αυτό δεν ήταν το πρώτο «δώρο» προς τον Πάππας. Το 1968, είχε ήδη εγκριθεί η δημιουργία εργοστασίων εμφιάλωσης Coca-Cola, κάτι που προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν αρνηθεί λόγω ανταγωνισμού προς την εγχώρια παραγωγή.
Ο Πάππας είχε απασχολήσει και νωρίτερα το πολιτικό σκηνικό, ιδιαίτερα για το διυλιστήριο ESSO στη Θεσσαλονίκη το 1962, με όρους που θεωρήθηκαν υπερβολικά ευνοϊκοί. Το 1964, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου επέβαλε τροποποιήσεις στη σύμβαση.
Ο ίδιος υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της χούντας. Το 1967, στενός συνεργάτης του έγινε υπουργός Δημόσιας Τάξης, ενώ αργότερα ανέλαβε και την ΕΤΒΑ. Παράλληλα, ο Πάππας χρηματοδότησε την προεκλογική εκστρατεία του Νίξον στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με καταγγελίες, η ελληνική χούντα διοχέτευσε χρήματα –μέσω της ΚΥΠ και με αρχική πηγή τη CIA– προς την εκστρατεία του Νίξον, σε ένα σύστημα «ανακύκλωσης» χρημάτων.
Έβδομο «ορόσημο»:
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1972, δόθηκε εντολή να διατεθούν άμεσα στην αγορά εισαγόμενα κρέατα από την Αργεντινή, τα οποία κινδύνευαν να αλλοιωθούν. Πρόκειται για το γνωστό σκάνδαλο των «κρεάτων Μπαλόπουλου».
Ο υφυπουργός Εμπορίου Μιχάλης Μπαλόπουλος και ανώτατος υπηρεσιακός παράγοντας κατηγορήθηκαν για εκτεταμένη διαφθορά. Κατηγορήθηκαν ότι δωροδοκούνταν από εμπόρους που επιδίωκαν μονοπωλιακό έλεγχο στις εισαγωγές, γεγονός που οδήγησε σε αυξήσεις τιμών.
Παράλληλα, για ένα διάστημα απαγορεύτηκε η διάθεση ελληνικού κρέατος, ώστε να προωθηθούν τα εισαγόμενα. Η σχετική εντολή παρουσιάστηκε στο δικαστήριο.
Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε το 1974, με μειωμένη ποινή το 1976. Το σκάνδαλο ήταν το μοναδικό που οδήγησε αξιωματούχους της χούντας σε δίκη πριν την πτώση της.
Το όνομά του πέρασε ακόμη και στη λαϊκή κουλτούρα: φίλαθλοι αποκαλούσαν κακούς παίκτες «κρέας Μπαλόπουλου».
Μέσα σε αυτό το κλίμα σκανδάλων, άλλες πρακτικές –όπως απευθείας αναθέσεις έργων– θεωρούνταν σχεδόν ασήμαντες. Την ίδια στιγμή, η «λιτή ζωή» των συνταγματαρχών διαψευδόταν από μαρτυρίες για πολυτελή ζωή, δώρα, εξυπηρετήσεις και κοινωνικές συναναστροφές με ισχυρούς επιχειρηματίες.
Η εικόνα της «αδιάφθορης δικτατορίας» καταρρίπτεται. Η χούντα όχι μόνο δεν εξάλειψε τη διαφθορά, αλλά την ενίσχυσε, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας πρακτικές προηγούμενων δεκαετιών.
Και έτσι προκύπτει το ερώτημα:
Αν η διαφθορά υπήρχε έντονα ήδη πριν το 1974, γιατί επιμένει η αντίληψη ότι γεννήθηκε με τη Μεταπολίτευση;
Η απάντηση μένει στον καθένα.
Πηγή: iefimerida


