Η μουσική διαδρομή της Άννας Βίσση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Νίκο Καρβέλα. Ωστόσο, πίσω από τις δεκαετίες της κοινής τους δημιουργίας, υπάρχει ένα ιδιαίτερα πλούσιο και συχνά παραγνωρισμένο ρεπερτόριο. Τραγούδια σπουδαίων Ελλήνων συνθετών, συνεργασίες με καταξιωμένους στιχουργούς, διεθνείς δημιουργούς, αλλά και προσωπικές συνθέσεις της ίδιας, αποκαλύπτουν μια διαφορετική πλευρά της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.

Όταν γίνεται λόγος για την Άννα Βίσση, το όνομα του Νίκου Καρβέλα βρίσκεται σχεδόν πάντοτε δίπλα στο δικό της. Και δικαιολογημένα, αφού η μεταξύ τους συνεργασία διαμόρφωσε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής δισκογραφίας, χαρίζοντας δεκάδες επιτυχίες που σημάδεψαν διαφορετικές γενιές. Η ταύτιση αυτή, όμως, συχνά επισκιάζει το γεγονός ότι η Βίσση είχε ήδη διαγράψει μια αξιόλογη πορεία πριν από την καθιέρωση της συνεργασίας τους. Επιπλέον, ακόμη και στα χρόνια της απόλυτης εμπορικής της κυριαρχίας, συνέχισε κατά περιόδους να ερμηνεύει τραγούδια άλλων δημιουργών.
Η κόντρα των δύο καλλιτεχνών μετά την τεράστια συναυλία της Άννας Βίσση στο ΟΑΚΑ, οδήγησε τον Νίκο Καρβέλα, να απαγορεύσει στην Άννα Βίσση να ερμηνεύει τα τραγούδια του.
Τα πρώτα χρόνια: Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Κουγιουμτζής και Μάνος Ελευθερίου
Προτού γίνει ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής ποπ, η Άννα Βίσση συμμετείχε σε σημαντικές ηχογραφήσεις του έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού, δίπλα σε δημιουργούς όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Η παρουσία της στα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και μουσική Θεοδωράκη, αποτελεί μέρος αυτής της πρώτης καλλιτεχνικής περιόδου.
Το 1975 συμμετείχε στον δίσκο «Στα ψηλά τα παραθύρια» του Σταύρου Κουγιουμτζή, ερμηνεύοντας τα «Παραμύθι ξεχασμένο» και «Για την αγάπη πες μου», σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Στο ίδιο άλμπουμ συναντήθηκε με τον Γιώργο Νταλάρα στο «Στα χρόνια της υπομονής», ένα από τα χαρακτηριστικότερα ντουέτα της πρώτης περιόδου της.
Την ίδια χρονιά συμμετείχε και στα «Γράμματα από τη Γερμανία» του Θεοδωράκη, ερμηνεύοντας τα «Χτες τ’ απόγευμα στο Άαχεν» και «Ένα δάσος κλάρες». Η συνεργασία αυτή ανέδειξε τη δυνατότητά της να κινηθεί σε ένα περισσότερο αφηγηματικό και κοινωνικά φορτισμένο μουσικό περιβάλλον.
Στην πρώιμη δισκογραφία της συναντάμε επίσης τον Ανδρέα Χατζηαποστόλου, με το «Φέξε χλωμό φεγγάρι μου» σε στίχους Πυθαγόρα, καθώς και τον Μιχάλη Τερζή, με το «Γεια σας τριαντάφυλλα».
Η πρώτη μεγάλη προσωπική επιτυχία ήρθε από τον Δώρο Γεωργιάδη
Το 1977 η Βίσση κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το «Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή», ένα τραγούδι σε μουσική και στίχους του Κύπριου δημιουργού Δώρου Γεωργιάδη. Η επιτυχία οδήγησε στην κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού της άλμπουμ, που πήρε τον ίδιο τίτλο.
Στον δίσκο αυτό συμμετείχαν επίσης ο Γιάννης Σπανός, ο Σπύρος Βλασσόπουλος και ο Αντώνης Βαρδής, δημιουργοί που εκπροσωπούσαν διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις.
Ανάμεσα στα τραγούδια ξεχωρίζουν οι «Κυκλάδες», σε μουσική Αντώνη Βαρδή και στίχους Πάνου Φαλαρά, καθώς και τα «Αγάπησέ με» και «Αχ να ‘μουνα στα χέρια σου καράβι», που συνδέονται με τον Σπύρο Βλασσόπουλο.
Εκείνη η πρώτη προσωπική δισκογραφική δουλειά παρουσίαζε μια ερμηνεύτρια που μπορούσε να περάσει από το λυρικό τραγούδι στο λαϊκό και από την μπαλάντα σε πιο σύγχρονες φόρμες, πολύ πριν στραφεί αποφασιστικά προς την ποπ.
Η εποχή του «Κίτρινο γαλάζιο» και η είσοδος στην ποπ
Το 1979 κυκλοφόρησε το «Κίτρινο γαλάζιο», με το ομώνυμο τραγούδι του Τάκη Μπουγά και το «Αυτός που περιμένω» του Σπύρου Βλασσόπουλου. Η νεαρή τραγουδίστρια άρχισε να υιοθετεί περισσότερο σύγχρονα ποπ και ντίσκο στοιχεία, προαναγγέλλοντας τη μουσική μεταμόρφωση που θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια.
Έναν χρόνο αργότερα, το 1980, εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Eurovision με το «Ωτοστόπ», σε μουσική Τζικ Νακασιάν και στίχους Ρόνι Σόφου. Τερμάτισε στη 13η θέση, αποκτώντας μια ακόμη διεθνή εμπειρία.
Το 1982 επέστρεψε στη Eurovision, αυτή τη φορά για την Κύπρο, με το «Μόνο η αγάπη», σε δική της μουσική και στίχους, καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση. Το τραγούδι είναι μια σημαντική υπενθύμιση ότι η Βίσση, πέρα από ερμηνεύτρια, έχει δραστηριοποιηθεί και ως δημιουργός.
Οι συνεργασίες με τον Αντώνη Βαρδή συνεχίζονται και στη δεκαετία του ’80.
Η καθιέρωση του Νίκου Καρβέλα ως βασικού δημιουργού των τραγουδιών της Βίσση δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άλμπουμ «Κάτι συμβαίνει» του 1985, στο οποίο τη μουσική υπογράφουν τόσο ο Καρβέλας όσο και ο Αντώνης Βαρδής. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μεταβατική περίοδο, κατά την οποία οι λαϊκές μουσικές καταβολές της ερμηνεύτριας συνυπάρχουν με τον μοντέρνο ήχο που θα καθόριζε την πορεία της.
Από το 1986 και μετά, η συνεργασία με τον Καρβέλα γίνεται σχεδόν αποκλειστική ως προς τη σύνθεση του προσωπικού της ρεπερτορίου. Παρ’ όλα αυτά, τα επόμενα χρόνια θα υπάρξουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις.
«Ω! Κύπρος»: Η επιστροφή στις μουσικές της ρίζες. Το 1995 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Ω! Κύπρος», μια ιδιαίτερη δισκογραφική δουλειά αφιερωμένη στην κυπριακή μουσική παράδοση και στους γονείς της. Η Βίσση επέστρεψε στις μελωδίες και στη διάλεκτο της ιδιαίτερης πατρίδας της, ερμηνεύοντας εννέα παραδοσιακά τραγούδια και το «Είκοσι χρόνια». Ανάμεσά τους βρίσκονται το «Το γιασεμί», το «Τέσσερα τζιαι τέσσερα», το «Τηλλυρκώτισσα», το «Η βράκα», το «Λούλα μου, Μαρούλα μου» και το «Ψηντρή βασιλικιά μου».
Ο δίσκος δεν αποτελεί απλώς μια παρένθεση στη δισκογραφία της. Είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες επιλογές της, καθώς τοποθετεί στο επίκεντρο όχι την εμπορική ποπ, αλλά τη μουσική μνήμη, την κυπριακή ταυτότητα και την παράδοση.
Το 2003, με το άλμπουμ «Παράξενες Εικόνες», η Βίσση παρουσίασε δύο από τις πιο αναγνωρίσιμες επιτυχίες της που δεν αποτελούν συνθέσεις του Νίκου Καρβέλα.
Το «Τρένο», σε μουσική του Βαγγέλη Βασιλείου και στίχους της Σόφης Παππά, και το «Έχω πεθάνει για σένα», σε μουσική και στίχους του Χριστόδουλου Σιγανού, απέκτησαν ξεχωριστή θέση στο προσωπικό της ρεπερτόριο.
Και τα δύο τραγούδια αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η ερμηνεία της Βίσση μπορούσε να μετατρέψει δημιουργίες διαφορετικών συνθετών σε προσωπικές της επιτυχίες.
Ιδιαίτερα το «Τρένο» απέκτησε μια διαχρονική παρουσία στις ζωντανές εμφανίσεις της, επιβεβαιώνοντας ότι το κοινό της δεν περιορίζει τη σχέση του με την τραγουδίστρια αποκλειστικά στις δημιουργίες του Καρβέλα.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της δυνατότητας της Άννας Βίσση να κινηθεί δισκογραφικά έξω από τη συνεργασία με τον Νίκο Καρβέλα να είναι το «Απαγορευμένο», που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2008. Ύστερα από χρόνια κοινής δημιουργικής πορείας, παρουσίασε ένα άλμπουμ με συνθέσεις Ελλήνων και διεθνών δημιουργών, χωρίς τη συμμετοχή του Καρβέλα. Στο εγχείρημα συμμετείχαν ο Patrick Leonard, γνωστός από τη συνεργασία του με τη Madonna, η Kara DioGuardi, ο Glen Ballard, ο Alex Papaconstantinou, ο Adam Cohen, ο Γιάννης Χριστοδουλόπουλος και αρκετοί ακόμη δημιουργοί. Στα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίζουν το «Απαγορευμένο», σε μουσική Patrick Leonard και Kara DioGuardi και ελληνικούς στίχους Ελεάνας Βραχάλη, το «Στην Πυρά», σε μουσική Alex Papaconstantinou και στίχους Μυρτώς Κοντοβά, και το «Κόντρα», σε μουσική Dan Wilson και ελληνικούς στίχους Μυρτώς Κοντοβά.
Στον ίδιο δίσκο συναντάμε επίσης τα «Το Παρελθόν Μου», «Αλήτισσα Ψυχή», «Από Μακριά κι Αγαπημένοι» και «Fabulous».
Η διεθνής παραγωγική κατεύθυνση του δίσκου, ο σύγχρονος ποπ και ροκ ήχος και οι διαφορετικές στιχουργικές προσεγγίσεις ανέδειξαν μια πλευρά της Βίσση που δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από το γνώριμο δημιουργικό της περιβάλλον. Στην επανέκδοση «Απαγορευμένο +» του 2009 προστέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα «Ρίσκο» και «Κάνε κάτι», σε μουσική Γιάννη Χριστοδουλόπουλου και στίχους Ελεάνας Βραχάλη.
Το 2010 η Βίσση συνεργάστηκε με τον Dave Stewart των Eurythmics στο «Leap of Faith», ανοίγοντας ακόμη ένα κεφάλαιο διεθνών μουσικών συνεργασιών. Αργότερα, στο άλμπουμ «Συνέντευξη» του 2015, επανήλθε η στενή συνεργασία της με τον Καρβέλα, με τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο να συμμετέχει στιχουργικά σε τέσσερα τραγούδια. Στο ίδιο άλμπουμ περιλήφθηκε το «Αχώριστοι (Give In to Me)», ντουέτο με τον Νικόλα Ραπτάκη, βασισμένο σε δημιουργία των Billy και Rose Falcon και Michael Elisha Hoffman, με ελληνικούς στίχους του Ευαγγελάτου.
Η περίπτωση αυτή υπενθυμίζει και μια σημαντική διάκριση: ένα τραγούδι μπορεί να έχει τη μουσική του Καρβέλα και τους στίχους άλλου δημιουργού, ή να περιλαμβάνει τη συμμετοχή του στην παραγωγή χωρίς εκείνος να έχει γράψει τη σύνθεση. Επομένως, όταν μιλάμε για το ρεπερτόριο της Βίσση εκτός Καρβέλα, είναι σημαντικό να διαχωρίζουμε τη σύνθεση, τη στιχουργία, την παραγωγή και την ερμηνεία.

Η συνεργασία της Άννας Βίσση με τον Νίκο Καρβέλα παραμένει αναμφισβήτητα το κυρίαρχο κεφάλαιο της δισκογραφικής της ταυτότητας. Οι διαχρονικές επιτυχίες και οι μεγάλες εμπορικές στιγμές που μοιράστηκαν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού. Ωστόσο, η καλλιτεχνική διαδρομή της Βίσση δεν αρχίζει ούτε ολοκληρώνεται εκεί. Πριν από την εποχή των μεγάλων ποπ επιτυχιών υπήρχε η νεαρή ερμηνεύτρια που τραγουδούσε Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Κουγιουμτζή και Μάνο Ελευθερίου. Υπήρχε η συνεργασία με τον Αντώνη Βαρδή, η διάκριση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το τραγούδι του Δώρου Γεωργιάδη και η περίοδος κατά την οποία το λαϊκό, το έντεχνο και η ποπ συνυπήρχαν δημιουργικά. Αργότερα ήρθαν οι σημαντικές επιτυχίες άλλων συνθετών, οι προσωπικές της συνθέσεις, οι διεθνείς συνεργασίες και ολόκληρα δισκογραφικά εγχειρήματα που κινήθηκαν έξω από τη σκιά του Καρβέλα.
Η Άννα Βίσση δεν υπήρξε μόνο η φωνή των τραγουδιών του Νίκου Καρβέλα. Υπήρξε και παραμένει μια ερμηνεύτρια που έχει δώσει ζωή σε δημιουργίες πολλών διαφορετικών συνθετών, αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες ελληνικής μουσικής.

Ίσως να ήρθε και η ώρα να επιστρέψει σε συνθέσεις αντίστοιχες των πρώτων χρόνων της. Εκεί που ήταν (και παραμένει) αντάξια της Χαρούλας Αλεξίου, του Γιώργου Νταλάρα, του Γιάννη Πάριου και όλης αυτής της γενιάς ερμηνευτών που καθόρισαν την ελληνική δισκογραφία.



