
Ρεπορτάζ: Χρύσα Πλιάκου
Mαζί με τα φωτάκια και τις μελωδίες των Χριστουγέννων, καταφθάνει και το γνώριμο άγχος των μεγάλων: τι δώρο θα πάρουμε φέτος; Γιατί όσο κι αν μεγαλώνουμε, τα Χριστούγεννα εξακολουθούν να μας βρίσκουν να στεκόμαστε μπροστά σε βιτρίνες παιχνιδιών, να χαζεύουμε ράφια γεμάτα χρώματα και να αναρωτιόμαστε αν το παιδί, το βαφτιστήρι, ο φίλος ή ο συνάδελφος θα ενθουσιαστεί ή αν το παιχνίδι θα καταλήξει ξεχασμένο κάτω από τον καναπέ ή σε κάποιο ράφι.
Σε μια πόλη που παλεύει ανάμεσα στην παράδοση και την καθημερινή πραγματικότητα, τρία παιχνιδάδικα —η «Ανέμη», το «Παίζουμε;» και ο «Λάμπρος»— επιμένουν να κρατούν ζωντανή τη μαγεία του παιχνιδιού.
Άλλα πιο ρομαντικά, άλλα πιο πρακτικά, όλα όμως με τον δικό τους τρόπο, μας θυμίζουν ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο λίστες, προσφορές και τραπέζια, αλλά και μια μικρή επιστροφή στην παιδική χαρά που κάποτε είχαμε μέσα μας.
Στο παιχνιδάδικο «Aνέμη», στο κέντρο της πόλης, σε υποδέχονται η κυρία Αγγελική και η κόρη της, η Άννα, ένα δίδυμο που γνωρίζει το παιχνίδι όσο και τον παλμό της αγοράς.
Ανάμεσα σε ράφια γεμάτα χρώματα, ήχους και ιδέες για δώρα, σε ξεναγούν με υπομονή και εμπειρία, μέχρι να καταλήξεις – σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια – σε αυτό που πρέπει να πάρεις για τους δικούς σου ανθρώπους. Όχι γιατί στο επιβάλλουν, αλλά γιατί έχουν μάθει να διαβάζουν το άγχος της τελευταίας στιγμής και να το μετατρέπουν σε σίγουρη επιλογή.
Όπως λέει η ίδια η κ. Αγγελική, «η αγορά φέτος έχει κίνηση από νωρίς», με τις Παρασκευές και τα Σάββατα να συγκεντρώνουν τον περισσότερο κόσμο· εκεί όπου το χριστουγεννιάτικο άγχος συναντά τη βιτρίνα και οι περαστικοί γίνονται πελάτες με συγκεκριμένη αποστολή.
«Τα παιχνίδια που ζητάει πολύ ο κόσμος είναι τα μουσικά όργανα, ενώ συνήθως τα χρήματα που θα δώσει κάποιος για ένα δώρο κινούνται από 20,50 έως 100 ευρώ», αναφέρει, περιγράφοντας με ρεαλισμό την εικόνα της φετινής αγοράς στο κέντρο της πόλης.
Και συμπληρώνει με μια δόση τρυφερότητας, που δύσκολα βρίσκεις σε πιο απρόσωπες αγορές: «Το μαγαζί είναι ένα κλασικό παιχνιδάδικο και μέσα από τη δουλειά μας ζούμε γλυκές και καλές στιγμές. Είναι ωραίο να βλέπουμε κόσμο με διάθεση και αυτές τις μέρες είναι όμορφο να έχουμε επαφή με τους πελάτες».
Γιατί, τελικά, σε μαγαζιά σαν την «ΑΝΕΜΗ», τα Χριστούγεννα δεν μετριούνται μόνο σε ευρώ και αποδείξεις, αλλά και σε χαμόγελα – αυτά που φεύγουν μαζί με τη σακούλα στο χέρι.
Ο Μπάμπης έχει ένα συνοικιακό παιχνιδάδικο στους Αμπελόκηπους και μιλάει όπως ακριβώς δουλεύει: άμεσα, χωρίς περιττά λόγια και με τα πόδια γερά πατημένα στο πεζοδρόμιο της γειτονιάς. “Παίζουμε” λοιπόν;
Από εκείνους τους ανθρώπους που ξέρουν τους πελάτες με το μικρό τους όνομα, έχουν δει παιδιά να μεγαλώνουν μπροστά στα ράφια τους και καταλαβαίνουν την αγορά όχι από στατιστικές, αλλά από τα βλέμματα.
«Η αγορά φέτος έχει κάποιες δυσκολίες και νομίζω σε όλα τα είδη. Άλλαξε ο τρόπος που ψωνίζει ο κόσμος, αφού μπήκε το ίντερνετ στη ζωή μας και πολλά γίνονται πλέον διαδικτυακά. Επίσης, τα χρήματα είναι λίγα», λέει, προετοιμάζοντας το έδαφος πριν καν μπεις στο μαγαζί.
Όπως εξηγεί, η μεγαλύτερη κίνηση εμφανίζεται τις παραμονές, «οι γονείς το βλέπουν σαν έξοδο και βγαίνουν με τα παιδιά τους να κάνουν τα τελευταία δώρα». Και αυτές, όπως παραδέχεται, «είναι οι ωραίες μέρες – όχι μόνο εμπορικά αλλά και γενικά». Γιατί τότε το παιχνίδι ξαναγίνεται εμπειρία και όχι απλώς ένα αντικείμενο σε σακούλα.
«Η συνοικία δουλεύει όταν θα βγει ο παππούς και η γιαγιά με το εγγόνι και θα ψωνίσουν όλοι μαζί με το παιδί, όχι όταν το παιδί θα πάρει χρήματα για να ψωνίσει μόνο του. Τότε βλέπεις πραγματικά χαρούμενα πρόσωπα και σου φτιάχνουν τη διάθεση», αναφέρει ο Μπάμπης, δίνοντας έμφαση στη στιγμή.
Όσο για το budget, ξεκαθαρίζει πως δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο. «Πολλές φορές μετράει και το μέγεθος του παιχνιδιού. Βλέπω ότι ο κόσμος δίνει όσα περισσότερα μπορεί, όσο αντέχει, και πάντα προσπαθεί να πάρει κάτι αξιόλογο», προσθέτει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπάρχει πια «το παιχνίδι που πουλάει». «Παλιά υπήρχαν οι διαφημίσεις, το παιδί έβλεπε και διάλεγε. Πλέον μπαίνουν στο μαγαζί και παίρνουν ό,τι αρέσει στο παιδί εκείνη τη στιγμή». Και συμπληρώνει: «Οι προτιμήσεις των παιδιών έχουν αλλάξει αρκετά. Παλαιότερα στα 12 παίζαμε αλλιώς· τώρα παίζουν με πιο εξελιγμένα παιχνίδια. Βρίσκουν πράγματα και από το εξωτερικό και επιλέγουν να ψωνίσουν από εκεί».
Ο Μπάμπης δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην επίδραση των social media: «Τα παιδιά έχουν εξοικειωθεί με τα κινητά και τις πλατφόρμες και επηρεάζονται από αυτά. Οι διαφημίσεις στα social είναι στοχευμένες – αυτό είναι καλό – αλλά πολλές φορές δείχνουν και πολύ ακριβά πράγματα που οι γονείς δεν μπορούν να αγοράσουν».
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στην ουσία. Για τον Μπάμπη, η δουλειά τις γιορτές δεν μετριέται μόνο σε ταμεία, αλλά σε πρόσωπα. «Στο συνοικιακό μαγαζί όποιος μπαίνει, μπαίνει με λόγο. Δεν έρχεται τυχαία». Και ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο χριστουγεννιάτικο στοιχείο απ’ όλα.
Στο παιχνιδάδικο “Λάμπρος“, στους Αμπελόκηπους ο κύριος Λάμπρος γνωρίζει καλά τον ρυθμό της γειτονιάς και της αγοράς, έναν ρυθμό που άλλοτε ανεβαίνει και άλλοτε χαμηλώνει, αλλά σπάνια εκπλήσσει. Είναι από εκείνα τα μαγαζιά που δεν στηρίζονται σε μόδες, αλλά στη σχέση με τη γειτονιά, στην εμπιστοσύνη, στη σταθερότητα και στη μνήμη.
Με αυτή τη ματιά, ώριμη και δοκιμασμένη στο χρόνο, ο κύριος Λάμπρος μιλά για την αγορά, τις γιορτές και το παιχνίδι, γνωρίζοντας ότι κάποια πράγματα αλλάζουν, αλλά κάποια άλλα – όπως η χαρά ενός παιδιού μπροστά σε ένα παιχνίδι – μένουν πάντα ίδια.
«Η αγορά φέτος είναι περίπου στα ίδια επίπεδα, μέτρια θα έλεγα. Ανάλογα και τη μέρα· κάποιες έχει περισσότερο κόσμο και κάποιες λιγότερο», λέει με τη σιγουριά ανθρώπου που μετρά τον χρόνο σε σεζόν και όχι σε εκπτώσεις.
Όπως εξηγεί, «οι μέρες με τη μεγαλύτερη κίνηση είναι οι Παρασκευές και τα Σάββατα», όταν ο κόσμος βρίσκει λίγο ελεύθερο χρόνο για να κυκλοφορήσει και να κάνει τα ψώνια του. Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει το γνώριμο φαινόμενο των γιορτών: «Ο κόσμος είναι πάντα της τελευταίας στιγμής στα ψώνια και κάθε χρόνο γίνεται και χειρότερα», σημειώνει με μια δόση ειρωνείας. Όσο για τις παιδικές προτιμήσεις, αυτές μπορεί να αλλάζουν, αλλά κάποια πράγματα μένουν σταθερά στον χρόνο: «Τα παιδιά ζητάνε διάφορα, όμως αυτά που έχουν σταθερά τη μεγαλύτερη ζήτηση εδώ και χρόνια είναι τα LEGO και τα Hot Wheels».
Ο κύριος Λάμπρος στέκεται ιδιαίτερα και στον ρόλο της ψηφιακής εποχής. «Οι διαφημίσεις στα social media παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Βλέπω ότι οι μεγάλες εταιρείες διαφημίζονται πλέον περισσότερο στα social παρά στην τηλεόραση. Οι διαφημίσεις είναι στοχευμένες και στα παιδιά εμφανίζονται κυρίως όσα τους αρέσουν και όσα ήδη παρακολουθούν», αναφέρει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που επηρεάζει άμεσα το τι ζητιέται στο ράφι.
Για τον ίδιο, πάντως, η δουλειά τις γιορτές δεν έχει μόνο λαμπάκια. «Σημαίνει άγχος, κούραση και πολλή δουλειά», παραδέχεται. Παρ’ όλα αυτά, δεν χάνει την ουσία: τα χαρούμενα πρόσωπα. Γιατί, όπως αφήνει να εννοηθεί, όταν δουλεύεις με ανθρώπους – και κυρίως με παιδιά – αυτό είναι που στο τέλος μετράει περισσότερο. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε στοίβες παιχνιδιών και αγχωμένες αγορές της τελευταίας στιγμής, τα Χριστούγεννα βρίσκουν και εδώ τον τρόπο τους να χωρέσουν.
Λάμπρος, Βασ. Όλγας 167, Θεσσαλονίκη
Ανέμη , Π. Μελά 35, Θεσσαλονίκη
Παίζουμε;, Άρη Βελουχιώτη 1, Αμπελόκηποι


