
(Πληροφορίες από την επίσημη ιστοσελίδα της Finos Film)
Ο Φιλοποίμην Φίνος δεν ήταν απλώς ένας κινηματογραφικός παραγωγός. Υπήρξε ο άνθρωπος που ταύτισε το όνομά του με την ιστορία του ελληνικού σινεμά και έδωσε μορφή σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «χρυσή εποχή».
Γεννημένος την 1η Σεπτεμβρίου 1908 στην Τιθορέα Λοκρίδας, μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του —γιατρός αλλά και από τους πρώτους κινηματογραφικούς επιχειρηματίες της χώρας— διατηρούσε κινηματογραφικές αίθουσες, με πιο γνωστή το θρυλικό θερινό «Αλκαζάρ». Εκεί ο μικρός Φίνος δέχθηκε τα πρώτα του ερεθίσματα από τη μαγεία της μεγάλης οθόνης.
Παρά τις σπουδές του στη Νομική και τις Πολιτικές Επιστήμες στη Γερμανία, το πάθος του για τον κινηματογράφο αποδείχθηκε ισχυρότερο. Ασχολήθηκε με την τεχνική πλευρά του σινεμά, διαβάζοντας φυσική και μηχανική, αποσυναρμολογώντας και ξαναφτιάχνοντας μηχανές προβολής — συνήθεια που του χάρισε το προσωνύμιο «Κατσαβιδάκιας». Το 1935, μαζί με τον φίλο του Ιωάννη Σαλίβερο, δημιούργησε το πρώτο ελληνικό ηχοληπτικό μηχάνημα, ανοίγοντας τον δρόμο για τις ομιλούσες ταινίες.

Το 1940 παρουσίασε το «Τραγούδι του Χωρισμού». Παρότι η ταινία δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία, δεν τον απέτρεψε από τον στόχο του. Το 1943, μέσα στην Κατοχή και σε συνθήκες πείνας και φόβου, τόλμησε και παρουσίασε τη «Φωνή της Καρδιάς» με πρωταγωνιστή τον Αιμίλιο Βεάκη. Η πρεμιέρα της έμοιαζε με αντιστασιακή εκδήλωση: οι θεατές, συγκλονισμένοι, βγήκαν στους δρόμους με δάδες στα χέρια. Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία και θεωρείται το θεμέλιο του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου.
Από εκεί και πέρα, η πορεία του υπήρξε αδιάκοπη. Από το 1943 έως το 1977, η Φίνος Φιλμ παρήγαγε 186 ταινίες, που έγραψαν ιστορία και μεγάλωσαν γενιές θεατών. Ο ίδιος υπήρξε μέλος της επιτροπής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πρόεδρος των Ελλήνων παραγωγών, ενώ στήριζε με συνέπεια όχι μόνο εμπορικές αλλά και καλλιτεχνικές παραγωγές.
Η συμβολή του στις τεχνικές καινοτομίες ήταν ανεκτίμητη. Ήταν εκείνος που: το 1952 χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στη χώρα μας τη μέθοδο διπλοτυπίας-ντουμπλάζ (Η Αγνή του λιμανιού), το 1954 έφερε τον γερανό Ντόλυ, δίνοντας νέα διάσταση στην κινηματογραφική κίνηση, το 1961 βραβεύτηκε από την ελβετική εταιρεία Gevaert για την τεχνική του προσφορά, το 1963 στήριξε το είδος του μιούζικαλ με το Μερικοί το προτιμούν κρύο, την ίδια χρονιά εισήγαγε τους φακούς Zoom στην ταινία Χωρίς ταυτότητα, ενώ το 1964 εφάρμοσε για πρώτη φορά την τεχνική του Σινεμασκόπ με το έγχρωμο Κάτι να καίει.
Το αποκορύφωμα ήρθε το 1970, όταν εγκαινίασε τα υπερσύγχρονα στούντιο στα Σπάτα. Με τα τεράστια πλατό τους, θεωρούνταν από τα καλύτερα στην Ευρώπη και αποτελούσαν απόδειξη ότι ο Φίνος δεν αρκούνταν στο «καλό», αλλά στόχευε πάντα στο «άριστο».
Παρά την αδιαμφισβήτητη επιτυχία του, ο ίδιος έζησε λιτά. Μαζί με τη σύζυγό του, Τζέλλα Βανάκου, δεν κυνηγούσε κοσμικότητες ούτε πολυτέλειες. Όπως εκείνη είχε δηλώσει: «Όλη του τη ζωή την είχε αφιερώσει στον κινηματογράφο και μόνο». Τα έσοδά του τα επένδυε στις ταινίες, και δεν απέκτησε ποτέ μεγάλη περιουσία πέρα από ένα μικρό διαμέρισμα.

Κάποιοι τον κατηγόρησαν πως δεν έδωσε χώρο σε ταινίες «τέχνης». Εκείνος απαντούσε ότι στόχος του ήταν ένας ποιοτικός, εμπορικός κινηματογράφος που θα συγκινεί και θα ψυχαγωγεί. Παράλληλα, όμως, στήριζε δημιουργούς με καλλιτεχνικές ανησυχίες, προσφέροντάς τους τεχνική υποδομή. Όπως έχει δηλώσει ο Νίκος Κούνδουρος: «Ο Φίνος συντηρούσε για μας τις μηχανές και την υποδομή ολόκληρη».
Ο Φιλοποίμην Φίνος έφυγε από τη ζωή το 1977, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που σημάδεψε ανεξίτηλα τον ελληνικό πολιτισμό. Το όνομά του έχει γίνει συνώνυμο του ίδιου του ελληνικού σινεμά, ενώ οι ταινίες του συνεχίζουν να προβάλλονται και να αγαπιούνται από νέες γενιές.
Στις 25 Απριλίου 2024, τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στο πάρκο του Σταθμού Λαρίσης, στην περιοχή όπου βρίσκονταν τα γραφεία της Φίνος Φιλμ, υπενθύμισαν σε όλους ότι ο «πατέρας» του ελληνικού κινηματογράφου παραμένει ζωντανός μέσα από το έργο του.
Όπως έλεγε και ο ίδιος: «Στο τέλος μιλάει το πανί».




