
Γράφει ο Λάζαρος Γεροφώτης
Η ταινία «Το Κλωτσοσκούφι», παραγωγής Φίνος Φιλμ και σκηνοθεσίας Ντίνου Δημόπουλου, αποτελεί μια μοναδική και καθοριστική στιγμή στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Το σενάριο υπογράφουν οι Αλέκος Σακελλάριος και Χρήστος Γιαννακόπουλος, δύο από τους πιο πολυγραφότατους και επιτυχημένους δημιουργούς της εποχής. Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 21 Μαρτίου 1960, σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία κόβοντας 202.542 εισιτήρια και κατέλαβε τη δεύτερη θέση ανάμεσα σε 52 ταινίες της σεζόν 1959-1960. Πρόκειται για ένα φιλμ με έντονο κοινωνικό περιεχόμενο, εμπνευσμένο από τα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας, όπου η φτώχεια, η ανεργία και η μετανάστευση διαμόρφωναν τη σκληρή καθημερινότητα της πλειοψηφίας των Ελλήνων. Η πρωταγωνίστρια Μαίρη, την οποία ερμηνεύει η Αλίκη Βουγιουκλάκη, είναι μια νέα γυναίκα που παλεύει να επιβιώσει στον ανδροκρατούμενο εργασιακό χώρο, αλλάζοντας συνεχώς δουλειές λόγω σεξουαλικών παρενοχλήσεων από τα αφεντικά της (τολμηρό εγχείρημα τόσο από τον Φίνο, όσο και από τους Σακελλάριο – Γιαννακόπουλο να μιλήσουν για την παρενόχληση των γυναικών στους εργασιακούς χώρους το 1960). Σε μια ύστατη προσπάθεια να αλλάξει τη ζωή της, παίρνει την απόφαση να μεταναστεύσει στην Αυστραλία, έναν προορισμό – ελπίδα για χιλιάδες Έλληνες εκείνης της περιόδου. Απευθύνεται στον πλούσιο εφοπλιστή Τζώρτζη Βένκελη, ζητώντας του να τη βοηθήσει να φύγει για την Αυστραλία, όπου ζει ένας θείος της. Ο Τζώρτζης εντυπωσιάζεται από τη δύναμη και την αυθεντικότητα της Μαίρης και αποφασίζει να τη στηρίξει, παρά τις έντονες αντιδράσεις του περιβάλλοντός του και τις κοινωνικές διαφορές που τους χωρίζουν. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένα αληθινό συναίσθημα, που δοκιμάζεται από παρεξηγήσεις και συγκρούσεις, αλλά τελικά νικά, καθώς το ζευγάρι ενώνεται και ξεκινά μια νέα ζωή μαζί.

Πέρα από την πλοκή και την κοινωνική θεματολογία της, η ταινία «Το Κλωτσοσκούφι» έμεινε στην ιστορία κυρίως λόγω ενός γεγονότος που δεν έχει προηγούμενο στα χρονικά του ελληνικού κινηματογράφου: γυρίστηκε δύο φορές. Στην αρχική της μορφή, το ρόλο του Τζώρτζη ενσάρκωσε ο ηθοποιός Μιχάλης Νικολινάκος, ο οποίος εκείνη την εποχή μεσουρανούσε έχοντας συμμετάσχει σε σημαντικές παραγωγές όπως «Ερόϊκα» (1960) και «Το Τελευταίο Ψέμα» (1958) του Μιχάλη Κακογιάννη με την Έλλη Λαμπέτη (Υποψηφιότητα για βραβείο Bafta για την συγκεκριμένη ταινία), αλλά και μετέπειτα στην διεθνή παραγωγή «The 300 Spartans» (Ο Λέων της Σπάρτης – 1962). Παρά τη φήμη του, και ενώ η ταινία είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, ο παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος – δέκα μόλις ημέρες πριν την αρχική πρεμιέρα – παρακολούθησε τη δοκιμαστική προβολή και έκρινε ότι η χημεία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές δεν λειτουργούσε. Σύμφωνα με όσα είπε η ίδια η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην εκπομπή «Ενώπιος Ενωπίω» το 1993, ο Φίνος βρήκε τον Νικολινάκο πολύ ψηλό και αταίριαστο δίπλα της, και έτσι πήρε τη τολμηρή απόφαση να ξαναγυρίσει ολόκληρη την ταινία από την αρχή. Αρχικά, πρότεινε τον ρόλο στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, ο οποίος όμως δεν μπορούσε να συμμετάσχει λόγω θεατρικών υποχρεώσεων (κυκλοφόρησε και η φήμη ότι διαφώνησε και για την σειρά των ονομάτων στους τίτλους), και τελικά επέλεξε τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Το γύρισμα ξεκίνησε και πάλι από την αρχή, με την ίδια σκηνοθετική και τεχνική ομάδα, και το νέο αποτέλεσμα δικαίωσε την επιλογή: η ταινία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αγαπήθηκε από το κοινό, παραμένοντας διαχρονική. Παρά την πολύ μεγάλη του επιτυχία στον κινηματογράφο, η καριέρα του Νικολινάκου συνεχίστηκε για λίγα χρόνια ακόμα, όπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 εγκατέλειψε την ηθοποιία κι αφοσιώθηκε στη ζωγραφική (έκανε κι ένα πέρασμα από την τηλεόραση το 1973).
Στην ταινία συμμετείχαν επίσης πολλοί σπουδαίοι ηθοποιοί σε δεύτερους ρόλους: Στέφανος Ληναίος, Μαρίκα Κρεβατά, Τασσώ Καββαδία, Θανάσης Βέγγος, Τζόλυ Γαρμπή, Σταύρος Ξενίδης κ.ά.

Την ίδια περίοδο, το όνομα της Βουγιουκλάκη απασχολούσε καθημερινά τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές της επιτυχίες, αλλά και για την προσωπική της ζωή. Έντονη φημολογία είχε ξεσπάσει για έναν φερόμενο ερωτικό δεσμό με τον τότε διάδοχο του ελληνικού θρόνου, Κωνσταντίνο. Ο Τέως, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, φέρεται να επισκεπτόταν καθημερινά τα στούντιο του Φίνου στους Αγίους Αναργύρους, όπου και γυρίζονταν οι σκηνές της ταινίας, πυροδοτώντας ακόμη περισσότερο τη φήμη. Η παράλληλη αυτή ιστορία, ενίσχυσε το ενδιαφέρον του κοινού για την ταινία, προσθέτοντας έναν ακόμα μύθο στο όνομα της «εθνικής μας σταρ».
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στη μουσική της ταινίας, που υπογράφεται από τον μεγάλο Μάνο Χατζιδάκι. Ο συνθέτης χάρισε δύο αξέχαστα τραγούδια στο κοινό: το ομώνυμο «Κλωτσοσκούφι», ένα ντουέτο της Βουγιουκλάκη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και το «Σπουργιτάκι μου», τραγούδια που έντυσαν με λυρισμό και νοσταλγία τις πιο τρυφερές στιγμές της ταινίας.

Πολλά από τα εξωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Καλαμάκι, αποτυπώνοντας την ατμόσφαιρα της αστικής Ελλάδας του ’60 με ρεαλισμό.
Η πρώτη τηλεοπτική προβολή του φιλμ έγινε το Σάββατο 9 Ιουνίου 1973 από την ΥΕΝΕΔ, προσφέροντας την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να ξαναδεί ή να γνωρίσει για πρώτη φορά την ταινία σε μια νέα εποχή. Το «Κλωτσοσκούφι» παραμένει μέχρι σήμερα μια ταινία-σταθμός για τον ελληνικό κινηματογράφο, όχι μόνο για την τολμηρή παραγωγική της ιστορία, αλλά και γιατί μέσα από το χιούμορ και τη συγκίνηση αναδεικνύει τις κοινωνικές αντιθέσεις, τη δύναμη της γυναικείας αξιοπρέπειας και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, που ήταν τόσο αναγκαία στους θεατές εκείνης της εποχής.



