
Η συζήτηση για το μέλλον της ΔΕΘ συνεχίζει να ανάβει τα αίματα και είναι στον αέρα το αν τελικά θα πραγματοποιηθεί το δημοψήφισμα που ζητούν χιλιάδες δημότες για τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου.
Τις τελευταίες ημέρες το ζήτημα μπήκε σε νέα φάση. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης ξεκαθάρισε ότι η θέση της δημοτικής αρχής δεν έχει αλλάξει: το δημοψήφισμα μπορεί να γίνει, αλλά μόνο εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όπως τόνισε σε δημόσια δήλωσή του, ο έλεγχος της αρμόδιας υπηρεσίας του δήμου διαπίστωσε ότι ο κατάλογος των πολιτών που υπέβαλαν το αίτημα δεν συνοδεύεται από υπογραφές – ούτε φυσικές ούτε ψηφιακές – όπως προβλέπει η νομοθεσία. Αυτό σημαίνει ότι, με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι δυνατή η επαλήθευση των στοιχείων και η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει.
«Η νομιμότητα δεν είναι τυπολατρία. Είναι προϋπόθεση Δημοκρατίας», υπογράμμισε ο δήμαρχος, επισημαίνοντας ότι ένα δημοψήφισμα χωρίς πλήρη τήρηση των διαδικασιών θα μπορούσε να καταπέσει νομικά. Για τον λόγο αυτό, όπως ανακοίνωσε, ο δήμος θα ζητήσει και τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ώστε η διαδικασία να είναι απολύτως θωρακισμένη θεσμικά.
Παράλληλα κάλεσε όλους τους εμπλεκόμενους να κινηθούν με θεσμική ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι η πόλη χρειάζεται σοβαρότητα και ενότητα και όχι διχαστικές προσεγγίσεις.
Ωστόσο η άλλη πλευρά βλέπει το θέμα πολύ διαφορετικά.
Η Οργανωτική Επιτροπή για το Δημοψήφισμα στη ΔΕΘ υποστηρίζει ότι το αίτημα είναι απολύτως νόμιμο και ότι η απόρριψή του αποτελεί λάθος ερμηνεία του νόμου. Στο πλευρό της επιτροπής βρίσκονται και τρεις νομικοί – συνταγματολόγοι, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ο Ακρίτας Καϊδατζής και ο Χαράλαμπος Κουρουνδής – οι οποίοι πήραν δημόσια θέση για το θέμα.
Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, το δημοτικό δημοψήφισμα δεν είναι διοικητική διαδικασία αλλά θεσμός πολιτικής συμμετοχής. Με άλλα λόγια, οι πολίτες που ζητούν τη διεξαγωγή του δεν ενεργούν ως διοικούμενοι που υποβάλλουν μια τυπική αίτηση προς τη διοίκηση, αλλά ως φορείς της λαϊκής κυριαρχίας που ασκούν πολιτικό δικαίωμα.
Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι η επίκληση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας για την απόρριψη του αιτήματος είναι λανθασμένη. Επιπλέον σημειώνουν ότι η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει πως ακόμη και μια ανυπόγραφη αίτηση μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη όταν προκύπτει σαφώς η ταυτότητα και η βούληση των ενδιαφερομένων.
Στην περίπτωση της ΔΕΘ, όπως υποστηρίζουν, περισσότεροι από 23.000 δημότες έχουν συμπληρώσει τα στοιχεία τους σε σχετική ηλεκτρονική πλατφόρμα, δηλώνοντας ρητά ότι επιθυμούν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Για την επιτροπή αυτό αποτελεί σαφή έκφραση πολιτικής βούλησης των πολιτών.
Οι νομικοί μάλιστα προειδοποιούν ότι ενδεχόμενη απόρριψη του αιτήματος θα μπορούσε να θεωρηθεί σοβαρή θεσμική και δημοκρατική εκτροπή, καθώς – όπως σημειώνουν – θα στερούσε από χιλιάδες δημότες ένα πολιτικό δικαίωμα που προβλέπεται από τον νόμο.
Έτσι, το θέμα της ΔΕΘ μετατρέπεται πλέον και σε μια ιδιότυπη θεσμική σύγκρουση. Από τη μία ο δήμος ζητά αυστηρή τήρηση των διαδικασιών πριν προχωρήσει σε δημοψήφισμα. Από την άλλη η επιτροπή των πολιτών υποστηρίζει ότι η διαδικασία έχει ήδη καλύψει τις απαιτήσεις του νόμου.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η υπόθεση δεν έχει τελειώσει… Η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και οι επόμενες κινήσεις της Οργανωτικής Επιτροπής θα καθορίσουν αν η Θεσσαλονίκη θα οδηγηθεί τελικά σε δημοψήφισμα για το μέλλον της ΔΕΘ – ή αν η συζήτηση θα συνεχιστεί στα νομικά και πολιτικά πεδία.


