
γράφει η Μαρία Φαρδέλλα
Το «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια αποτέλεσε μία από τις πιο συζητημένες τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων ετών, κερδίζοντας κοινό και κριτικούς για την αισθητική του, την προσεγμένη αναπαράσταση εποχής και τη γενικότερη σκηνοθετική του φροντίδα. Ωστόσο, πίσω από την εντυπωσιακή επιφάνεια, η σειρά αφήνει ανοιχτά ερωτήματα ως προς τον τρόπο που προσεγγίζει τους χαρακτήρες και, κυρίως, το ηθικό της αφήγημα.
Η κεντρική δραματουργική επιλογή φαίνεται να κινείται σε μια αρκετά ξεκάθαρη, ίσως υπερβολικά ξεκάθαρη γραμμή. Το τραπεζικό σύστημα και η έννοια της οικονομικής εξουσίας παρουσιάζονται ως οι βασικοί υπαίτιοι κάθε αδικίας, ενώ οι ήρωες της ιστορίας τοποθετούνται σχεδόν αυτονόητα στη σωστή πλευρά. Ακόμη και όταν πρόκειται για χαρακτήρες με εμφανείς αδυναμίες ή ηθικά ελλείμματα, η αφήγηση δείχνει να τους αντιμετωπίζει με μια γενναιόδωρη επιείκεια, περιορίζοντας τις γκρίζες ζώνες που θα μπορούσαν να προσδώσουν μεγαλύτερο βάθος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνική αδικία λειτουργεί περισσότερο ως ερμηνευτικό φίλτρο παρά ως αφετηρία ουσιαστικής σύγκρουσης. Η αίσθηση που τελικά μένει είναι πως η οικονομική ή κοινωνική αδυναμία αρκεί για να δικαιολογήσει τα πάντα, υιοθετώντας άθελά της μια απλουστευτική αντίληψη, όπου η συμπάθεια προηγείται της κριτικής ματιάς.
Παρά τις ενστάσεις αυτές, το «Ριφιφί» διαθέτει ένα ισχυρό ερμηνευτικό αποτύπωμα. Οι ηθοποιοί στηρίζουν με συνέπεια το υλικό, συχνά προσδίδοντάς του μεγαλύτερη συναισθηματική πυκνότητα από αυτήν που προβλέπει το σενάριο. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην Ευαγγελία Μουμούρη, η οποία ξεχωρίζει για τη λιτή και εσωτερική της ερμηνεία. Οι σκηνές που σχετίζονται με τις αναμνήσεις της, την απώλεια του παιδιού της και του άντρα της, συγκαταλέγονται στις πιο δυνατές της σειράς, λειτουργώντας ως στιγμές καθαρής, αβίαστης συγκίνησης, απαλλαγμένες από ιδεολογικές ευκολίες.
Τελικά, το «Ριφιφί» μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: από τη μία, μια καλοδουλεμένη παραγωγή με ισχυρές ερμηνείες και έντονο συναισθηματικό φορτίο από την άλλη, μια σεναριακή προσέγγιση που επιλέγει την απλοποίηση αντί της πολυπλοκότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά που συγκινεί επιφανειακά, αλλά αφήνει πίσω της την αίσθηση ότι έχασε την ευκαιρία να μιλήσει ουσιαστικά για την κοινωνική αδικία, χωρίς να την απλοποιεί ή να τη μετατρέπει σε άλλοθι.


