
Τέλος εποχής για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της αστικής καθημερινότητας: τα καρτοτηλέφωνα. Στην Αθήνα, ο δήμος σε συνεργασία με τον ΟΤΕ έχει ήδη ξεκινήσει την αποξήλωση δεκάδων τηλεφωνικών θαλάμων, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα σε έναν θεσμό που σημάδεψε τα 90s και τις αρχές των 2000s.
Για μια ολόκληρη γενιά, η τηλεκάρτα ήταν σχεδόν πάντα στο πορτοφόλι· είτε για να τηλεφωνήσεις στους δικούς σου, είτε για να κλείσεις το ραντεβού με την παρέα, είτε για να στείλεις το πρώτο «ερωτικό τηλεφώνημα» με λίγα κλεφτά λεπτά χρόνου. Τα καρτοτηλέφωνα, ήταν κομμάτι του ίδιου του αστικού τοπίου, με τα χαρακτηριστικά τους χρώματα, τη μυρωδιά του μετάλλου και τον ήχο του κερματοδέκτη που άλλαζε ρόλο με την τηλεκάρτα.
Όμως ο χρόνος αποδείχθηκε αμείλικτος. Τα κινητά τηλέφωνα ήρθαν και σάρωσαν την αναγκαιότητα των καρτοτηλεφώνων. Οι θάλαμοι που κάποτε έσφυζαν από ζωή και συνομιλίες μετατράπηκαν σε σιωπηλά κουτιά σκουριάς και σπασμένων τζαμιών, που περισσότερο εμπόδιζαν τους πεζούς παρά εξυπηρετούσαν τους πολίτες. Στην Αθήνα, η αποξήλωσή τους έχει χαρακτηριστεί αναγκαία όχι μόνο για λόγους αισθητικής, αλλά και για την ασφάλεια. Κι ενώ η πρωτεύουσα προχωρά σε αυτή τη μεγάλη εκκαθάριση, το βλέμμα στρέφεται αναπόφευκτα στη Θεσσαλονίκη.
Διότι και στη συμπρωτεύουσα, οι παλιοί τηλεφωνικοί θάλαμοι παραμένουν ακόμη σκόρπιοι σε δρόμους και γειτονιές. Αν και ξεχασμένοι, συνεχίζουν να «υπενθυμίζουν» με την ερειπωμένη μορφή τους μια εποχή που έχει παρέλθει, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν πηγή προβλημάτων για την εικόνα και τη λειτουργικότητα της πόλης.
Στη Θεσσαλονίκη, οι θάλαμοι των καρτοτηλεφώνων στέκονται ακόμη όρθιοι, σαν φαντάσματα μιας περασμένης εποχής. Κάποτε, στο κέντρο και στις γειτονιές, οι χαρακτηριστικοί γκρι και κίτρινοι «κουβάδες» του ΟΤΕ ήταν σημείο αναφοράς. Σήμερα όμως, πολλοί από αυτούς είναι βανδαλισμένοι, με σπασμένα τζάμια και σκουριασμένα σίδερα, περισσότερο επικίνδυνοι παρά χρήσιμοι. Ο Άκης Λαζάρου, πρόεδρος του σωματείου Φίλων Ιστορικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, δεν μασάει τα λόγια του: «Η εικόνα είναι η χειρότερη δυνατή», δηλώνει, επισημαίνοντας πως το σωματείο έχει ήδη ζητήσει από τον Δήμο την άμεση απομάκρυνσή τους.
Το αίτημα δεν είναι απλώς θέμα αισθητικής. Οι θάλαμοι συχνά καταλαμβάνουν χώρο σε πεζοδρόμια, δημιουργούν εμπόδια στην κίνηση και προσθέτουν έναν «οπτικό θόρυβο» που βαραίνει ακόμη περισσότερο το ήδη φορτωμένο αστικό τοπίο. Η Διεύθυνση Βιώσιμης Κινητικότητας και Δικτύων έχει ήδη προωθήσει το ζήτημα στον ΟΤΕ, που είναι αρμόδιος για την αποξήλωσή τους, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ένα συντονισμένο σχέδιο για τη Θεσσαλονίκη. Έτσι, οι θάλαμοι μένουν εκεί, σαν άβολα απομεινάρια, δίπλα σε αφίσες, καλώδια και παρκαρισμένα μηχανάκια.
Κι όμως, όσο κι αν η εικόνα τους προκαλεί γκρίνια, υπάρχει και η άλλη όψη: αυτή της μνήμης. Οι πιο παλιοί θυμούνται τις ουρές έξω από τα καρτοτηλέφωνα για ένα «βιαστικό τηλεφώνημα», τις χαραγμένες επιφάνειες με ονόματα και ερωτικά μηνύματα, το άγχος να μην τελειώσουν οι μονάδες της τηλεκάρτας. Ακόμα και τα αυτοκόλλητα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 που βρίσκονται σε μερικούς θαλάμους κουβαλούν ένα κομμάτι ιστορίας, σαν μια σκονισμένη καρτ-ποστάλ από τα χρόνια που η Θεσσαλονίκη έμοιαζε να τρέχει παράλληλα με την εξέλιξη.
Σήμερα, η νοσταλγία αυτή μπλέκεται με την ανάγκη για αλλαγή. Αν η Αθήνα δείχνει τον δρόμο με τις μαζικές αποξηλώσεις, τότε και η Θεσσαλονίκη οφείλει να ακολουθήσει. Η απομάκρυνση των καρτοτηλεφώνων δεν σημαίνει διαγραφή της μνήμης· αντίθετα, ίσως ανοίγει τον δρόμο για κάτι νέο. Οι θάλαμοι θα μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν –να γίνουν μικρές βιβλιοθήκες δρόμου, σημεία πληροφόρησης για τουρίστες ή ακόμη και σταθμοί φόρτισης. Σήμερα όμως, το μόνο που κάνουν είναι να σκουριάζουν και να θυμίζουν ότι η πόλη κρατάει ακόμη αποσκευές που δεν χρειάζεται.
Και κάπως έτσι, η Θεσσαλονίκη βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή: να συνεχίσει να σέρνει πίσω της τα φαντάσματα των 90s ή να τα αποχαιρετήσει με αξιοπρέπεια. Τα καρτοτηλέφωνα υπήρξαν κομμάτι της ζωής μας, όμως η θέση τους πια δεν είναι στα πεζοδρόμια, αλλά στις αναμνήσεις μας.


