HomeCinema"Συναισθηματική Αξία". Ίσως η πραγματική αξία μιας...

“Συναισθηματική Αξία”. Ίσως η πραγματική αξία μιας ταινίας.

Από τον Γιώργο Καρακασίδη

Δε μου αρέσει να βάζω αστεράκια στις ταινίες. Καταλαβαίνω την πρακτική χρησιμότητά τους στους «βιαστικούς» καιρούς που ζούμε, όμως είναι κάτι που αποφεύγω. Εδώ, όμως, ομολογώ ότι θα καταθέσω και τα πέντε. Ίσως φταίει ο ενθουσιασμός αμέσως μετά την έξοδο από την αίθουσα.

Τέσσερα χρόνια μετά το υποψήφιο για δύο Όσκαρ “Ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου”, ο Γιοακίμ Τρίερ (καμία σχέση με τον Λαρς φον – μάλλον το ’χει το επώνυμο), επιστρέφει δυναμικά, και ίσως ακόμη πιο συναισθηματικά φορτισμένος, αποσπώντας δικαίως το μεγάλο βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών.

Με πρωταγωνίστρια και πάλι τη Ρενάτε Ράινσβε, στρέφει το γυναικείο POV της χειραφετημένης –αλλά και λίγο μπερδεμένης– γυναίκας αυτή τη φορά στο οικογενειακό, με τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ να δίνει (για άλλη μια φορά) ρεσιτάλ ερμηνείας ως άκαμπτος, εγωιστής πατέρας.

Η υπόθεση έχει ως εξής: μετά από απανωτούς καυγάδες, ένας πατέρας εγκαταλείπει τη γυναίκα του και τις δύο μικρές του κόρες για να κυνηγήσει καριέρα διεθνώς ως κινηματογραφικός δημιουργός. Όταν επιστρέφει στη Νορβηγία για την κηδεία της γυναίκας του, θα έρθει αντιμέτωπος με τον εύλογο θυμό της μεγάλης του κόρης, που έχει ακολουθήσει κι εκείνη καλλιτεχνική πορεία, αλλά στο θέατρο (το οποίο εκείνος πάντα απαξίωνε σε σχέση με το σινεμά).

Κι εκεί που όλα φαίνονται να βαίνουν διεκπεραιωτικά, η κόρη αιφνιδιάζεται όταν ο πατέρας της προτείνει να παίξει στη νέα του ταινία. Αυτή αρνείται, και τον ρόλο αναλαμβάνει μια Αμερικανίδα ηθοποιός (μαζί με το βάρος του μπάτζετ που συνεπάγεται αυτό). Σύντομα, όμως, η πρωταγωνίστρια αντιλαμβάνεται ότι δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο όραμα του σκηνοθέτη: την αναπαράσταση της οικογενειακής του ιστορίας, ξεκινώντας από την αυτοκτονία της μητέρας του επί ναζιστικής κατοχής — μια πράξη που ανασύρει τη συλλογική ενοχή της Νορβηγίας — και τις επιπτώσεις της στη δική του ψυχοσύνθεση και, κατ’ επέκταση, στην οικογένειά του.

Οι προβολές των γονιών στα παιδιά, η εξήγηση για τη διαφορετική πορεία δύο αδελφών (η μικρότερη, σε αντίθεση με τη μεγάλη, έχει οικογένεια και φαινομενικά ηρεμία) αποτελούν το σημείο τομής μιας ψυχαναλυτικής ταινίας — όχι, όμως, με τη βαριά «κουλτουριάρικη» έννοια. Τα 133 λεπτά μπορεί να τρομάζουν, αλλά κυλούν μονορούφι.

Με όπλο ένα απαράμιλλο μοντάζ, εκεί που νομίζεις ότι θα σε ρίξει στην παγίδα του μελό, σε φέρνει αντιμέτωπο με μια δραματουργική εξιστόρηση τριών γενεών που αναζητούν την οικογενειακή αυτοκάθαρση — ή έστω μια απόπειρα αυτής — μέσα από την ίδια την τέχνη της συνεργασίας σκηνοθέτη και ηθοποιού.

Υ.Γ. Αν το σκεφτείτε, ποτέ δεν λέμε ότι ένας ηθοποιός «δουλεύει». Λέμε ότι «παίζει». Γιατί είναι κάτι απελευθερωτικό, σε πλήρη εναρμόνιση με την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Μια παιδική ηλικία, όμως, που συχνά κουβαλά τραύματα ανεπούλωτα — με το παιχνίδι να λειτουργεί ως προσωρινή διέξοδος, ώσπου να αναζητηθεί ο επόμενος ρόλος. Αυτή ίσως είναι και η κατάρα του καλλιτέχνη: να προσφέρει τέρψη χωρίς να μπορεί να την απολαύσει ο ίδιος. Κάπως έτσι, εξηγείται γιατί τόσοι κωμικοί, όπως ο Robin Williams, μας έκαναν να γελάμε — επειδή ήξεραν ακριβώς πόσο πονάει η απουσία του γέλιου από τη ζωή.

 

Related stories

Η “Σπασμένη Φλέβα” του Οικονομίδη και η “Ζωούπολη 2” στις αίθουσες

Οι ταινίες της εβδομάδας 27.11 – 03.12.2025 Γράφει ο Λάζαρος...

Θεσσαλονίκη – Άνω Πόλη: Οι κατεδαφίσεις φέρνουν στο φως ένα κομμάτι της βυζαντινής ιστορίας

Ξεκίνησαν οι προγραμματισμένες κατεδαφίσεις απαλλοτριωμένων και επικίνδυνων κτιρίων στην...

Θρυλική ψαροταβέρνα της Καλαμαριάς αποχαιρετά τους θαμώνες της

Ένα ακόμη γνώριμο σημείο της εστίασης στην Καλαμαριά ρίχνει...