
Ο Απόλλων δεν βρίσκεται στην παραλία. Δεν είναι στο κέντρο. Δεν τον πετυχαίνεις τυχαία βγαίνοντας για βόλτα στην Τσιμισκή. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια κατάφερε κάτι που μοιάζει σχεδόν παράλογο για τα δεδομένα της πόλης: να κάνει χιλιάδες ανθρώπους να οργανώνουν τη μέρα τους γύρω από μια προβολή. Να βγαίνουν από το σπίτι για να δουν ταινία. Να ξαναθυμηθούν πώς είναι να περιμένεις να σκοτεινιάσει για να αρχίσει η μαγεία.
Στη Σαρανταπόρου θα πας όχι απαραίτητα επειδή θες να δεις ταινία, πηγαίνεις συχνά γιατί ξέρεις ότι κάτι θα συμβεί. Μια παλιά ταινία που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει. Ένα αφιέρωμα που δεν περίμενες να δεις στη Θεσσαλονίκη. Μια cult βραδιά που θα συζητιέται για μέρες. Οι άνθρωποι πίσω από τον Απόλλωνα δεν ακολούθησαν τη συνταγή. Έφτιαξαν τη δική τους. Και κάπως έτσι δημιούργησαν μια μικρή κινηματογραφική φυλή που κάθε καλοκαίρι μεγαλώνει.
Το πιο όμορφο; Εκεί δεν σε ρωτά κανείς με ποιον ήρθες. Ο Απόλλων είναι από τα λίγα μέρη στην πόλη όπου μπορείς να εμφανιστείς μόνος σου και να μη νιώσεις ούτε δευτερόλεπτο μόνος. Κάθεσαι στη θέση σου, ακούς τα τζιτζίκια, κοιτάς γύρω σου και καταλαβαίνεις ότι συμμετέχεις σε κάτι κοινό. Χωρίς να χρειάζονται συστάσεις. Χωρίς να χρειάζεται καν να μιλήσεις.
Κι αν κάποιος αναρωτιέται αν όλα αυτά είναι απλώς μια ρομαντική ιδέα, αρκεί να θυμηθεί τι έγινε πριν από λίγες μέρες – Όταν το συνεργείο του γείτονα καταστράφηκε από φωτιά, ο Απόλλων άνοιξε τις πόρτες του για να βοηθήσει. Ολόκληρος ο δρόμος γέμισε κόσμο. Όχι επειδή έπαιζε κάποια blockbuster ταινία. Αλλά επειδή μια γειτονιά αποφάσισε να σταθεί δίπλα σε έναν άνθρωπο της γειτονιάς της. Και αυτό λέει πολλά για το τι έχει χτιστεί εκεί τα τελευταία χρόνια.
Ε και τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα του Απόλλωνα μπορεί να μην είναι ότι γέμισε από κόσμο. Είναι ότι ξαναέδωσε νόημα σε μια έξοδο που πολλοί θεωρούσαν ξεπερασμένη. Έκανε το θερινό σινεμά να μοιάζει ξανά ζωντανό, απρόβλεπτο και απαραίτητο. Σαν εκείνα τα μέρη που τα νιώθεις και λίγο δικά σου. Και γι’ αυτό επιστρέφεις ξανά και ξανά…



