
Τα παιδικά πάρτυ στα καρναβάλια των 90s ήταν κάτι που δεν το ξεχνάς. Ήταν το «πού θα ντυθώ φέτος;» που ξεκινούσε από τον Γενάρη και κατέληγε σε καβγά για το αν θα είσαι πριγκίπισσα ξανά ή κάτι πιο «προχωρημένο».
Πάρτυ στον Τότη. Στα σπίτια. Στα σαλόνια με τα σεμεδάκια σηκωμένα για να μη λερωθούν. Με γαριδάκια σε πλαστικά μπολ και πορτοκαλάδα σε εκείνα τα ποτήρια τα λεπτά που έσπαγαν με ένα βλέμμα. Και φυσικά – αν ήσουν λίγο πιο μεγάλος – πάρτυ σε ντισκοτέκ της εποχής. Με φωτιστικά που αναβόσβηναν και DJ που έβαζε 60s και 70s λες και ζούσαμε στο Woodstock, αλλά με παιδικά παπούτσια και φουρό.
Οι στολές μας; Πριγκίπισσες με τιάρες που έγερναν στο πλάι. Πρίγκιπες με κάπες από σατέν που γυάλιζαν επικίνδυνα. Ντόμινο με μάσκες που ίδρωναν από μέσα. Σούπερ ήρωες με στολές δύο νούμερα μεγαλύτερες «για να τις έχεις και του χρόνου». Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα, ο Batman, ο Superman, η Χιονάτη, μια μάγισα και μια νεράιδα με φτερά που δεν χωρούσαν από την πόρτα.
Ντυνόμασταν και στο σχολείο. Τσικνοπέμπτη, φυσικά. Με τις δασκάλες να προσπαθούν να κάνουν μάθημα σε τάξη γεμάτη από καουμπόηδες και πριγκίπισσες. Και αν ήσουν τυχερός – αν το σχολείο έκανε αποκριάτικο χορό – ήταν η πιο τέλεια μέρα του χρόνου. Κυριολεκτικά. Περίμενες εκείνη τη μέρα όπως περιμένεις τώρα τις καλοκαιρινές διακοπές.
Οι μαμάδες, όμως, είχαν άλλη αγωνία. «Μην σκίσεις τη στολή σου!»
Το άκουγες τουλάχιστον δέκα φορές πριν φύγεις από το σπίτι. Και άλλες δέκα όταν γύριζες ιδρωμένος, με το μακιγιάζ μισοσβησμένο και τη ζώνη του σούπερ ήρωα έτοιμη να παραδοθεί.
Πολλές φορές είχαμε δύο πάρτυ μέσα στον ίδιο μήνα. Και τότε ξεκινούσε η δημιουργικότητα. Οι μαμάδες έφτιαχναν νέες αυτοσχέδιες στολές από το τίποτα. Από τα ρούχα της μαμάς. Από ένα πουκάμισο του μπαμπά. Από ένα καπέλο ξεχασμένο στο πατάρι. Έτσι γεννιόταν «ο μεθυσμένος», «η χήρα», «η πλούσια», «ο λογιστής». Ρόλοι με ρούχα μεγάλων που μας έπεφταν μέχρι τα γόνατα και μας έκαναν να νιώθουμε για λίγο… άλλοι. Με το καλό πουκάμισο της μαμάς και το ωραίο της κολιέ, με μαύρο τούλι, με τα σακάκια του μπαμπά και του παππού και κάτι γραβάτες που έφταναν ως τα γόνατα.

Και κάπως έτσι, μέσα σε σερπαντίνες πεταμένες στο πάτωμα, σε φωτογραφίες με φλας που άσπριζε τα πρόσωπα, σε χορούς άτσαλους και γέλια δυνατά, χτίστηκε μια εποχή που είχε μόνο χαρτοπόλεμο. Και την αίσθηση ότι το καρναβάλι ήταν ολόκληρος ο κόσμος.
Και ίσως ήταν. Γιατί τότε όλα χωρούσαν σε μια στολή. Και σε ένα πάρτυ!


